Παρασκευή 22 Αυγούστου 2014

Πρόλογος του Βάρναλη στην «Τριλογία του πολέμου» του Δ. Γληνού

Αναδημοσιεύουμε από το «Ριζοσπάστη» τον πρόλογο του Κώστα Βάρναλη στην έκδοση του βιβλίου του Δημήτρη Γληνού «Η Τριλογία του πολέμου», στα 1956, από τις εκδόσεις «Φλόγα».


Πρόλογος
ΣΤΗΝ ΠΙΟ ΚΡΙΣΙΜΗΝ ώρα της σύγχρονης ιστορίας. την ώρα που ένας αμαρτωλός κόσμος γκρεμίζεται κ' ένας καινούργιος ανεβαίνει. την ώρα, που ο παλιός ο κόσμος τα παράτησε όλα κ' ένα μονάχα πράμα στοχάζεται και ετοιμάζει: τον πόλεμο, δεν μπορούσε να εκδοθεί βιβλίο πιο χρήσιμο και διαφωτιστικό για τους φίλους της ειρήνης και της προκοπής της ανθρωπότητας από την «Τριλογία του Πολέμου» του σοφού κι αξέχαστου Δασκάλου κι Αγωνιστή, του Δημήτρη Γληνού.
Μέσα στην πνευματική σύγχιση, που σκόπιμα τη δημιουργούνε με τα όργανά τους οι υπεύθυνοι. μέσα στο πλήθος των ανοήτων και πλανερών θεωριών, που ζητάνε να δικαιολογήσουνε τον πόλεμο σαν «αναγκαίον κακόν» ή «αναγκαίον αγαθόν», η λαγαρή, η επιστημονική και τίμια σκέψη του Δασκάλου φωτίζει το πρόβλημα απ' όλες τις πλευρές και δείχνει το σωστό δρόμο της σωτηρίας από την Καταστροφή.
ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ του τόγραψε ο Δάσκαλος εξορισμένος στη Σαντορίνη, στις παραμονές του Βου Παγκόσμιου πολέμου, στα 1938. Είναι τόσο ζωντανό κι αληθινό, που νομίζει κανείς πως ο «πόλεμος που έρχεται», δεν είναι ο χτεσινός που ήρθε, παρά ο αυριανός που ετοιμάζεται ναρθεί.
Η «Τριλογία του Πολέμου» είναι μοναδικό βιβλίο στην ιστορία της ελληνικής Σκέψης. Μοναδικό για την επιστημοσύνη του, την τετράγωνη λογική του, το ρεαλισμό του και τη διαλεχτική του: τη διαλεχτική του ιστορικού υλισμού, που έξω απ' αυτόν καμιά γνώση των κοινωνικών φαινομένων δεν είναι μπορετή.
Ξετινάζοντας με τη σειρά τους μια - μια όλες τις ερμηνείες του πολέμου (την υπέρλογη, την προσωποκρατική, την ηθική, την ιδεαλιστική, την εθνικιστική, την εκπολιτιστική, τη βιολογική, την οικονομική) και κατεβάζοντας το θέμα από τη σφαίρα των αυθαιρέτων κι απατηλών εννοιών στο έδαφος της επιστήμης, ξεχωρίζει τις πραγματικές αιτίες, που γεννούνε και διαιωνίζουνε το κακό κι αποδείχνει πως μήτε «μυστήριον» είναι μήτε κι αναπόφευκτο. Αλλά κανένας άλλος τρόπος δεν υπάρχει ν'αποτραπεί το κακό, κανένας άλλος από την αλλαγή των αντικειμενικών όρων της κοινωνικής συμβιώσεως: δηλαδή με την κατάργηση της ταξικής κοινωνίας, που δεν μπορεί μήτε να διατηρήσει μήτε να μεγαλώνει την κυριαρχία της απάνω στους λαούς παρά με τον ακατάπαυτον πόλεμο.
Η ΟΞΥΤΗΤΑ, το βάθος, η σιγουριά της σκέψης του Δασκάλου. η αξιωσύνη ν' απλουστεύει τα μπερδεμένα ζητήματα. η αναλυτική και συνθετική του μαεστρία και η επιγραμματικότητα του ύφους του κάνουνε το λόγο του και να πείθει και να γοητεύει. Ο Γληνός δεν είναι μονάχα μεγάλος Επιστήμονας, και μεγάλος Δάσκαλος, είτανε και μεγάλος τεχνίτης. Αλλά πέρα, απ' όλ' αυτά. είτανε και μεγάλος άνθρωπος της δράσης, δεν του έφτανε να ξέρει το σωστό, να το διδάσκει και να το διατυπώνει τέλεια παρά κι αγωνιζότανε να το πραγματοποιήσει. Στάθηκε σε μιαν ανοδική περίοδο της ιστορίας μας ο ρυθμιστής του πνευματικού ξαναγεννημού του έθνους. Στάθηκε ο φωτισμένος αρχηγός του εκπαιδευτικού δημοτικισμού. Χωρίς αυτόν δε θα γινότανε ποτές η γλώσσα του έθνους γλώσσα της εθνικής παιδείας. Αυτός πραγματοποίησε τ' όνειρο τόσων προοδευτικών Ελλήνων του αιώνα μας, που φαινότανε πως θα μείνει μόνον όνειρο - αν και η Αντίδραση έκανε και κάνει το παν για να χαλάσει κι αυτό το λίγο που απόμεινε από τη μεγάλη προσπάθεια.
ΑΛΛΑ, ΣΑ ρεαλιστής, δε γελιότανε πως θα μπορούσε μ' ένα νόμο ν' αλλάξει την πνευματική πορεία του έθνους. Επρεπε νάχει μαζί του και τα όργανα της Μεταρρύθμισης, τους δασκάλους που στην πλειονότητά τους είταν αντιδραστικοί ή απαισιόδοξοι. Για τούτο οργάνωσε συνέδρια των λειτουργών της λαϊκής παιδείας για να τους εξηγήσει τη σπουδαιότητα της μεταρρύθμισης κι ανάλαβε και τη διεύθυνση του Διδασκαλείου της Μέσης κι αργότερα της Παιδαγωγικής Ακαδημίας για να παρασκευάζει τα συνειδητά στελέχη της πνευματικής λύτρωσης του λαού από το βραχνά της αγλωσσίας.
ΕΔΩ ΠΡΕΠΕΙ να προσθέσουμε μιαν άλλη αρετή του Δασκάλου. Την αρετή του Αγορητή. Αν τα γραφτά του έχουνε το χάρισμα του ισορροπημένου λόγου των κλασσικών κειμένων («η αιτία να μην παράγει μήτε περισσότερο μήτε λιγότερο αποτέλεσμα απ' όσο περιέχει»), ο προφορικός του λόγος άστραφτε όλος από τη φλόγα και το πάθος της πίστης και της αλήθειας.
Αλλά για να συμπληρώσουμε το σκίτσο του Δασκάλου και Φίλου, ό,τι τα έκαμνε αναμφισβήτητον οδηγόν ψυχών και έργων είταν η δύναμη της προσωπικότητάς του. Η παρουσία του, σε κάθε περίσταση, αποτελούσε εγγύηση της νίκης του σωστού.
Οσοι τον ακούσανε σα Δάσκαλο είτε στα επίσημα ιδρύματα είτε στ' ανεπίσημα (της εξορίας!) άθελά τους, πήγαινε η σκέψη τους στα λίγα επιγραμματικά, που λέει ο Θουκιδίδης για τον Περικλή, που τον ορίζει άξιον «γνώναι τα βέλτιστα και ερμηνεύσαι αυτά», δηλαδή άξιον να καταλαβαίνει το σωστό και να το εξηγεί.
Κι' αυτό το χάρισμα τόχε με το παραπάνου ο Δάσκαλος. Και το χάρισμα τούτο τόχει επίσης με το παραπάνου και το μνημειακό τούτο βιβλίο του.
Αθήνα 5-3-56
Κ. ΒΑΡΝΑΛΗΣ

Πέμπτη 14 Αυγούστου 2014

«Πιστεύω πως ο βαρναλικός λόγος δεν θα μπορούσε να βρει καλύτερο εκφραστή από τον Χρίστο Καλαβρούζο. Ιδανικός και αξεπέραστος»


Αυτό το διάστημα παρουσιάζεται σε διάφορες πόλεις η παράσταση «Η Αληθινή απολογία του Σωκράτη» με τον Χρίστο Καλαβρούζο στο μονόλογο.
Με την  παράσταση αυτή, το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Ρούμελης επιθυμεί να αποτίσει έναν ελάχιστο φόρο τιμής στον μεγάλο Έλληνα ποιητή Κώστα Βάρναλη καθώς εφέτος συμπληρώνονται 130 χρόνια από τη γέννηση και 40 χρόνια από το θάνατό του.
Σκηνοθεσία: Χρίστος Σιοπαχάς
Σκηνικά-Κοστούμια: Βασίλης Φωτόπουλος
Μουσική: Μιχάλης Χριστοδουλίδης
Το κείμενο αποδίδει ο Χρίστος Καλαβρούζος

Οι επόμενες προγραμματισμένες παραστάσεις είναι:
20/8/2014, Καρπενήσι
24/8/2014, Λιβαδειά
29/8/2014, Συκιές
6/9/2014, Γαλάτσι
9/9/2014, Κορυδαλλός
13/9/2014, Νίκαια
Δεν είναι η πρώτη φορά που ανεβάζει την παράσταση. Από το 1987 και μετά ο Χρίστος Καλαβρούζος έχει υποδυθεί αρκετές φορές τον Βαρναλικό Σωκράτη και κέρδισε το σεβασμό θεατών και ειδικών.
Ενδεικτικά παρουσιάζουμε αποσπάσματα από κριτικές:   

«Ο Σωκράτης-Χρίστος Καλαβρούζος.  Έκανε τους θεατές της πλατείας να ξεσπάσουν σ’ ασταμάτητα χειροκροτήματα-απάντηση στην απόδοση του πρωταγωνιστή».
«ΤΑ ΝΕΑ» 21/10/1988

«Ένα ρεσιτάλ μοναδικής ερμηνείας έδωσε ο Χρίστος Καλαβρούζος.  Ο πρωταγωνιστής μ’ έναν τρόπο μοναδικής υποκριτικής, κατέκτησε με το λόγο του Βάρναλη έκρινε, ανέλυε σατίριζε, χλεύαζε και τα τωρινά πολιτικά δρώμενα με την απολογία του».
«ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ» 17/5/1993

«Στο Εθνικό μας Θέατρο, ο εκλεκτός καλλιτέχνης σκόρπισε ρίγη συγκίνησης με την άφθαστη απόδοσή του… Πιστεύω πως ο βαρναλικός λόγος δεν θα μπορούσε να βρει καλύτερο εκφραστή από τον Χρίστο Καλαβρούζο.  Ιδανικός και αξεπέραστος…».
«ΤΑ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΑ» πολιτιστικά 20/11/1993

«Το περασμένο Σάββατο στην ασφυκτική γεμάτη αίθουσα εκδηλώσεων η ερμηνεία του Χρίστου Καλαβρούζου καθήλωσε το πλήθος των νέων, άγγιξε τις ψυχές τους, ξεσηκώνει ενθουσιώδη χειροκροτήματα».
«ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ» 27/6/2011

«Έφθασε στο… πικρόγελο.  Ήταν καθηλωτικός, κατά κοινή παραδοχή, ενσαρκώνοντας το βαρναλικό Σωκράτη.  Ο γνωστός πρωταγωνιστής είχε γνήσιο σεβασμό στο κείμενο του Βάρναλη και τις λεπτές ισορροπίες της σαρκαστικής διαμαρτυρίας του.  Στην απτή αλλά απαράμιλλη βαθιά ερμηνεία του Καλαβρούζου.  Αξίζει να τη δείτε».
«ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ» 27/4/1996

Ο Χρίστος Καλαβρούζος λέει για το έργο και την παράσταση:
«Η αληθινή απολογία του Σωκράτη δια χειρός Κώστα Βάρναλη, σημάδεψε μια ολόκληρη εποχή. Η πρώτη παρουσίαση στο Εθνικό Θέατρο σε σκηνοθεσία Χρ. Σιοπαχά, σκηνικά-κοστούμια Β. Φωτόπουλου και μουσική Μ. Χριστοδουλίδη, μου προσέδωσε ένα δαιμόνιο μεράκι. Τώρα πλέον, ώριμος,  με τραγική πείρα ζωής και τεχνικής, στέκομαι με ευλάβεια, ευθύνη, αγωνία και αγάπη για να αποδώσω και να συμβάλω να αναγνωρισθεί η πολιτική, κοινωνική, ηθική πνευματική αισθητική που τόσο μας λείπει.  Σε μια εποχή κατάπτωσης και σήψης ο Βαρναλικός λόγος θα βοηθήσει την κοινωνία της αδράνειας και της διαιώνισης του «το του κρείττονος συμφέρον» και θα την σπρώξει προς τα εμπρός». 

Τρίτη 5 Αυγούστου 2014

ΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΔΗΜΟΤΙΚΙΣΜΟΣ

ΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΔΗΜΟΤΙΚΙΣΜΟΣ

Κώστας Βάρναλης Φιλολογικά Απομνημονεύματα, εκδόσεις «Κέδρος»

( Ανεξάρτητος 22/2/1935 και 23/2/1935)


Πώς και γιατί έγινα ποιητής; Τέτοιου είδους ερωτήματα προβάλλουνε πάντα εκ των υστέρων. Γιατί την ώρα που γίνεται κανείς, που η προσωπικότητα του μορφοποιείται (στην αρχή χωρίς να το καταλαβαίνει κι αργότερα με συνειδητή προσπάθεια), δεν αναρωτιέται το πώς και το γιατί. Έτσι είναι ή ζωντανή ζωή. Το πώς και το γιατί παρουσιάζονται όταν κανείς έχει πια αποτελειω­θεί, όταν έχει καταντήσει κείμενο και κάνει μοναχός του την κριτική του.
Ατομικότητα και περιβάλλον, ψυχικές δυνατότητες και κοινωνικές συνθήκες, καθορίζουνε δράση του ανθρώπου - η Μοίρα, όπως θα λέγανε οι παλαιότεροι.
Θυμούμαι τώρα πως σαν ήμουνα δεύτερη τάξη στο δημοτικό σκολειό, μας είχανε δώσει οι δάσκαλοι για αναγνωστικό ένα βιβλίο με ψιλά γράμματα, Ο μικρός Δημήτριος. Ήτανε ή ιστορία ενός μικρού παιδιού, που το κλέψανε οι γύφτισσες, γραίαι δυσειδείς, από τον πύργο των γονιών του, το κλείσανε σ' ένα υπόγειο σπή­λαιο κι από κει, σα μεγάλωσε λιγάκι, σώθηκε μοναχό του και βγήκε στον ήλιο. Χωρίς να πολυκαταλαβαίνω την καθαρεύουσα, έτσι μαντεύοντας άκρες - μέσες το νόημα των λέξεων, διάβασα μο­ναχός μου από τις πρώτες μέρες όλην αυτήν την περιπετειώδη ιστορία και έμεινα αποσβολωμένος από τη βαθιά εντύπωση, που έκανε στην παιδιάτική μου φαντασία.
Ο μικρός Δημήτριος ήμουνα... εγώ. Όπως εκείνος έμεινε θαμπωμένος από τον ήλιο, κι από το χλοϊσμένο λιβάδι, που για πρώτη φορά τα έβλεπε, έτσι κι εγώ μου φαινότανε, πως για πρώτη φορά έβλεπα τον ήλιο, τα λιβάδια, τα δέντρα και τα πουλιά. Έβγαινα έξω στα χωράφια, καθόμουνα μέσα στα στάχια κι έκλαιγα με δά­κρυα από τη χαρά μου.
Αυτή η νοσηρή ευαισθησία, αυτή η ξαναμμένη φαντασία, που ξυπνήσανε μέσα μου με τόσην ένταση, τώρα το σκέφτομαι πως ήτανε τα ευνοϊκά ψυχολογικά δεδομένα για ένα μελλοντικό ποιητή και μεγάλα μειονεχτήματα για έναν άνθρωπο πραχτικό.
Οι αδερφάδες μου, όπως ανέφερα στα πρώτα μου άρθρα, ήτανε μια τάξη παραπάνου από μένα στο σκολειό. Αυτές είχανε για αναγνωστικό την Οδύσσεια. Τη διάβασα κι αυτήν με πολλή συγκί­νηση και χτυποκάρδι κι ολάκερος αυτός ό μύθος με τους υπεράνθρω­πους ηρωισμούς του και τα θαύματα των θεών, μου φαινόντανε για αληθινά και τα ζούσα τόσο πολύ που μ' έπιανε απελπισία γιατί ήρθε ο Χριστός να σκοτώσει όλους εκείνους τους καλούς Θεούς, που κάνανε καθημερινώς συντροφιά με τους ανθρώπους και πολεμούσανε μαζί τους πλάι-πλάι.
Μεγάλο διανοητικό και ψυχικό στραπάτσο κάνουνε τέτοια βιβλία στα δυστυχισμένα παιδιά. Να γιατί οι Ρώσοι έχουν αποκλείσει από την εκπαίδευση των μικρών μπολσεβίκων το μύθο. Τη στιγμή ίσα- ίσα, που είναι ανάγκη ο άνθρωπος να έρθει σε άμεση επαφή με την πραγματικότητα και να συνηθίσει να πατεί σε στερεό έδαφος για να μη χαθεί αργότερα, δίνουμε στα παιδιά για πνευματική τροφή το θαύμα, για να μη μπορούνε μεθαύριο να ξεχωρίζουνε την αλήθεια από το ψέμα και να έχουνε πάντα ανάγκη από το... θαύμα. Αυτό φαίνεται πως είναι σκόπιμο για τα δικά μας καθεστώτα.
Όταν ήμουνα στην τρίτη τάξη του δημοτικού, είχα και τον πρώτο μου... έρωτα. Αγάπησα την... Ειρήνη, ένα μικρό κοριτσάκι του σχολειού με μπούκλες. Το αρρεναγωγείο και το παρθενα­γωγείο, όπως τα λέγανε, ήτανε εγκατεστημένα στο ίδιο μεγάλο κτίριο. Οι αυλές τους χωριζόντανε από μια σανιδένια φράχτη. Ανάμεσα από τις χαραμάδες έβλεπα σε κάθε διάλειμμα το... ίδαλμά μου να παίζει με τ' άλλα κοριτσόπουλα το γκέον - γκέον - γκέον!. Κι η ψυχή μου προσηύχετο γονυκλινής γεμάτη από οράματα ηρωισμών που θα έκανα εγώ για χατίρι της, όταν θα μεγάλωνα! Τότες έγραψα και το πρώτο μου ποίημα εις εκείνην.
Αλλ' αν το πρώτο μου ποίημα, που το είχα ταιριάξει σ' ένα γνωστό δημοτικό ήχο για να... τραγουδιέται, ήτανε ερωτικό, τα κατοπινά μου ήτανε σατιρικά. Σατίριζα τους δα σκάλους μου για ό,τι κουσούρι έβλεπα στον καθένα, φυσικό εννοείται· τον ένα για τη μεγάλη του μύτη, τον άλλονε γιατί ήτανε πάντα μεθυσμένος κ.τ.λ. κ.τ.λ.
Στο αναμεταξύ όπου έβρισκα τυπωμένο ποίημα καθόμουνα και το διάβαζα. Και μου φαίνεται πως το ένιωθα. Κάποιος φίλος του αδερφού μου, που παρατήρησε αυτή μου τη μανία, μου αγόρασε μιαν ανθολογία ποιημάτων. Θυμούμαι την τιμή της, σαράντα λεπτά. Γιατί πριν να μου την αγοράσει, την έβλεπα απλωμένη μαζί με άλλα λαϊκά βιβλία (το Μπερτόλδο, τον Ερωτόκριτο, την ιστο­ρία του Μεγάλου Αλεξάνδρου κ.τ.λ.) απάνω στο πεζοδρόμιο. Εκεί είχε στήσει το υπαίθριο κατάστημα του ένας πλανόδιος βιβλιοπώ­λης. Και είχα ρωτήσει πόσο κάνει.
Κάθε μέρα το κουβαλούσα αυτό το βιβλίο στο σκολειό μέσα στην τσάντα μου και το διάβαζα όσο που το είδε καπότες ο δάσκαλος και μου το πήρε ως... απηγορευμένον βιβλίον διά μαθητάς. Μου πήρε την ψυχή μου. Τόσο πόνο μου έκανε αυτή του η... κλοπή.
Όταν πήγα στο γυμνάσιο εξακολουθούσα να γράφω ποιήματα. Τα περνούσα καλλιγραφημένα σ' ένα τετράδιο και τα φύλαγα. Κάθε χρόνο έσκιζα το περσινό τετράδιο κι άρχιζα καινούριο, όσο να έρθει το πλήρωμα του χρόνου να το σκίσω κι αυτό. Αυτήν τη συνή­θεια την έχω και τώρα.. Προτιμώ να σκίζω παρά να γράφω. Κι όταν έχω τυπώσει τίποτα δεν το διαβάζω ποτές από... φόβο. Ξέρω πως δε θα μου αρέσει και πως είναι αργά πια για να το σκίσω. Εν τω Αδη ουκ έστι μετάνοια. Γι' αυτό και δεν ξέρω κανένα ποίημα μου απόξω.
Αυτά τα τετράδια τα έκρυβα. Τα έδινα να μου τα φυλάγουν άλ­λοι φρόνιμοι συμμαθητές μου. Γιατί τα περισσότερα ποιήματα ήταν ερωτικά. Έγραφα βέβαια και για την άνοιξη, για τη... ση­μαία μας κ.τ.λ. Μα ένα ερωτικό ποίημα, αν έπεφτε στα χέρια των καθηγητών μου, έφτανε να με χαντακώσει. Γιατί σε κείνη την εφηβική ηλικία οι περισσότεροι μαθητές ήταν ερωτευμένοι με μαθή­τριες του ελληνικού ή βουλγαρικού γυμνασίου κι είχανε τη σχετική τους αλληλογραφία και τα σχετικά ραντεβού. Κι ο έρωτας λογα­ριαζότανε για βαρύ αμάρτημα από τη σχολική... Εξουσία! Κι εγώ δεν ήμουνα ο λιγότερο αμαρτωλός.
Μοναχά σαν τέλειωσα το γυμνάσιο δημοσίεψα δυο-τρία ποιήματα στις Ειδήσεις του Αίμου της Φιλιππούπολης.
Ωστόσο τρεις από τους καθηγητές μου ήτανε ποιητές. Ο καθηγητής μου των ελληνικών Μυρτίλος Αποστολίδης[1]- ο καθηγητής μου των μαθηματικών Κυριάκος Στεφανίδης κι ο καθηγητής της μουσικής Κωνσταντίνος Μπέλλας. Ο πρώτος δημοσίευε συχνά στις Ειδήσεις του Αίμου μεγάλες σειρές από σονέτα - κι ο τρίτος είχε εκδώσει μια συλλογή ποιήματα με τον τίτλο Η καρδιά μου. Όσο για το δεύτερο, αυτός ήξερε απόξω ολόκληρα ειδύλλια του Θεοκρίτου και κομμάτια από τις ραψωδίες του Όμηρου και σύνθετε το κείμενο όλων των τραγουδιών, που μάθαινε η χορωδία του γυμνα­σίου των αγοριών και των κοριτσιών. Πώς ήθελα να τους... μοιάσω.
Οι περισσότεροι από τους καθηγητές μου ήτανε καθαρευουσιάνοι των άκρων, οπαδοί του Κόντου. Από αυτούς έμαθα να γράφω την πιο αυστηρή καθαρεύουσα με μέσους αόριστους και με απαρέμφατα. Ήτανε όμως και μερικοί διγλωσσίτες, όπως οι τρεις ποιητές που ανάφερα παραπάνω. Ένα καιρό στάθηκα κι εγώ στο αξίωμα η καθαρεύουσα είναι η γλώσσα της επιστήμης και η δημοτική η γλώσσα της ποιήσεως. Κάτι είναι κι αυτό. Δεν πρόφτασα όμως καλά-καλά να τελειώσω το γυμνάσιο κι ήμουνα πια δημοτικιστής σε όλα — μα όχι και μαλλιαρός. Γιατί τότες ενόμιζα πως ο μαλλιαρισμός είναι... γλωσσική αυθαιρεσία. Ενώ είναι ο νόμος κι ο κανό­νας και η τάξη στη γλώσσα. Κι η παλικαριά.
Στο οικοτροφείο του γυμνασίου είχαμε καταρτίσει οι μαθητές με εράνους μια μικρή βιβλιοθήκη από φιλολογικά βιβλία. Ο Στεφανίδης μας εχάρισε μερικά από τα δικά του (Καρκαβίτσα, Εφταλιώτη*) και γραφτήκαμε συνδρομητές στο περιοδικό Εθνική Αγωγή, που έβγαζε ο Δροσίνης*. Από αυτά τα βιβλία είχα πει­στεί, πώς η δημοτική είναι όμορφη κι εκφραστική και στον πεζό λόγο όπως και στους στίχους.
Στα 1902 επρόκειτο να γιορταστεί η εκατονταετηρίς του Σολωμού. Θυμάμαι, πως ο γυμνασιάρχης ήρθε μια μέρα στην αίθουσα της παραδόσεως και μας διάβασε ένα έγγραφο κάποιας επιτροπής εράνων. Και μας είπε όποιος θέλει να συνδράμη δύναται να καταθέση τον όβολόν του εις το γραφείον.
Αυτό ήτανε όλο. Κανένας καθηγητής μας δεν μας έκανε λόγο για το μεγάλο ποιητή. Κανένας δε μας εξήγησε το έργο του ούτε μας έδωσε καμιάν ιστορική και βιογραφική πληροφορία γι' αυτόν. Τέτοια ήτανε ή εθνική μας εκπαίδευση. Ο πιο σημαντικός άνθρω­πος στην πνευματική ζωή της νέας Ελλάδας έπρεπε ν' αγνοείται από τους αληθινούς Έλληνες γιατί ήτανε... χυδαϊστής. Ο Σολω­μός ήτανε εχθρός των λογιότατων. Οι λογιότατοι τον εκδικιόντανε τώρα.
Το σημειώνω αυτό για να φανεί καθαρά, πως για να μάθει ένας Ρωμιός τη γλώσσα του και να γνωρίσει τους πνευματικούς θησαυ­ρούς της φυλής του, πρέπει να κάνει μοναχός του αυτή τη δουλειά αρχίζοντας από το άλφα. Η εκπαίδευσή μας από τότε έως σήμερα έχει για μοναδικό της σκοπό να μας κάνει να ξεχάσουμε τον πραγ­ματικό εαυτό μας και να μας κάνει άγλωσσους, ανεδαφικούς και... φρονηματίας - ήγουν δούλους.
Τέτοια εκπαίδευση, τέτοια ανερμάτιστη δημόσια γνώμη!




[1] 1870-1942. Όταν μετά τους διωγμούς των Ελλήνων από τη Φιλιππούπολη επέστρεψε στην Ελλάδα το ελληνικό κράτος τον διόρισε φύλακα στο Εθνικό Μουσείο.

Παρασκευή 25 Ιουλίου 2014

Η φωνή των κειμένων

Αναδημοσιεύουμε από το «Ριζοσπάστη» (Κυριακή 14 Φλεβάρη 1999) κείμενο της καθηγήτριας πανεπιστημίου Ιωαννίνων, Γεωργίας Λαδογιάννη:

Η φωνή των κειμένων
Ο Βάρναλης διαβάζει Ομηρο

Oταν μπορέσουμε να γράψουμε μια τίμια ιστορία της λογοτεχνίας, τότε ξεχωριστή θέση πρέπει να δώσουμε στους δασκάλους μας, τους νέους Δασκάλους του Γένους, του 20ού αιώνα. Ο Κώστας Βάρναλης, λογοτέχνης, κριτικός και από τους πιο γερούς μας φιλολόγους, θα είναι ανάμεσα στους πρώτους.
Στη δεκαετία του 1920, όταν οι λογοτέχνες μας και οι διανοούμενοι εκείνης της εποχής έκαναν την πρώτη γνωριμία με τις αρχές του ιστορικού υλισμού και τολμούσαν με τη νέα ματιά να δούνε τα πράγματα και να μας δώσουν τα καλλιτεχνικά και τα θεωρητικά τους έργα, ο Βάρναλης ήταν από τους πρωτοπόρους. Είχε συμβάλει σ' αυτό το ξεκίνημα με δύο βιβλία. Με το μεγάλο συνθετικό ποίημα "Το φως που καίει" (1922) και με την κριτική του μελέτη "Ο Σολωμός χωρίς μεταφυσική" (1925), που έμεινε σταθμός στην ιστορία των σολωμικών σπουδών.
Σήμερα, ξεφυλλίζουμε εκείνη τη μελέτη. Στεκόμαστε σε ένα σημείο της, που δεν το προσέξαμε αρκετά ως τώρα. Είναι η ενότητα, που έχει τίτλο "Φιλολογία και πραγματικότητα". Στην ενότητα αυτή, ο Βάρναλης θέλει να μας δώσει πληροφορίες για το πώς ήταν η κοινωνία, μέσα στην οποία έζησε ο Διονύσιος Σολωμός, ώστε να κατανοήσουμε ποια είναι η βάση του έργου του, των ιδεών του και της αισθητικής του ομορφιάς. Ομως, αντί να κάνει ιστορία, μεταπλάθει και μετασχηματίζει το υλικό της ιστορίας σε λογοτεχνικό κείμενο. Και, τελικά, αυτό που μας δίνει είναι ένα πεζογράφημα, ενθυλακωμένο στο εσωτερικό της κριτικής του μελέτης για τον Σολωμό, σαν μια πεζογραφική παρένθεση.
Ο Βάρναλης ανασυγκροτεί, στο μέρος αυτό, την πιο σπαρταριστή - σε ζωντάνια και αισθητική ευφορία - εικόνα για τα Επτάνησα, κατά τις προηγούμενες περιόδους της ιστορίας τους. Βασισμένος σε φιλολογικές και ιστορικές πηγές και με μέθοδο την κοινωνιολογική ερμηνεία, όπως τη γνώριζε από τα πρώτα του σοσιαλιστικά διαβάσματα, μας δίνει ένα εκπληκτικής αισθητικής απόλαυσης πρότυπο λογοτεχνικής μετάπλασης της ιστορίας. Αργότερα, τον ίδιο τρόπο γραφής θα τον αξιοποιήσει και σε άλλα του έργα. Η αληθινή "Απολογία του Σωκράτη" βγαίνει από αυτήν την παράδοση, της συνομιλίας με άλλα έργα. Μια γεύση της ευφυούς γραφής του Βάρναλη και της διδακτικής του δεξιοτεχνίας ως κλασικού φιλολόγου, παίρνουμε από την περιγραφή του παλατιού του Οδυσσέα στην Ιθάκη. Ο Βάρναλης θυμάται τον Ομηρο, ιδιαίτερα τις περιγραφές της Ιθάκης και του παλατιού του βασιλιά Αλκίνοου της Κέρκυρας, καθώς ταξιδεύει φανταστικά στο παρελθόν των Επτανήσων, για να μας περιγράψει την κοινωνική τους κατάσταση στο τέλος του 18ου και τις αρχές του 19ου αιώνα. Περιγράφει τα λαμπρά και πλούσια παλάτια, γεμάτα γεννήματα και τραγούδια. Αλλά, την ίδια στιγμή, διακρίνει τη "μουγκή αγκούσα", το λαό του Πόνου και της Αδικιάς, αυτόν που δημιουργεί τα πλούτη των βασιλιάδων. Ο Βάρναληςβλέπει το λαό πίσω από την ιστορία των βασιλιάδων και τον βγάζει από την ανωνυμία του, από το "σκοτάδι της Σιωπής", που τον είχανε βάλει οι τραγουδιστάδες των βασιλιάδων, οι Δημόδοκοι και οι Φήμιοι.
Ας δούμε αυτήν την περιγραφή της ομηρικής Ιθάκης από τον Βάρναλη.
"Το μαγικό νησί του Ομήρου. Η ηρωική βασιλεία με τα κοπάδια τα γιδοπρόβατα, τα βόδια και τα γουρούνια με το ισόγειο τριαδικό παλάτι, που άστραφτε από τον ακράτο, δίχως άμμο, ασβέστη με τη στέρνα στη μέση της μεγάλης αίθουσας, όπου τρέχανε από την ανοιγμένη σκεπή τα νερά της βροχής, - ολόγυρα στη στέρνα γλάστρες με λουλούδια και ίσα αντίκρα στο έμπα με τουςκαταπόρφυρους μπερντέδες ο γονικός πέτρινος θρόνος, μαύρος και γυαλιστερός απ' τα χρόνια. Τα ρόδια, τα πορτοκάλια, τα σταφύλια και τα σύκα, που ολοχρονίς λυγίζανε τα κλαριά τους, πάντα ώριμοι καρποί πλάι σε άγουρους και πάντα νέοι ανθοί, για να δέσουνε αργότερα οι ατέλειωτες αποθήκες με ταμεγάλα πιθάρια, ψηλότερα απ' το μπόι ενός άντρα, ξέχειλα πάντα από κρασί καιλάδι και φασόλια και σιτάρι, - δοσίματα του υπάκουου λαού, ο κουμπελίδικοςτάφος με τη χαλκωματένια πόρτα και με τους φυλακάτορες τα λιοντάρια απάνου, γιομάτος αμέτρητο χρυσάφι, ο μακαρισμένος αυτός κόσμος αυλικώντραγουδιστάδων με την πλερωμένη λύρα ίσως να μην υπήρξε ποτές έτσι αληθινός. Ομως πίσου από το χρυσό μαγνάδι των Ηχων και των Στίχων, που χώριζε τον κόσμο της Ομορφιάς, τον κόσμο του Πόνου από τον κόσμο της Χαράς, τον κόσμο της Αδικιάς από τον κόσμο της Δύναμης, ακούγεται ν' ανεβαίνει μια μουγκή αγκούσα ανθρώπων σκοτεινών, που τους πνίξατε στο παντοτεινό σκοτάδι της Σιωπής, Δημόδοκοι και Φήμιοι".
Γεωργία ΛΑΔΟΓΙΑΝΝΗ
Επ. Καθηγήτρια
Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων
Ο Βάρναλης θυμάται τον Ομηρο, ιδιαίτερα τις περιγραφές της Ιθάκης και του παλατιού του βασιλιά Αλκίνοου της Κέρκυρας, καθώς ταξιδεύει φανταστικά στο παρελθόν των Επτανήσων, για να μας περιγράψει την κοινωνική τους κατάσταση στο τέλος του 18ου και τις αρχές του 19ου αιώνα. Περιγράφει τα λαμπρά και πλούσια παλάτια, γεμάτα γεννήματα και τραγούδια. Αλλά, την ίδια στιγμή, διακρίνει τη "μουγκή αγκούσα", το λαό του Πόνου και της Αδικιάς, αυτόν που δημιουργεί τα πλούτη των βασιλιάδων.



Σάββατο 19 Ιουλίου 2014

Οι επαναστατικές ιδέες στο «Φως που καίει» του Κώστα Βάρναλη

Αναδημοσιεύουμε από την ένθετη έκδοση του «Ριζοσπάστη» «Ριζόχαρτο» (Κυριακή 25 Νοέμβρη 2007) κείμενο της καθηγήτριας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, Γεωργίας Λαδογιάννη:


Οι επαναστατικές ιδέες στο «Φως που καίει» του Κώστα Βάρναλη


Το 1922, έτος της πρώτης έκδοσης του συνθετικού ποιήματος το «Φως που καίει», είναι η μεγάλη τομή στο έργο του Βάρναλη. Ο ποιητής αφήνει οριστικά πίσω τα μεγαλοϊδεατικά οράματα και γίνεται συνοδοιπόρος στην πορεία προς το μέλλον που οραματιζόταν η εργατική τάξη στη Δυτική Ευρώπη και πραγματοποιούσε στη Σοβιετική Ενωση.
Η αφετηρία της αλλαγής του Βάρναλη βρίσκεται στο μεσοπολεμικό Παρίσι, την επομένη του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου. Εκεί, σε περιβάλλον με παράδοση στο εργατικό κίνημα και ανεπτυγμένη κίνηση ιδεών, στα πλαίσια έντονων ιδεολογικών ζυμώσεων που συντελούνται κάτω από τη διπλή επίδραση του πολέμου και της σοσιαλιστικής νίκης στη Σοβιετική Ενωση, ο Βάρναλης προσεγγίζει τη θεωρία του μαρξισμού. Ετσι, ο Βάρναλης θα πρέπει να θεωρηθεί ως πρωτοπόρος της ελληνικής επαναστατικής διανόησης με το δεδομένο ότι την εποχή αυτή το εργατικό κίνημα της χώρας μας μόλις αποκτούσε την οργανωτική και πολιτική του υπόσταση και αναζητούσε τη θεωρητική θεμελίωση της ταξικής του συνείδησης. Αν το ΣΕΚΕ (1918) αποτελούσε την οργανωμένη παρουσία του εργατικού κινήματος στην ελληνική ιστορία, η θεωρητική θεμελίωση των διεκδικητικών του αγώνων βρισκόταν ακόμα στην προϊστορία. Γι' αυτό και ο αγώνας για το θεωρητικό του εξοπλισμό αποτέλεσε επίμονη φροντίδα και διεξαγόταν παράλληλα και ανοδικά με την ταξική πάλη. Οι αναλύσεις και οι μεταφράσεις μαρξιστικών έργων στο «Ριζοσπάστη», μετά τη σύνδεση με τη Γ΄ Διεθνή (ΣΕΚΕ-Κ, 1920), και στην «Κομμουνιστική Επιθεώρηση» ανταποκρίνονται σε αυτή την ανάγκη.
Ετσι, το «Φως που καίει», στα 1922, δεν αισθητοποιεί μόνο την κοινωνική συνείδηση του οργανωμένου κινήματος αλλά λειτουργεί ως διαμορφωτής και καθοδηγητής αυτής της συνείδησης, την οποία προσανατολίζει στην ταξική της αυτογνωσία. Αυτός ο χαρακτήρας εξηγεί ως ένα σημείο και την τεχνική ανωριμότητα του έργου, την οποία φροντίζει να βελτιώσει, δουλεύοντάς το ξανά και «ξαναπλάθοντάς» το σε δεύτερη (1933) και τρίτη μορφή (1945).
Χαρακτηρίζοντας τον Βάρναλη πρωτοπόρο της ελληνικής επαναστατικής διανόησης, δεν εννοώ πως το εργατικό κίνημα δεν είχε συγκινήσει προηγούμενα άλλους διανοητές και έργα. Η διαφορά του «Φωτός» με προηγούμενα έργα κοινωνικού προβληματισμού (Ταγκόπουλου, Γκόλφη, Πικρού, Παρορίτη) προέρχεται από τη συγκριτικά βαθύτερη εξοικείωση του Βάρναλη με τη μαρξιστική θεωρία, ώστε για πρώτη φορά να έχουμε εν πολλοίς ορατή την παρουσία αρχών του ιστορικού υλισμού σε έργο της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Αυτό γίνεται πιο καθαρό στη μορφή του 1933, όπου το «Φως», αισθητικά αρτιότερο και ιδεολογικά ωριμότερο, απηχεί το επίπεδο της επαναστατικής συνείδησης της εποχής, μας δίνει την προοπτική που υιοθετούσε εκείνη την εποχή ο αγώνας του κινήματος και επιβεβαιώνει τη στενή σύνδεση του Βάρναλη με αυτό. Χαρακτηριστική είναι και η απήχηση που είχε στα 1933 στην κομμουνιστική διανόηση και στα έντυπά της.
Το «Φως που καίει» μεταφέρει σε αισθητικές μορφές, σημαντικές και εν μέρει πρωτοποριακές για τον καλλιτεχνικό κανόνα της εποχής, την ιδεολογική αντίκρουση στο αστικό εποικοδόμημα και την αποκάλυψη της σχέσης βάσης-εποικοδομήματος ως απάντηση στην προβαλλόμενη «ουδετερότητα» των αστών διανοουμένων και καλλιτεχνών της εποχής.
Η καλλιτεχνική πραγμάτευση αξιοποιεί μυθικά και ιστορικά πρόσωπα με ισχυρά φορτία σημασίας στο πολιτικό και το κοινωνικό πεδίο, όπως είναι ο Προμηθέας, ο Ιησούς και ο Μώμος. Κι ενώ, στην αρχή, τα πρόσωπα αυτά εμφανίζονται να αντιστοιχούν με τις διαλεκτικές σχέσεις, Προμηθέας-«θέση», Ιησούς-«αντίθεση», Μώμος-«σύνθεση», στην πορεία ολοκλήρωσης του έργου προκύπτουν νέες σχέσεις και πρόσωπα, όπως: Προμηθέας και Ιησούς αποτελούν τη «θέση», ο Μώμος την «αντίθεση» και τα πρόσωπα Οδηγητής και Λαός τη «σύνθεση», όπου η πάλη των αντιθέσεων οδηγεί εξελικτικά και νομοτελειακά στην προλεταριακή επανάσταση.
Θεματικοί άξονες είναι οι κύριοι τομείς του αστικού εποικοδομήματος: Θρησκεία-Φιλοσοφία, Τέχνη, Πατρίδα. Εδώ η ιδεολογική οπτική του Βάρναλη ευθυγραμμίζεται με τη μαρξιστική προσέγγιση που ασκούσε κριτική στα διάφορα ρεύματα του ιδεαλισμού που κυριαρχούσαν στο Μεσοπόλεμο, υποστηρίζοντας ότι σε τελική ανάλυση όλα καταλήγουν σε ένα φιντεϊσμό (θεολογισμό) και ότι η ιδεαλιστική φιλοσοφία και η θεολογία συμμαχούν εναντίον της επιστημονικής γνώσης.
Τα συμβολικά πρόσωπα του Προμηθέα και του Ιησού γίνονται τα μέσα για να δείξει ο ποιητής τη σχέση ανάμεσα στην εξουσία (πολιτική και κοινωνική) και στη φιλοσοφία που καλλιεργεί την ψευδή συνείδηση και στηρίζει την εξουσία. Ετσι, η Σταύρωση, ως κοινή τύχη και του Προμηθέα και του Ιησού, και ενώ υπαγορευόταν από το ζωτικό συμφέρον της εξουσίας (του Δία ή των Φαρισαίων) στο λαό περνάει αντίστροφα και εμφανίζεται ως δικό του αίτημα και συμφέρον. Να, μια στιγμή από το λόγο του Μώμου προς τον Προμηθέα: «Αν νικούσες τον Δία, τότε όλοι θα 'τανε μαζί σου. Και θεοί κι ανθρώποι. Δεν το ξέρεις; Πάντα οι νικημένοι έχουνε τ' άδικο. Και τ' άβουλο πλήθος πάει ταχτικά με τους νικητές». Και για τον Ιησού θα πει: «...μεγαλοπαπάδες και Φαρισαίοι κάνανε συμβούλιο και τον κατηγορήσανε από τη μια μεριά στη ρωμαϊκή εξουσία για οχτρό του Νόμου κι από την άλλη στον ιουδαϊκό λαό για οχτρό του Θεού. / Οχτρός του Θεού; Τότες ο λαός των κουρελήδων, που είναι θρήσκος (όλα κι όλα!) αγρίεψε, ξεσηκώθηκε και ζήτησε από τους Ρωμαίους το θάνατό του».
Στην εποχή του, ο ποιητής βλέπει ότι η συνεργασία εξουσίας και Φιλοσοφίας/Θρησκείας γίνεται πλέον τρισυπόστατη, με τη συγχώνευση και της αστικής τέχνης μέσα στο πλέγμα αυτών των σχέσεων. Στο συμβολισμό της πόρνης Αριστέας και της μαϊμούς καταγγέλλει την έσχατη καταστρεπτική συνέπεια που είναι η νομιμοποίηση του πολέμου. Εδώ ανιχνεύουμε τη μαρξιστική αντίληψη για την καπιταλιστική νομοτέλεια του πολέμου στη συνείδηση του Βάρναλη, ο οποίος στηλιτεύει την αστική διανόηση της εποχής του για την έμμεση και άμεση στήριξη που προσφέρει στον ιμπεριαλισμό του αστικού κράτους (Α΄ Παγκόσμιος, Μικρασιατική εκστρατεία). Η εξοντωτική σάτιρα του Βάρναλη, εδώ, ανατρέπει την ιδεαλιστική εικόνα της αστικής τέχνης, στο ευρηματικό σχήμα: «Μια θέισσα αντάμα μ' ένα ζο», όπου «θέισσα» είναι η αστική τέχνη και «ζο» η βαρβαρότητα του καπιταλισμού και των πολέμων του.
Για τον Βάρναλη η τέχνη (και η φιλοσοφία) οφείλει να βοηθήσει τον άνθρωπο να σκεφτεί ποια είναι η πραγματική του θέση στον κόσμο. Και επίσης να τον παρακινήσει να παλέψει για να αποκαταστήσει όσα υπάρχουν για να τον υπηρετούν και όχι να στηρίζουν τους δυνάστες του. Ο Μώμος (ως η μάσκα του ποιητή) εκφράζει το συνειδητοποιημένο προλεταριάτο της εποχής και πιστεύει ότι τόσο η θρησκευτική «πρόληψη» όσο και ο θεϊκός «μύθος» θα εκπέσουν οριστικά όταν ανατραπούν οι εξουσίες που τα δημιούργησαν: «...θα πέσετε μοναχοί σας (Προμηθέας, Ιησούς), χωρίς να μεταχειριστούν (οι άνθρωποι) ενάντιά σας ούτε σαγίτες ούτε σφεντόνες ούτε αστροπελέκια. / Αυτά θα τα μεταχειριστούν ενάντια στους αφέντες της Γης! Αμα ρίξουν αφτουνούς, θα πέσετε και σεις ο επουράνιος ίσκιος τους...». Η πίστη στην επιτυχία της επανάστασης που υπάρχει στο προηγούμενο παράθεμα δείχνει τη συμπόρευση με το κίνημα, που αναφέραμε. Στη μορφή του 1922 η επανάσταση υπήρχε ως όραμα και ευχή, τώρα, στα 1933, όπου και το ΚΚΕ στα επίσημα κείμενά του μιλάει για «σοβιετική Ελλάδα» και η Γ΄ Διεθνής προσδοκούσε την επέκταση της επανάστασης ως συνέπεια των φασιστικών επιλογών της αστικής τάξης, ο Βάρναλης μας παρουσιάζει τον οριστικό αφανισμό της αστικής κυριαρχίας. Σημειώνει χαρακτηριστικά: «Η Αριστέα κ' η μαϊμού... γλιστράνε και πέφτουνε αγκαλιασμένες και οι δυο μέσα στον ανοιγμένο τάφο και το χώμα τις σκεπάζει για πάντα». Και η επανάσταση είναι γεγονός και όχι μόνο ελληνικό αλλά παγκόσμιο: «...ένας φωτεινός κύκλος αρχίζει να χαράζει ολόγυρα στον ορίζοντα εκεί, που δένεται ο ουρανός με τα βουνά και με τη θάλασσα».
Στο μέρος του ποιήματος με τον τίτλο «Το τραγούδι του Λαού», ο λαός έχει ήδη νικήσει, όμως εξακολουθεί να αγωνίζεται τόσο για τη σοσιαλιστική δημιουργία όσο και ενάντια στα υπολείμματα της αστικής τάξης: «Για να μην ψάχνεις άδικα να μας δαγκώσεις ξαφνικά, / γραμμή τα ξεριζώσανε τα δόντια σου τα παστρικά...».
Συμπερασματικά, το Φως που καίει είναι το αισθητικό ντοκουμέντο των αρχών του εργατικού μας κινήματος, καθώς αποτυπώνει την καλλιτεχνική μετουσίωση της συγκίνησης που πλημμύριζε τις καρδιές των ανήσυχων, κοινωνικά ευαίσθητων και ασυμβίβαστων δημιουργών του Μεσοπολέμου.

Πέμπτη 17 Ιουλίου 2014

Το παραμύθι

Από την «Αληθινή απολογία του Σωκράτη» δημοσιεύουμε το Παραμύθι (Κεφάλαιο δεύτερο, από τον τόμο του Κέδρου «Ποιητικά Πεζός λόγος Ελεύθερος  Κόσμος»):


20. «Παραμύθια»;... Αϊ λοιπόν θα σας πω κ' ένα παραμύ­θι, για να ξεκουραστείτε! Μια φορά κι έναν καιρό οι κλέφτες της πρώτης πολιτείας του κόσμου, αφού πλουτύνανε αρκετά, αποφασίσανε να τακτοποιήσουνε τη ζωή τους. Μπλοκάρανε λοιπόν τους φτωχούς της πολιτείας κι αφού τους μαζώξανε στην πλατέα, τους είπανε: «Ψηλά τα χέρια! Θέλουμε το καλό σας. Δε θα σας πάρου­με τα φκιάρια, τους κασμάδες, τα  σκεπάρνια, τα  δισάκια και τα  ζεμπίλια σας με  το ψωμοτύρι, τα  τρύπια σας πουκάμισα με  τις ψείρες και τις απάτωτες καλύβες σας, που κάνουνε νερά, σα βρέχει. Είσαστε λεύτεροι! - (ψη­λά τα  χέρια!). Λέφτεροι να ζείτε κατά το κέφι σας, να κερδίζετε, να κάνετε κομπόδεμα, να μεθάτε, να χορέβετε, να γεννοβολάτε και να πεθαίνετε. Εμείς θα σας μα­θαίνουμε τις... αλήθειες! Θα σας δώσουμε πλούσια φαν­τασία κ' αισθαντική καρδιά. θα σας δώσουμε κι αθάνατη ψυχή. Κι όποιος από σας του γουστάρει, θα μπορεί να γράφει ποιήματα, να σκαρώνει θεωρίες και να δοξάζε­ται! Ο κυρίαρχος λαός θα ‘σαστε εσείς! Εμείς μοναχά θα σας κουμαντάρουμε. Θα φροντίζουμε για την ασφάλεια της ζωής, της τιμής και της περιουσίας σας – μ’ ένα λόγο για τη λευτεριά σας. Σεις θα δουλεύετε, κατά πώς θέλετε κι ό,τι θέλετε κι όποτε θέλετε. Εμείς θα σας δίνουμε δουλειά, φτάνει να βρίσκεται, και σεις θα μας δίνετε τα κόπια σας. Και για να μη θαρρέψετε πως σας αδικούμε, θα πλερώνουμε κ' εμείς το ίδιο δόσιμο στο Κράτος, - στον εαφτό μας!

21. »Κ’ εσείς κ’ εμείς θα ‘χουμε πάνω από τα κεφάλια μας τους ίδιους Θεούς, που θα προστάζουν εσάς να δουλεύετε και να μην τρώτε κ’ εμάς να καθόμαστε και να τρώμε. Κ’ εμείς κ’ εσείς θα ‘χουμε πάνω απ’ τα κεφάλια μας τους ίδιους νόμους, που εμείς θα σας τους δίνουμε κ’ εσείς θα τους ψηφίζετε σα βουλευτάδες και θαν τους εφαρμόζετε σα δικαστάδες ενάντια στον εαυτό σας. Και για να μην πλακώνουν απ' άλλες στεριές και θάλασσες κουρσάροι και κλέφτες ν' αρπάζουνε το υστέρημά σας και να παίρ­νουνε σκλάβους κ' εσάς και τις γυναίκες σας και τα  παι­διά σας, θα σας αρματώνουμε, θα σας γυμνάζουμε, για να μπορείτε να διαφεντέβετε τους θεούς σας, τον εαφτό σας κ' εμάς, δηλαδή την πατρίδα. Να σκοτώνεστε σεις και να ζούμε μείς. Κι επειδή μοναχοί σας δε θα μπορούσατε να σκεφτείτε το συμφέρον σας και να φυλάξετε τον εαυτό σας, θα σας αναγκάζουμε με το ζόρι (ψηλά τα χέρια!). Ένα πράγμα μοναχά σας απαγορεύουμε: να κλέβει ο ένας τον άλλονε. Γιατί μπορεί να κλέψετε κ’ εμάς».

22. Έτσι λοιπόν ο λαός δούλευε λεύτερα και λεύτερα σκεφτότανε. Και τραγουδούσε χαρούμενα στις ταβέρνες σαν τον κότσυφα στο κλαρί (στο κλουβί!). Κ’ οι σωτήρες του ξαπλωνόντανε τ’ ανάσκελα σε ζεστά  παλάτια το χειμώνα και κάτου απ’ ανθισμένα δέντρα το καλοκαίρι - και σωρό γυναικούλες όμορφες τους ψειρίζανε το σβέρκο και τους χουχουλίζανε το ριζάφτι (πολύ συντελεί!). Κ’ η εφτυχία τους αυτή ήτανε δύναμη της πατρίδας κ’ η ξετσιπωσιά τους καθαρμός. Κι αν κάπου βαριεστίζοντας ο λαός τους έδιωχνε, ζητούσε αμέσως άλλους να τόνε κλέβουνε: δε μπορούσε πια μήτε να σκεφτεί χωρίς «σωτήρες».


23. Γελάτε και με το δίκιο σας, ω άντρες Αθηναίοι. Τέτια παράξενη πολιτεία μήτε γίνηκε μήτε θα γίνει ποτές! Παραμύθι, βλέπετε. Τώρα θα μου ζητάτε κ’ επιμύθιο! Πού να το βρω!... Μοναχά σας λέω: «Αλίμονο στον αφτόδουλο πολίτη, που φτασμένος στα έσχατα της απελπισιάς παραδίνεται, για να σωθεί, στο έλεος του Θεού και  στους νόμους των Κλεφτών».

Δευτέρα 14 Ιουλίου 2014

Χρ. Καλαβρούζος: «Η Αληθινή Απολογία του Σωκράτη»


Το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Ρούμελης στο πλαίσιο της θερινής του δραστηριότητας παρουσιάζει το έργο «Η αληθινή Απολογία του Σωκράτη» του Κώστα Βάρναλη.

Πρόκειται για έναν συγκλονιστικό μονόλογο που φέρει την υποκριτική σφραγίδα του πρωταγωνιστή Χρίστου Καλαβρούζου. Η σκηνοθεσία είναι του Χρίστου Σιοπαχά (με σκηνοθετική επιμέλεια του Χρίστου Καλαβρούζου), τα σκηνικά και τα κοστούμια είναι του αείμνηστου βραβευμένου σκηνογράφου Βασίλη Φωτόπουλου και η μουσική του Μιχάλη Χριστοδουλίδη. Για την ερμηνεία του αυτή, ο Χρίστος Καλαβρούζος έχει αποσπάσει στο παρελθόν διθυραμβικές κριτικές, καθώς αυτή αποτελεί σταθμό στη μακρά θεατρική του διαδρομή.

Λίγα λόγια από τον ηθοποιό Χρίστο Καλαβρούζο για το έργο:

«Η αληθινή απολογία του Σωκράτη δια χειρός Κώστα Βάρναλη, σημάδεψε μια ολόκληρη εποχή. Η πρώτη παρουσίαση στο Εθνικό Θέατρο σε σκηνοθεσία Χρ. Σιοπαχά, σκηνικά-κοστούμια Β. Φωτόπουλου και μουσική Μ. Χριστοδουλίδη, μου προσέδωσε ένα δαιμόνιο μεράκι. Τώρα πλέον, ώριμος, με τραγική πείρα ζωής και τεχνικής, στέκομαι με ευλάβεια, ευθύνη, αγωνία και αγάπη για να αποδώσω και να συμβάλλω να αναγνωρισθεί η πολιτική, κοινωνική, ηθική πνευματική αισθητική που τόσο μας λείπει. Σε μια εποχή κατάπτωσης και σήψης ο Βαρναλικός λόγος θα βοηθήσει την κοινωνία της αδράνεις και της διαιώνισης του «το του κρείττονος συμφέρον» και θα την σπρώξει προς τα εμπρός».

Με την παράσταση αυτή, το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Ρούμελης επιθυμεί να αποτίσει έναν ελάχιστο φόρο τιμής στον μεγάλο Έλληνα ποιητή Κώστα Βάρναλη καθώς εφέτος συμπληρώνονται 130 χρόνια από τη γέννηση και 40 χρόνια από το θάνατό του.

Η πρώτη παράσταση θα δοθεί στη Λαμία στα Λελέικα Υπάτης στις 18 Ιουλίου και θα ακολουθήσει περιοδεία σε επιλεγμένα θέατρα σε όλη την Ελλάδα.

Τιμές εισιτηρίων: 10€, 5€ (μαθητικό-φοιτητικό-άνεργοι-πολύτεκνοι)

Εισιτήρια για την παράσταση προπωλούνται στα γραφεία του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Ρούμελης, Υψηλάντη 17.

Για κρατήσεις θέσεων και πληροφορίες επικοινωνείτε στα τηλέφωνα 22310 33325 και 32215.

Πηγή: Lamiareport.gr