Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΥΠΟ ΕΧΕΜΥΘΕΙΑN. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΥΠΟ ΕΧΕΜΥΘΕΙΑN. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 17 Οκτωβρίου 2013

Αντελήφθην και εγώ ότι η θήλεα όνος με προσβλέπει ερωτικώς



Ο Ρένος Αποστολίδης ήταν Ελληνας συγγραφέας,  φιλόλογος και κριτικός της λογοτεχνίας της μεταπολεμικής γενιάς. Αντικομμουνιστής. Τόσο αυτός όσο και η οικογένεια του ήξεραν προσωπικά τον Κώστα Βάρναλη. Ο παππούς του Νίκος Αποστολίδης ήταν πρόεδρος του Επιτροπάτου Σχολείων Φιλιππούπολης το οποίο αποφάσιζε και για τις υποτροφίες. Όπως λέει ο Αποστολίδης, οι υπότροφοι ήταν υποχρεωμένοι μετά το πέρας των σπουδών τους να επιστρέψουν και να διδάξουν στο Γυμνάσιο του Πύργου. Αυτό έκανε και ο Βάρναλης. Εκείνες τις ημέρες που επέστρεψε ο Βάρναλης, τρίτη, τέταρτη ημέρα της παρουσίας του, ο Νίκος Αποστολίδης έτυχε να κάνει επιθεώρηση στο γυμνάσιο και είδε γραμμένο στις τουαλέτες το όνομα του Βάρναλη. Τον κάλεσε και του ζήτησε να φύγει από το γυμνάσιο διότι ως μαθητής έκανε αυτές τις αηδίες.
Αυτό το λέει ο Αποστολίδης σε μια εκπομπή του στο ΤΗΛΕΑΣΤΥ, στην οποία προσπαθεί  με κάθε τρόπο μνα αποδείξει ότι ο Βάρναλης που είναι καλός ποιητής, είναι κομμουνιστής αλλά, όταν λέμε κομμουνιστής, όχι και «κομμουνιστής γραμμής», μη «γραμμικός κομμουνιστής». Το καταγράφουμε, με κάθε επιφύλαξη για το αληθές. Δεν προκύπτει από αλλού. Σε μια συνέντευξή της η σύζυγος του Βάρναλη Δώρα Μοάτσου λέει ότι ο Βάρναλης έφυγε 17 χρονών και έκτοτε δεν ξαναείδε τη μάνα του.
 Σε αυτή την εκπομπή ο Ρ. Αποστολίδης  αναφέρει και ένα άλλο γεγονός ευτράπελο, από τη ζωή του Βάρναλη. Αν είναι αληθές, ίσως το πλέον χαρακτηριστικό για τα ήθη της εποχής και το χαρακτήρα του Βάρναλη.
Μετά την Αργαλαστή όπου συμμετείχε στα Αθεϊκά ο Κώστας Βάρναλης μετατίθεται στα Μέγαρα όπου τον συνοδεύει η φήμη του μαλλιαρού (μέγα αμάρτημα για την εποχή), του άθεου κλπ. Μας είναι γνωστές κάποιες καταγγελίες που του έγιναν από τους κατοίκους εκεί. Όπως ότι δίδαξε ολόκληρο τον Εθνικό Υμνο και από το υπουργείο κλήθηκε σε απολογία. Μια καταγγελία περιγράφει και ο Ρ. Αποστολίδης. 


Ο Κ. Βάρναλης καλείται από το υπουργείο σε απολογία και απαντά (το παραθέτουμε όπως το αφηγείται ο Αποστολίδης):
« Ο υπογράφων γυμνασιάρχης Κωνσταντίνος Βάρναλης έχω την τιμή να γνωρίσω προς το σεβαστόν υπουργείον ότι πράγματι, και εγώ αντελήφθην ότι εκάστην πρωίαν που διέρχομαι προ του κτήματος του κτηματίου τάδε πηγαίνοντας στο σχολείο – για να διδάξει – αντελήφθην και εγώ ότι η θήλεα όνος αυτού – η γαϊδάρα του – με προσβλέπει ερωτικώς. Διαβεβαιώ όμως το σεβαστόν υπουργείον ότι δεν αντεπεκρίθην εις τον έρωτά της – Η καταγγελία που του είχε γίνει είναι ότι είχε φιλενάδα τη γαϊδάρα του κτηματία τάδε. Τόσο ηλίθιοι ήταν οι άνθρωποι και το υπουργείο άλλο τόσο ηλίθιο. Τον καλούσε σε απολογία και βέβαια ο Βάρναλης απάντησε με το χιούμορ του το πασίγνωστο».
Αυτά λέει ο Αποστολίδης. Είναι αλήθεια; Μια λογική εξήγηση είναι πως μπορεί να του έγινε καταγγελία για πιθανή ή υπαρκτή σχέση του Βάρναλη με κάποια γυναίκα (καθόλου απίθανο για τον Βάρναλη) η οποία στην καταγγελία να χαρακτηριζόταν γαϊδάρα (συνήθης χαρακτηρισμός της εποχής για γυναίκες) και κάποιο σαΐνι το υπουργείου να το ερμήνευσε με τον τρόπο που περιγράφει ο Βάρναλης.



Σάββατο 26 Ιανουαρίου 2013

Ο κονταρομάχος...(6)




Συνεχίζουμε σήμερα με το 6ο και προτελευταίο απόσπασμα από την βιογραφία του Κώστα Βάρναλη που έγραψε ο Μενέλαος Λουνέτμης, με τίτλο «Ο κονταρομάχος»

 Ενα τρένο περνάει βέβαια από διάφορους στα­θμούς αλλά δεν παίρνει και τόνομα του κάθε σταθμού που περ­νάει.

ΑΝ ΤΑ ΠΟΔΙΑ κόνταιναν απ’ το περπάτημα τότε τα πό­δια του Δάσκαλου έπρεπε ναχαν μείνει τα μισά. Πολλούς ακαταπόνητους πεζοπόρους γνώριζα στη ζωή μου. Αλλά τις μό­νο μ’ έκαναν να λαχανιάσω. Ο ένας είναι ο Δάσκαλος, ο άλλος ο Στέφανος Σαράφης. Και των τιςνών ή φιλία κινδύνεψε να χα­θεί από την ίδια αφορμή. Με φέρνανε στο σημείο να πω «τετέλεσται». Σπουδαία ή φιλία σας αλλά... ξεθεωτική. Αμφιβάλλω αν αυτοί οι άνθρωποι μπήκαν ποτέ σε ταξί. Περπατούσαν κι οι τις σαν αιώνια θυμωμένοι. Σα να πήγαιναν να χωρίσουν κάποιους πού συμπλέκονταν.
    Δάσκαλε, τούλεγα. Έσβησε.
    Η φωτιά, ο καυγάς. Γι’ αυτό δεν έτρεχες;
    Εσενα, μούλεγε, εσενα η γιαγιά σου ήταν χελώνα.
    Και πρέπει τώρα να πληρώνω τις αμαρτίες της γιαγιάς μου εγώ;
    Τέλος. Αϊντε, ας βραδιαστούμε στο δρόμο. ‘Η μήπως θέλεις να πάρουμε καμια απ’ αυτές τις σκοτώστρες: Μπες. Πάει, χύσαμε δυο κιλά κρασί στο δρόμο.
Μια βραδιά μπαίνοντας σε μια ταβέρνα βρεθήκαμε μπροστά σε κάτι χέρια που μας κάνανε νόημα να ζυγώσουμε.
                Για κοίτα κει, μου λέει, τί ντερέκια είν' αυτά;
                Του συναφιού, του λέω. Ο Λαμπρινός, ο Βουρνας, ο Σπήλιος (από δυο μέτρα ο καθένας).
                Κανένας κοντακιανός δεν υπάρχει εκεί μέσα
                Να, βλέπω κι έναν στα μέτρα μας, το Βαγγέλη Μα­χαίρα.
                Των Γραμμάτων;
                Της Νομικής Επιστήμης.
Πάμε. Εχουμε τουλάχιστον έναν να κουβεντιάσουμε σαν άνθρωποι. Μπήκαμε. Δεν καλοκαθήσαμε όμως και καταφθάνουν άλλοι δυο. Ενας τυπογράφος, παλιός θαμώνας της ταβέρνας, κι ένας Καλαματιανός δημοσιογράφος που μας έφερε κι ένα τρα­γούδι· «Το Κομπολόι» και δε σταματούσε να το τραγουδά. Στο διπλανό τραπέζι κάτι «σαματατζήδες» θεατρίνοι μ’ επικεφαλής τον Κυριακό και τον Ορέστη Μακρή, η «μαύρη αντίδραση» του θε­άτρου μας ξαπόστελαν κάτι πειραχτικά ποντάκια συνοδευμένα με μισές.
Κάτι όμως δεν πήγαινε καλά στην παρέα μας. Οι τρεις εκατόχειρες είχαν αρχίσει μια συζήτηση πολύ οργίλη που την συνόδευαν και με πολύ απειλητικές χειρονομίες! Από ώρα σε ώ­ρα κινδύνευε η σωματική μας ακεραιότητα. Για να τους αντιμε­τωπίσουμε καταφύγαμε στο κομπολογάκι:
Τώρα που - τώρα πούχασα κι εσένα γράψε αλλοί - γράψε αλλοίμονο σ' εμένα.
Δεν ξέραμε άλλους στίχους. Τα καταφέρναμε όμως και μόνο μ' αυτούς να κατεβάζουμε λίγο τα γράδα του καυγά. Ετσι καταλάγιαζαν για λίγο τα πράματα και βασίλευε η ειρήνη. Ό δάσκαλος διασκέδαζε. Μα κάποτε έβγαλε κραυγή φρίκης. Τί εί­χε συμβεί; Ιεροσυλία. Κάποιος έκανε την αφροσύνη να παραγ­γείλει στο τραπέζι σούπα. Αγανακτήσαμε όλοι. Τα δείπνα τα δι­κά μας δεν ήταν φαγοπότια, δηλαδή χυδαία σαβουρώματα. Ή­ταν «μυστικά δείπνα». Και ήταν εκεί παν ό,τι ταίριαζε. Ο οίνος, ο Διδάσκαλος, οι Μαθηταί. Μόνο ο «προδότης» έλειπε. Και να- τον που εμφανίσθηκε κι αυτός παραγγέλλοντας σούπα. Ήταν ο καημένος ο Καλαματιανός. Δεν γνώριζε τα κρασοποτικά ήθη της Αθήνας. Τέλος, του το εξηγήσαμε, γύρεψε συγνώμη κι η φωτιά έσβησε.
Ο Δάσκαλος είχε ένα «ταμπού». Δεν πίστευε στο ρητό «Πολλοί οι κλητοί - ολίγοι οι εκλεκτοί». Στην παρέα του κλητοί ή­ταν μόνο οι εκλεκτοί. Και μάλιστα διαλεγμένοι απ’ το δικό του μάτι. Προσόντα: Πρώτον. Να μην είσαι σαματατζής. Δεύτερον. Να μην μπεκρουλιάζεις και πέφτεις κι ασκημίζεις το κρασί. Και τρίτον να μην προσβάλλεις ποτέ την παρέα. Μόνο σαν ξεκαθάριζε ο υποψήφιος, μόνο τότε ο δάσκαλος βρισκόταν στα νερά του. Μό­νο τότε ήταν έτοιμος να δώσει αποκρίσεις. Και με τι ετοιμότητα! Λες κι ήξερε από μέρες ότι την τάδε μέρα, στην τάδε ταβέρνα θα του απευθύναν την τάδε ερώτηση. Και είχε έτοιμη την απάν­τηση. Και τι απάντηση! Απαλλαγμένη από τα καρυκεύματα και τους βερμπαλισμούς που πίσω τους κρύβονται τόσες και τόσες απορίες πού δεν ήταν σαν των ψαλτάδων. Κείνοι τουλάχιστον οι καημένοι είχαν ένα και μόνο καταφύγιο το βήχα. «Απορία ψάλ­του βηξ». Εμείς...
    Δάσκαλε... πες μας. Ποιος κατά τη γνώμη σου έχει το δικαίωμα να γράφει;
Απάντηση.
-      Εξόν από κείνους που κάνουν τέτοιες ερωτήσεις όλοι οι υπόλοιποι.
Αλήθεια ήταν. Δεν χάριζε κάστανα σε κανέναν. Ας πα νάταν και κρασαδερφός. Σε κανέναν!
-   Δάσκαλε ποιος απ’ τούς ρεαλισμούς είναι ο αληθινός και ποιον πρέπει ν’ αγκαλιάσουμε εμείς;
-  Γιατί, πόσοι είναι οι ρεαλισμοί;
  Ξέρω γω... Είναι τόσοι πολλοί. Ο κλασικός σου λέει ο άλλος. ‘Η ο Δυναμικός ή ο Κριτικός ή ο Σοσιαλιστικός, κλπ., κλπ. Εσύ σε ποιον πιστεύεις; Ποιος είν’ ο καλύτερος;
  Ρώτα τους νουνούς τους. Εγώ δεν ήμουν στα βαφτίσια τους. Ρεαλισμός. Ενα τρένο περνάει βέβαια από διάφορους στα­θμούς αλλά δεν παίρνει και τόνομα του κάθε σταθμού που περ­νάει. Ρεαλιστικά έτρωγε κι ο Σωκράτης που έτρωγε με τα δά­χτυλα, ρεαλιστικά τρώει κι ο Βέης που τρώει με το πηρούνι. Ε, τι θα πούμε τώρα; Οτι ο Σωκράτης ήταν «ρεαλιστής των δαχτύλων» κι ο Βέης «ρεαλιστής του πιρουνιού»;
Τώρα που - τώρα πούχασα κι εσένα γράψε αλλοί - γράψε αλλοίμονο σ' εμένα.
  Ναι, έλα όμως που το είπε ο Ζτάνωφ
  Κι εσύ; Μ’ ένα «ωφ» που βάζεις νομίζεις πως ξοφλάς. Αμα πάρεις έναν όρο έτοιμο δε θα τον αξιοποιήσεις ποτέ γιατί ποτέ δε θα τον καταλάβεις. Αντίς να μου τσαμπούνας ότι ο τάδε ρεαλισμός είναι αυτό κι αυτό, καλύτερα βρες μόνος σου αυτό που είναι κι ύστερα δος του όνομα. Τι θαρρείς... πως η κάθε εποχή έχει δική της ζυγαριά που ζυγίζει τα μυαλά των ανθρώπων;
Αν χτες έβλεπες έτσι και σήμερα βλέπεις αλλιώς αλλάζουν τα μάτια; Οχι. Αλλάζουν οι εικόνες.
Τώρα που - τώρα πούχασα κι εσένα γράψε αλλοί - γράψε αλλοίμονο σ' εμένα.
Πάλι μας διακόπτουν. Αυτό το τραγούδι ήταν το σκαπουλάρισμα. Η απόπειρα να αποφύγει τη συζήτηση. Δεν του άρεσαν οι σοβαρές συζητήσεις σ' εύθυμες ώρες.
Μα ο ενοχλητικός πάντα τον ρωτάει.
-   Και τι δεν είναι ρεαλισμός Δάσκαλε; Ε;
-   Η μανία να δίνεις ονόματα στους ρεαλισμούς.
Γράψε άλλοι γράψε αλλοίμονο σ' εμένα...
Ξάφνου γυρίζει σ' έναν από μας που όλην αυτήν την ώρα σώπαινε.
  Γιατί δεν τραγουδάς εσύ; του λέει. Ξέρω, σε βασανίζει το πρόβλημα. Ακου δω. Αντί να βασανίζεσαι να βρεις τι είναι ρεαλισμός διάβαζε καλύτερα ρεαλιστές. Ρεαλισμός αν θες να ξέ­ρεις είναι και να μη ρωτάς «τι είναι ρεαλισμός». Ό συγγραφέας δεν είναι φαρμακοτρίφτης που άμα χάσει τις συνταγές σταυρώνει τα χέρια. Ο Μαρξ μαζί με τα καλά έκανε και ένα κακό. Μας έδωσε τα τσιτάτα. Και τώρα αντί να μαθαίνουμε τι είναι Μαρξι­σμός αποστηθίζουμε τα τσιτάτα του. Ξέρεις ότι με τα μαρξιστικά τσιτάτα μπορείς να ανατρέψεις και το Μαρξ; Λοιπόν, καλύτερα να καταλαβαίνεις έστω και τ' ασήμαντα παρά ν' αποστηθίζεις αριστουργήματα.
Η αποστήθιση είναι η απαγγελία ξένων πραγμάτων. Μαθαίνουμε μόνο τις λέξεις. Η ουσία μας φεύγει. Ναι άλλα ο Ζντάνωφ θα μου πεις. Ε, δεν είναι θεωρητικός. Οι θεωρητικοί δε βγάζουν ημερήσιες διαταγές. Θέτουν προβλήματα για συζήτηση. Και άμα κάτι μπαίνει για συζήτηση θα πει ότι δεν είναι λυμένο. Αρα δεν υπάρχει ερμηνεία υποχρεωτική. Συμφωνάς;
-      Συμφωνώ Δάσκαλε, αλλά μίλα πιο σιγά γιατί θα σε πάρουν για αιρετικό.
Σηκώνει η καμπούρα του γέρου. Εννοια σου. Θα τους πω: «Δεν τ' ακούσατε καλά γιατί δεν είστε κουφοί». Ευχαριστήθηκες;
-     Ναι.
-     Τότεε
Γράψε αλλοί - γράφε αλλοίμονο σ' εμένα.
Μόλις όμως αφήναμε το τραγούδι άναβε ξανά η συζήτηση. Ο Δάσκαλος δεν ήθελε να επέμβει. Μόνο σαν απογινότανε το πράμα πετούσε πάλι καμιά φράση και ριχνότανε με περισσότερο πάθος στο τραγούδι. Το είχαμε ξεκοκκαλίσει το καημένο το δίστιχο από σαράντα φορές.
  Γιατί δεν παίρνεις μέρος στη συζήτηση Δάσκαλε; τον ρώτησαν.
  Συζήτηση είν' αυτή που κάνετε μωρέ; Αυτό είναι συμπλοκή. Επειτα γιατί ξεφωνίζετε; Σε μύλο βρισκόσαστε; Σας τόπα χίλιες φορές. Δε μ' αρέσει η φιλολογική συζήτηση. Μιλήστε πολιτική να πάρω μέρος.
  Θα πάρεις;
  Θα πάρω για να σας σταματήσω. Η ταβέρνα δεν είναι ούτε βουλή, ούτε καφενές, (άλλο σόι βουλή). Η ταβέρνα είναι... Αχ πούσαι μωρέ Βέη να τους πεις τι είναι η ταβέρνα.
  Τι έλεγε πώς είναι;
  Ελεγε πολλά πράματα. Αλλά εγώ θα σας το ένα. Στην ταβέρνα έλεγε μόνο τρία πράματα επιτρέπεται να κάνεις. ’Η να μιλάς (αλλά σιγά), ή να σωπαίνεις, ή να τραγουδάς. Ολα τ’ άλλα είναι προδοσία. Αλλά εσείς να μην κάνετε τίποτα απ’ αυτά. Για να σωπάσετε... είστε ανίκανοι. Να τραγουδήσετε είσαστε φάλτσοι. Να μιλήσετε σιγά; Είναι το μόνο μάθημα που δέ λάβατε και δε θα λάβετε ποτέ. Είσαστε Κίμβροι και Τεύτονες. Σωπάστε τώρα γιατί ήρθε η ώρα να τραγουδήσουμε. Αυτά τα ντερέκια ετοιμάζονται να πιάσουν πάλι σοβαρή συζήτηση. Οι συζη­τήσεις, γενικά, ποτέ δεν προκόβουν. Γι’ αυτό τις λένε «εποικοδομητικές» ή «καρποφόρες», για να κρύψουν τη γύμνια τους. Σας ρωτώ τι απόμεινε απ’ τούς Διαλόγους του Πλάτωνα;
  Οι διάλογοι!
  Βάλε να πιούμε. Είναι η μόνη σωστή κουβέντα που εί­πες απόψε.
Τώρα πού... τώρα πούχασα κι έσενα Γράφε αλλοί — γράψε αλλοίμονο σ’ εμένα.

Σάββατο 19 Ιανουαρίου 2013

Κονταρομάχος...(4)





Συνεχίζουμε με περιστατικά και σχόλια από την βιογραφία του Κώστα Βάρναλη «Κονταρομάχος», γραμμένη από το φίλο του Μενέλαο Λουντέμη.   

 


Ό,τι το εκλεκτόν δάσκαλε
O γεννημένος φτωχός συνήθιζε να κάνει το ένα δύο. Ακόμη και τον επιούσιον να τον κάνει δυο επιούσιους. Δεν ήταν απ’ αυτούς τους φτωχούς ο Βάρναλης. Δεν θέλω να πω πως ήταν παραλής ή πολυφαγάς. Καθόλου μάλιστα. Ήταν όμως διαλεχτοφαγάς. Αλλά και να τόθελε να μην είναι δεν τον άφηναν οι προμηθευτές του. Έμποροι, λαχανοπώλες, χασάπηδες, ψαράδες θα του φύλαγαν πάντα ό,τι το πιο διαλεχτό («ό,τι το εκλεκτόν δάσκαλε»). Κι άμα το μαγαζί «εστερείτο» ο καταστη­ματάρχης θα τούλεγε: «Δεν έχω σήμερα τίποτα για τον κύριο Κώστα...». Και το μαγαζί ήταν γιομάτο. «Κι αυτό το μπούτι; ρωτούσε ο κυρ Κώστας, για ποιον το φυλάς; Θέλω να το κάνω με σκόρδο, και μαυροπίπερο στο φούρνο».
— Είναι... για άλλους.
Ήθελε να πει για άλλους, για κάτι παρακατιανούς που τρώνε ό,τι και να τούς ταΐσεις, για το σωρό δηλαδή. Για τον κυρ Κώστα όμως δεν είχε. Αύριο. Τα ψώνια πάλι εννοούσε να τα κάνει ο ίδιος. Στη Δώρα άφηνε το μαγείρεμα.
Σιχαινόταν τους πολυφαγάδες, τους σκεμπέδες. Απ’ τ' άλ­λο μέρος όμως περιφρονούσε και τούς λιτοδίαιτους.
Λυπόταν έξαφνα απ’ τα βάθη της ψυχής του τον Καζαντζά­κη. Αυτός «τσιμπολογάει», έλεγε, δεν τρώει. Σωστό ήταν. Ένα σύκο, ένα καρύδι, λίγα χόρτα βραστά. Ο Καζαντζάκης έλεγε «ο άνθρωπος είναι πνέμα» και γι’ αυτό δεν ήθελε να τον εκχυδαΐσει. Λέμε για άγιους των γραμμάτων, για τον Παπαδιαμάντη, για τον Μωραϊτίνη. Μα μπροστά σ' αυτούς ο Καζαντζάκης ήταν στυλίτης. Και το περίεργο, στερούνταν εθελοντικά. Γιατί -ναι μεν- πλούσιος δεν υπήρξε αλλά ποτέ δεν στερήθηκε τα στοιχειώ­δη. Τις μαύρες πείνες του Κοτζιούλα ή του Παπανικολάου ποτέ, ούτε και στα πιο στενάχωρά του χρόνια, τα περιπλανητικά, δεν τα δοκίμασε. Ήταν λιτοδίαιτος από πεποίθηση. Γενικά λίγες απ’ τις γήινες χαρές γεύθηκε οδ Καζαντζάκης. Απ’ τις ζωώδεις καμία.


Φτουραίνει πο­τές άνθρωπος που δεν ξέρει να βρίσει;
Μερικοί απρόσεχτοι τον είπαν «ευδαιμονιστή», «φίλαμπο» (Κώστας κερνά – Κώστας πίνει). Θα τους φανεί πολύ απροσδόκητη η αποκάλυψη.
Μόνο στους βιαστικούς κι επιπόλαιους φαίνονταν έτσι. Αλ­λά -κι αυτοί- αναγνώριζαν τη «μαστοριά του» στο στίχο. Η­λιθιότητα. Σα νάταν τυχαία η μαστοριά, κάτι θεόπεμπτο και όχι προϊόν της τυράγνιας, της υπομονής και της αγρύπνιας. Αλλά ξέρω τι ήθελαν. Ήθελαν να βλέπουν τον Βάρναλη «ποιητή» και στην ταβέρνα, ποιητή και στο δρόμο, ποιητή και στις παρέες. Αλλά ο Βάρναλης όταν έβγαινε έξω άφηνε τον ποιητή στο σπί­τι. Και κυκλοφορούσε με τον Κώστα τον Κωσταντή (γεια σου Κωσταντή βαρβάτε!). Κυκλοφορούσε με τον απλό, λαϊκό πολίτη. Σαν τον έβλεπαν μερικοί που τον αγνοούσαν φυσιογνωμικά απόμεναν. «Αυτός είναι ο Βάρναλης; έλεγαν. Αδύνατο!».
Πώς έπρεπε να είναι; Νάχει δηλαδή τη «σφραγίδα» του θεού; Αυτό έπαθε κι ο Σικελιανός και σιγά, σιγά έχασε τόνομά του. Όλοι τον έλεγαν «Ποιητή». Ο Σικελιανός δεν ήξερε να δι­χαστεί. Κάποτε βρέθηκε στο σταυροδρόμι... Ανακάλυψε ότι δε μπορούσε να ζει και με τις δυο μαζί Ιδιότητες. Και πέταξε τη μια. Έμεινε ποιητής. Στο ίδιο σταυροδρόμι βρέθηκε κι π Βάρναλης. Κάποιον έπρεπε να μανταλώσει. Από κάποιον ν’ απαλλαγεί. Και δεν άργησε να διαλέξει. Κλείδωσε τον ποιητή και κράτησε τον πολίτη. Όπως βλέπετε ο Βάρναλης κι ο Σικελιανός ήταν δυο φύσεις ανόμοιες. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο ότι δεν τα κατάφεραν ποτέ να μονιάσουν. Κι όταν μπορούσε ν’ αποφύγει ο ένας τον άλ­λον τόκαναν με μεγάλη ευχαρίστηση. Τι ήταν αυτό στο Βάρνα­λη πού τον κρατούσε μακριά απ’ το Σικελιανό; Τι τον απόδιωχνε: «Δε θα μου πεις, Άγγελε;»
-      Αγαπημένε μου... να! Πώς να το πω; Να... Είναι αυτό, αυτό το «λαϊκουρίστικο»... Καταλαβαίνεις; Είδες; Δεν λέω «λαϊ­κό». Αυτό... Δηλαδή μια... συχώρα με που δε βρίσκω τη λέξη... Θέλω να πω μια «triviliate». Μα όχι. Πάλι δεν το βρήκα, θέλω να πω αυτή η επιδεικτική απλοϊκότητα, αν μπορώ να την πω έτσι. ‘Η όχι;... Ε, αυτό.
Όταν δεν μπορούσε να συνταιριάξει τη λέξη που ήθελε έ­λεγε ένα «αυτό» ή ένα «ναι» και συμφωνούσε. Έπειτα... Ο Σικελιανός δεν μπορούσε να υποφέρει τη φυσικότητα. Του άρεσε να βλέπει τον άλλον να τα χάνει λίγο μπροστά του. Στο βάθος όλης αυτής της «αποστροφής» ήταν ένα γεγονός πολύ απλό. Ο Βάρναλης δεχόταν την ποίηση του Σικελιανού, δεχόταν το Σι­κελιανό αλλά δεν τον θαύμαζε. Ο Σικελιανός όμως δεν μπορού­σε να ζήσει χωρίς θαυμασμό Ε, αυτό ήταν τό μυστικό.
  Είναι καμπανιστή... έλεγε, περίτεχνη (εννοούσε τη Σικελιανή ποίηση) παίρνει πόζα. Ας κάτσει ήσυχα. Δε θα γίνει και Αισχύλος.
  Και γιατί; είναι τάχα αδύνατο; Είναι αδύνατο να γεν­νηθεί και σήμερα ένας Αισχύλος;
  Α-πο-λύ-τως αδύνατο; Όσο αδύνατο ήταν και το να γεννηθεί στην εποχή του Αισχύλου ένας Σικελιανός. Αλλά, αυτά τα απλά πράγματα δεν μπορεί να τα καταλάβει ο κουμπάρος σου και γίνεται οχληρός. Ξέρεις ότι πιο νέος κυκλοφορούσε μέ χιτώνες, χλαμύδες, πέτασσο και πέδιλα; Είναι καμώματα σοβαρού σύγχρονου άνδρα αυτά;
Ο Σικελιανός με το Βάρναλη ήταν δυο αληθινές μεγαλει­ότητες του νεώτερου ελληνικού Παρνασσού αλλά βάδιζαν κι οι δυό παράλληλα. Δεν συναντήθηκαν ποτέ.
Ας ξαναγυρίσουμε στο Δάσκαλο. Το Σικελιανό φυσικά δεν τον είπε ποτέ κανείς «δάσκαλο» ούτε και «μπάρμπα - Αγγελο». Ενώ το «Δάσκαλος» και το «μπάρμπα - Κώστα» έπαιρνε κι έδινε στα χείλη του Λαού. Η απόσταση -αν υπήρχε κι όση υπήρχε- ανάμεσα στο Βάρναλη και στο λαό — ήταν οριζόντια. Διανύ­ονταν. Ανάμεσα στο Σικελιανό και το Λαό ή απόσταση ήταν κά­θετη.
Ε... Και όμως! Διανύθηκε! Αλλά πότε; Μόνο στα τελευ­ταία του χρόνια. Οταν πέσανε οι πείνες, τα σίδερα. Και ισοπε­δώθηκαν οι άνθρωποι... Τότε γνώρισε κι ο Σικελιανός το Λαό, τον ίδιο το Λαό. Γιατί ως τότε γνώριζε μόνο τη γλώσσα του - έξοχο μέσο επικοινωνίας αλλά όχι τόσο αποφασιστικό. Ο κανα­κάρης είχε μάθει τη γλώσσα -το ξαναπάμε- απ’ τις βάγιες του κι από κάτι «κυρούλες» ξωχάρισες που τον ντάντευαν, τον «λάτρευαν», του μαγείρευαν... και κατόπι σταυροκοπιούνταν.
Θάθελα να μη με δυσκολέψουν να ομολογήσω κάποτε ποιον αγάπησα πιο πολύ. Νομίζω πως θα πίκραινα τη μνήμη κεινού που έφυγε. Και ήταν ένας πολύ πρόωρος χαμός. Άξαφνος, σπα­ραχτικός.
Ο Σικελιανός δεν ξεψύχησε. Κεραυνοβολήθηκε. Είδε το θάνατό του, τρόμαξε, έκλεισε τα μάτια... Και δε θέλησε πια να τα ξανανοίξει.
-      Ήταν αριστοκράτης! φώναξε μια μέρα ο Βάρναλης.
-      Γιατί; ρώτησα.
-      Φαντάσου... Δεν είπε ποτέ τη λέξη «ρε». Φτουραίνει πο­τές άνθρωπος που δεν ξέρει να βρίσει; Πόσο είχε δίκιο! Τόσα χρόνια και μόνο τότε το ανακάλυψα. Ο Σικελιανός δεν έβρισε πο­τέ. Κοίτα ανακάλυψη! Και ποτέ δεν τούφυγε απ’ τα χείλη του κάτι το αγοραίο. Ίσως όχι γιατί το αποστρεφόταν μόνο. Αλλά ίσως και να το αγνοούσε. Βλέπετε... Πολλά μαθαίνει κανείς από γέρους πού δεν εννοούν να γεράσουν.
Γι’ αυτήν την άρνηση του Βάρναλη να γεράσει τον κακο­λόγησαν πολύ οι συνομήλικοι του. Μόνο ο Βέης - μεγαλόψυχος όπως πάντα τον έβλεπε συγκαταβατικά. «Τι φταίει ο Κώστας;» έλεγε. Φταίνε τα γηρατειά πού δεν τολμούνε να τον ζυγώσουν. Κείνος δεν ξέρει να γεράσει.