Σάββατο 27 Ιουλίου 2013

Αφέντης Φραμπουαζύ

Συνεχίζουμε και σήμερα με μια μετάφραση ενός παλιού γαλλικού τραγουδιού από τον Κώστα Βάρναλη («Ποιητικά» 1959).

 

Αφέντης Φραμπουαζύ


Γυναίκα πήρεν
αφέντης Φραμπουαζύ
πολύ μικρούλα!
Μετάνιωσε όσο ζει.
Πόλεμος ξάφνου!
Τραβάει για τον οχτρό.
Δεν ήρθε πίσου
πριν από χρόνια οχτώ.
Πάει στο σαράγι,
έρμο και σφαλιστό!
Τηνε ζητάει
μερόνυχτα καιρό!
Πάει στο Παρίσι,
τη βρήκε στο χορό.
   Μωρή γυναίκα
πού τα ’χεις τα μυαλά;
   Χορεύω πόλκα
με τα παιδιά καλά.
   Μωρή γυναίκα
δεν έχεις άντρα; Πες!
   Έχω χηρέψει
πεντέξι μου φορές!
   Μωρή γυναίκα,
σταμάτα το χαβά.
   Κύριε, ποιός είσαι
που κραίνεις έτσι δα;
— Είμαι, κυρά μου,
ο αφέντης Φραμπουαζύ!…
Τηνε βουτάει
και παίρνει τη μαζί.
 Πάει στο σαράγι,
τη σφάζει σαν αρνί!
Με την ομπρέλα
τον τάφο της ανοιεί!
Τι λέει ο μύθος,
αν έχετε νιονιό;
 Η νια γυναίκα
θέλει τον άντρα νιο.
(Παλιό γαλλικό τραγούδι)

Τετάρτη 24 Ιουλίου 2013

Οι Δέκα Εντολές για Γυναίκες




Οι Δέκα Εντολές για Γυναίκες


(Απ’ το «Σκολειό για γυναίκες» του Μολιέρου).

Πρώτη
Όποια μπαίνει με στεφάνι
στο κρεβάτι τ’ αλλουνού
σ’ ό,τι κάνει και δεν κάνει
πάντα να κοιτάει ομπρός της,
να μη βγάνει από το νου,
πως δεν είναι κανενού
παρά μοναχά τ’ αντρός της.

Δεύτερη
Για φορέματα και λούσα
 η φτωχιά καθώς κι η πλούσα
τον αφέντη θα ρωτά.
Αυτός δίνει το ταΐνι
κι ό,τι θέλει αυτός θα γίνει.
Τηνε θέλει κάτου κάτου
για τα μάτια τα δικά του.

Τρίτη
Άκου κι άλλη μιαν ορμήνεια:
σκόνες, αλοιφές, καρμίνια,
όλ’ αυτά να μην τα ιδώ,
σύνεργα του Οξαποδώ!
Όποια βάφεται και σειέται,
γέρασε και δε μασιέται
ή ζητάει με το κερί
όσο πιότερους μπορεί.

Τέταρτη
Όντας βγαίνει, το φακιόλι
χαμηλά να το τραβά,
για να μην κοιτάει στραβά
και να τη ματιάζουν όλοι.
Θα πηγαίνει σαν κοκόνα
κι όλο θα ’χει την εικόνα
του καλού της
μες στα βάθη του μυαλού της.

Πέμπτη
Δε θα μπαίνει,
δε θα βγαίνει
μες στο σπίτι σου κανείς
άλλος από συγγενής
κι όποιος θέλει τον αφέντη.
Αν ζητάνε την κυρά του,
είναι μήνυμα κεράτου!

Έχτη
Δε θα παίρνει δώρα,
δώρα και ρεγάλα, ή μικρά ή μεγάλα.
Ο καθένας τώρα
γέρος, παλικάρι,
δίνει για να πάρει!

Έβδομη
Στην κάμαρα δε θα ’χει
χαρτί και καλαμάρι.
Κι άμα ποτέ τής λάχει \καμιά γραφή να πάρει,
στον άντρα της θα τρέχει
χωρίς να χολοσκάνει
κι αυτός καθήκον έχει
απόκριση να κάνει.

Όγδοη
Τις ανοστοπαρέες
περιδιαγραμμάτου
που κάνουν οι ωραίες,
σαχλές μέχρι θανάτου,
τις μισούν οι γνωστικοί,
γιατί στα σαλόνια εκεί
όλες τούτες οι γαλιάντρες
δώστου βρίζουνε τους άντρες!

Ένατη
Στο πράσινο τραπέζι
χαρτάκια δε θα παίζει
η καλοκυρά.
Αν παρατραβήξ’ η φέστα, συφορά!
Χάνει τον παρά,
χάνει και τα ρέστα!
Δέκατη
Εκδρομές και φαγοπότι
με τον ένα κι άλλο ιππότη
πότ’ εδώ και πότ’ εκεί
δεν το εγκρίν’ η λογική.
Πάντα, με μούτρα λερωμένα,
ο άντρας πλερώνει τα σπασμένα.

[Molière]



Κυριακή 21 Ιουλίου 2013

Σε μια πιστή Γραικιά



Ο Κώστας Βάρναλης έκανε αρκετές μεταφράσεις έργων της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας, ποιημάτων, τραγουδιών (και κινέζικα). Κάποιες ποιητικές μεταφράσεις συμπεριέλαβε στα «Ποιητικά» (1956). Εκεί δημοσιεύεται και η μετάφραση του ποιήματος «Εμπρός Ελλάδα» του Ρώσου ποιητή Αλ. Πούσκιν. Η μετάφραση αυτού του ποιήματος πρωτοδημοσιεύτηκε στα 1949 στο περιοδικό «Ελεύθερα Γράμματα» (Χριστούγεννα 1949 τεύχ. 7-8) με τον τίτλο «Για την Ελλάδα του 1921». Μαζί με αυτό στα «Ελεύθερα Γράμματα» δημοσίευσε και τη μετάφραση ενός ακόμη ποιήματος του Πούσκιν την οποία δε συμπεριέλαβε στα ποιητικά. Πρόκειται για το ποίημα με τίτλο «Σε μια πιστή Γραικιά» που παρουσιάζουμε σήμερα. Το βρήκαμε και στο διαδίκτυο ελαφρώς διαστρεβλωμένο στον τελευταίο του στίχο.

 
Αλέξανδρου Πούσκιν

 

ΣΕ ΜΙΑ ΠΙΣΤΗ ΓΡΑΙΚΙΑ

Πιστή Γραικιά μην τον θρηνείς! ΄Εχει σαν ήρωας πέσει
βόλι  πικρό του χώρισε τα στήθια μεσ' τη μέση...
Μην τον θρηνείς... Τάχατε συ δεν τού 'δειξες το δρόμο
σαν κίνησε περήφανος μ' όπλο βαρύ στον ώμο
και του 'πες με μελωδική φωνή: «Μπροστά σου νάτος
ανοίγει ο δρόμος της τιμής από θυσίες γιομάτος»;

Σ' αποχαιρέτησε  σεμνά κι αμίλητα ο καλός σου
ξέροντας πως παντοτεινός θαν' ο αποχωρισμός σου...
 Αλαφροχάιδεψε μ' ευχή το τρυφερό βλαστάρι
 των σπλάγχνων του, που κράταγες  στον κόρφο με καμάρι!...

Κι όταν στητή μαστίγωσε τον άνεμο η παντιέρα
της  λευτεριάς η ολόμαυρη κι έφτασε η τίμια μέρα
καθώς ο Αριστογείτονας μυρτιάς κλαδί είχε δέσει
στην ατσαλένια σπάθα  του, που κρέμασε στη μέση.
Ετσι κι αυτός, απόμεινε στη μάχη: Ένας γενναίος
γι' το που δεν ορίζεται και δε μετριέται χρέος!...