Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΝΩΣΤΟ ΥΛΙΚΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΝΩΣΤΟ ΥΛΙΚΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 10 Δεκεμβρίου 2013

Ο Βάρναλης στο Παρίσι



Αναδημοσιεύουμε σήμερα συνέντευξη του Νίκου Σαραντάκου στα «Ενθέματα» της εφημερίδας «Αυγή» (8/12/2013) με αφορμή την κυκλοφορία του βιβλίου του: «ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ Γράμματα από το Παρίσι». Τη Δευτέρα 16 Δεκεμβρίου, στις 20.15, θα γίνει η παρουσίασή του στο αμφιθέατρο του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών .





Το 1926 ο Κώστας Βάρναλης επισκέφθηκε τη Γαλλία, ως ανταποκριτής της Προόδου των Αθηνών. Στη στήλη «Γράμματα από το Παρίσι» ή «Παρισινά γράμματα» της εφημερίδας, το καλοκαίρι του ίδιου έτους, κατέγραψε τις εντυπώσεις του από την πόλη των Φώτων και άλλα μέρη της Γαλλίας. Ρέκτης και δεινός ερευνητής, ο Νίκος Σαραντάκος τα εντόπισε (όχι πλέον σε κάποιες σκωληκόβρωτες και σκονισμένες σελίδες παλιών εφημερίδων, αλλά ψηφιοποιημένα στο διαδίκτυο), τα συγκέντρωσε, τα επιμελήθηκε και τα σχολίασε σε ένα ωραίο τομίδιο που μόλις κυκλοφόρησε από έναν καινούργιο εκδοτικό οίκο, το «Αρχείο». Το βιβλίο, μαζί με άλλες πρόσφατες εκδόσεις του «Αρχείου», θα παρουσιαστεί την άλλη Δευτέρα 16 Δεκεμβρίου, στις 20.15, στο αμφιθέατρο του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών. Με την ευκαιρία αυτή μιλήσαμε με τον φίλο και συνεργάτη μας Νίκο Σαραντάκο για τον Βάρναλη και το βαρναλικό έργο, για το Παρίσι του Μεσοπολέμου και τους διανοούμενους, το Διαδίκτυο.
 ***
Τι είναι αυτό που σε οδήγησε να επιμεληθείς  το βιβλίο; Τι είναι αυτό δηλαδή που σε κινητοποίησε, αλλά και τι μας προσφέρει όσον αφορά τον Βάρναλη και  την εποχή του;
Εδώ και καιρό μελετάω τη λογοτεχνία αλλά και την ιστορία του Μεσοπολέμου, ανάμεσα στ’ άλλα και μέσα από πρωτογενείς πηγές, κι έτσι μου είναι αρκετά οικεία η εποχή. Μου αρέσει να φυλλομετράω παλιές εφημερίδες, όπου βρίσκω όχι λίγα διαμαντάκια· ας πούμε, παλιότερα είχα βρει και είχα εκδώσει τα αντιπολεμικά διηγήματα του Θεόδωρου Λασκαρίδη, αρχισυντάκτη του Ριζοσπάστη το 1920· έτσι βρήκα και τα συγκεκριμένα κείμενα του Βάρναλη, που ήξερα αόριστα την ύπαρξή τους. Διαβάζοντάς τα είδα ότι δεν έχουν γεράσει, ότι έχουν και σήμερα αρκετά να μας πουν, και όχι μόνο επειδή συμπληρώνουν την εικόνα ενός μέγιστου λογοτέχνη. Έπειτα, δεν σου κρύβω ότι από καιρό ήθελα να καταπιαστώ με ένα ανέκδοτο έργο του Βάρναλη, οπότε τα χρονογραφήματα αυτά μου φάνηκαν σαν ένα βατό πρώτο εγχείρημα, για να δοκιμάσω τις δυνάμεις μου πριν προχωρήσω σε κάτι εκτενέστερο και εκδοτικά πιο απαιτητικό, ας πούμε.

 

Τι σημαίνει το Παρίσι για έναν έλληνα αριστερό διανοούμενο το 1926, και ειδικότερα για τον Βάρναλη; Σε ποια φάση της ζωής και του έργου του βρίσκεται, πώς τον επηρεάζει;
Το Παρίσι σε όλη τη δεκαετία του 1920 ήταν η «πρωτεύουσα του κόσμου» για τους διανοούμενους και τους καλλιτέχνες, αφού εκεί έζησαν και δημιούργησαν τα μεγαλύτερα ονόματα της παγκόσμιας σκηνής, Χεμινγουέι, Έλιοτ, Μπουνιουέλ, Πικάσο, Μοντιλιάνι, Έρενμπουργκ, Φόκνερ, Γερτρούδη Στάιν, Τζόις, Ντος Πάσος, Χένρι Μίλερ και πάρα πολλοί άλλοι, ανάμεσά τους και πολλοί Έλληνες (που μερικούς τους αναφέρει στο βιβλίο ο Βάρναλης), όπως οι Τόμπρος, Τεριάντ (Ελευθεριάδης), Γουναρόπουλος, Πρωτοπάτσης κτλ. Ειδικά όμως για τον Βάρναλη, η διαμονή του στη γαλλική πρωτεύουσα άλλαξε ολότελα τη ζωή του, αφού στο Παρίσι προσέγγισε ο Βάρναλης τον μαρξισμό και από ιδεαλιστής εθνικιστής έγινε κομμουνιστής, και μάλιστα σε σχετικά ώριμη ηλικία, με κλεισμένα τα 35 του χρόνια. Το πόσο σημάδεψε το Παρίσι τη ζωή του δεν έπαυε να το τονίζει όλα τα κατοπινά χρόνια. «Εκεί λέω πως ωρίμασα ιδεολογικά και τεχνικά», είπε το 1946 και, πιο δραματικά, ένα-δυο χρόνια πριν από τον θάνατό του: «Δε γνώρισα ανθρωπιά και ελευθερία παρά στα λίγα χρόνια που έζησα στο Παρίσι». Οπότε, τα ταξιδιωτικά αυτά χρονογραφήματα, τα πρώτα που έγραψε για το Παρίσι, αποκτούν μια ιδιαίτερη βαρύτητα.
Να προσθέσω επίσης ότι το Παρίσι (αλλά και το σπίτι του φίλου του Γιάννη Κεφαλληνού στο χωριό Σεν-Μαρ-Λα-Πιλ, έξω από την Τουρ) στάθηκε φιλόξενο λιμάνι για τον Βάρναλη εκείνα τα χρόνια, κάθε φορά που τα πράγματα δυσκόλευαν· ειδικά το 1926 δεν ήταν πολύ εύκολη χρονιά γι’ αυτόν: στην αρχή του χρόνου είχε απολυθεί από τη μέση εκπαίδευση εξαιτίας της εμπλοκής του στο «σκάνδαλο» των Μαρασλειακών, την επίθεση δηλαδή που εξαπέλυσε η αντιδραστική παράταξη, συμπεριλαμβανομένης της συντηρητικής μερίδας των βενιζελικών, στην εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του Γληνού-Δελμούζου, ενώ στη χώρα είχε εγκαθιδρυθεί το δικτατορικό καθεστώς του Πάγκαλου — ιδιόρρυθμο ίσως, αλλά πάντως δικτατορικό.

Πέμπτη 6 Δεκεμβρίου 2012

Επίγραμμα από τη συλλογή «Οργή λαού»




Το επίγραμμα του Κώστα Βάρναλη που δημοσιεύουμε σήμερα συμπεριλαμβάνεται στη μεταθανάτια συλλογή «Οργή λαού» που επιμελήθηκε ο ο Γ.Π. Σαββίδης (1975). 



Καλά να μετανιώνω για τα λάθη μου
να ‘ναι γεμάτο φίδια το καλάθι μου,
ακόμα και για το ‘να το καλό μου
στην πέτρα να χτυπάω το καύκαλό μου;

Στην εφημερίδα η  «Νέα Ερυθραία» (εδώ) βρήκαμε χειρόγραφο του ποιήματος αφιερωμένο στον Στέλιο Τζεδάκη που φέρει ημερομηνία «23 του Ιουνίου 1968» (διατηρούμε κάποιες επιφυλάξεις για το αν σωστά τη διαβάζουμε).


Το δημοσίευμα συνοδεύεται από φωτογραφία παρέας το Πάσχα του 1960 όπου εικονίζεται ο ποιητής Κώστας Βάρναλης. 


Σάββατο 13 Οκτωβρίου 2012

Ο φιλολογικός «καβγάς» Βάρναλη - Ξενόπουλου (Γ' Μέρος)




Τη σκυτάλη παίρνει ο Βάρναλης για να απαντήσει ο ίδιος στον Γρ. Ξενόπουλο, με μια επιθετική επιφυλλίδα με τον τίτλο «Μια απάντηση». Στην επυφυλλίδα του Βάρναλη ανταπάντησε ο Ξενόπουλος από τις στήλες της εφημερίδας «Πρόοδος» με δύο συνεχόμενα δημοσιεύματα.
Στην πρώτη επιφυλλίδα ο Ξενόπουλος διευκρινίζει ότι οι παρατηρήσεις του δεν αφορούν το Βάρναλη: «Δεν είπα πως αι παρατηρήσεις μου μπορεί να χρησιμέψουν στον κ. Βάρναλη, αλλά γενικά στους νέους μας ποιητάς, που γι' αυτούς ίσα-ίσα έλεγα παραπάνου πως είναι σκλάβοι της Ρίμας (…). Ευτυχώς που ο κ. Βάρναλης είναι τόσο έξοχος ποιητής και μπροστά στην αξία της εμπνεύσεως και της φόρμας του, τα λάθη αυτά τόσο μηδαμινά ώστε και το δεύτερο νάκανε, -όπως έκαμε χθες το πρώτο- δεν θάχε καμμιά σημασία»
Θεωρεί ο Ξενόπουλος ότι οι τύποι «‘‘αντήχαν’‘, ‘‘εκοιμούσες’‘ και ‘‘πελάη’‘ δεν δικαιολογούνται ούτε με την αναλογία, ούτε με τη ζωντανότητά τους». Θα έπρεπε ο Βάρναλης να μεταχειριστεί τους «κλασσικούς  ‘‘αντηχούσαν’‘, ‘‘εκοίμιζες’‘, ‘‘πέλαγα’‘. (…) Ξέρω πολύ καλά πως ο ποιητής έχει κάθε δικαίωμα να πλάση έναν τύπο κατ' αναλογία ή να μεταχειρισθή ένα ζωντανό, οποιονδήποτε. Αλλά το πρώτο μπορεί να γίνεται μόνο, όταν στη γλώσσα δεν υπάρχει τύπος και χρειάζεται. Ο Εφταλιώτης άξαφνα, στην ‘‘Ιστορία της Ρωμηοσύνης’‘ έπλασε αναλογικά τον πληθυντικό οι ‘‘συγγραφέοι’‘ (και οι ‘‘δεκανέοι’‘, οι ‘‘ιερέοι’‘) κατά το οι ‘‘γονέοι’‘ και το ιδιωματικό ‘‘οι βασιλέοι’‘. Μάλιστα και κανονικός ο τύπος κι ωραίος ήταν ακόμη ανάγκη νάχουμε κ' έναν εύχρηστο πληθυντικό του ‘‘συγγραφέως’‘, ενώ δεν είχαμε παρά τον επίσης αναλογικό αλλ' άσχημο ‘‘οι συγγραφέηδες’‘ ή ‘‘οι συγγραφιάδες’‘. Όταν όμως υπάρχη το ‘‘αντηχούσαν’‘ και το ‘‘πέλαγα’‘, καμμιά ανάγκη να πλάση ο ποιητής καινούργια».
Και συνεχίζει την επόμενη ημέρα την επιφυλλίδα του ο Γρ. Ξενόπουλος λέγοντας ότι το ποίημα του Βάρναλη «Αλκιβιάδης» «είναι από τα καλύτερα που διάβασα αυτόν τον καιρό. Όχι βέβαια για τα ‘‘πελάη’‘ του και τα ‘‘εκοιμούσες’‘ παρά γιατί είδα σ' αυτό πραγματικά μια τελεία εικόνα, μια πιστότατη αναπαράσταση ‘‘και της ψυχής και της ζωής, και της μορφής, και του ήθους, και του χαρακτήρος του παράδοξου εκείνου Αθηναίου’‘». Του χτύπησαν όμως άσχημα μερικά πράγματα: «Άξαφνα το ‘‘φαρμακερό αστέρι’‘ που του κάκου ο κ. Β. το εξηγεί τώρα ολέθριο γιατί ολέθριο δε θα πη φαρμακερό, όχι. Δεν είν' επίθετο που μπορεί να κολλήσει στο αστέρι (…) Έτσι και το ‘‘πνέμα’‘ μου φάνηκε πως εκεί δεν είναι η κυριολεξία, γιατί ο ποιητής λέει πως ‘‘στο πνέμα του Αλκιβιάδη ελουζόντανε Εριννύες και Μούσες’‘. Μούσες μπορεί Εριννύες όμως όχι, δεν μπορεί κανείς να της φαντασθή στο ‘‘πνέμα’‘ εν´ος ανθρώπου. Αυτές της φαντάζεται στην καρδιά, στην ψυχή. Γι' αυτό εδώ η κυριολεξία θάναι το γενικώτερο ‘‘ψυχή’‘, που δυστυχώς όμως δεν ομοιοκαταληκτούσε με το ‘‘ψέμα’‘ (…) Όσο για την παρομοίωσι των εχθρικών καραβιών, που τα σέρνει οπίσω του δεμένα ο Αλκιβιάδης ‘’ωσάν εταίρες’’, μου φαίνεται ότι χρειάζεται περισσή δόσις μαντικής, για να καταλάβη κανείς, ότι ο ποιητής είχε στο νου του γυναίκες του Αλκιβιάδη. Η φράσι στο ποίημα είναι γενική, η παρομοίωση γίνεται άσχετη. Και γι' αυτό χτυπά αλλόκοτα σαν αταίριαστη»
Καταλαγεί ο Γρ. Ξενόπουλος λέγοντας ότι «είναι, το ξαναλέω, και τόσο ασήμαντα, μπροστά στις άλλες χάρες του ‘‘Αλκιβιάδη’‘, ώστε η αληθινή στενοκεφαλιά και η σοφιστεία θα ήταν να ισχυρισθή κανείς, πως δεν αξίζει τίποτα ένα τέτοιο καλλιτέχνημα, επειδή εδώ λέει ‘‘πελάη’‘ αντί ‘‘πέλαγα’‘, εκεί ‘‘πνέμα’‘ αντί ‘‘ψυχή’‘ και στο τέλος δεν έχει μια λεξούλα που θάδενε καλλίτερα της ‘‘εταίρες’‘ με τα ‘‘καράβια’‘».
Ο «καβγάς» έκλεισε με μια απάντηση του Γερ. Σπαταλά στο περιοδικό «Πυρσός». Ολόκληρο το κείμενο αυτό όπως και μια αναλυτική περιγραφή αυτής της φιλολογικής διένεξης υπάρχει στο βιβλίο «Ο άγνωστος Βάρναλης και 19 αδημοσίευτα ποιήματα».