Τρίτη 5 Νοεμβρίου 2013

Σαλπιγκτής των λαϊκών συνειδήσεων




Δημοσιεύουμε την ομιλία του δημοσιογράφου Παύλου Ριζαργιώτη στην παρουσίαση του «Αγνωστου Βάρναλη» στην Ελασσόνα:


Σαλπιγκτής των λαϊκών συνειδήσεων


Λίγα λόγια, στην αρχή, για τον Ηρακλή. Ο Ηρακλής είναι από τους ανθρώπους που τους αρέσει να ψάχνουν, να ερευνούν. Φιλέρευνο πνεύμα που δουλεύει ακαταπόνητα. Με μεράκι και ζήλο καλό. Ανασκαλεύει να βρει το άγνωστο, σκάβει ν' αποκαλύψει το κρυφό. Οχι για να ξεχωρίσει, αλλά για να προσφέρει.
Αυτό το ψάξιμο μπορεί να φαίνεται ότι αφορά στο "ειδικό" και στο "ιδιαίτερο", αλλά, κατά μία έννοια, δεν είναι παρά η αγωνία του σκαπανέα να συναντήσει το ΟΛΟΝ, επιχειρώντας να το ακουμπήσει μέσα από "μικρές λεπτομέρειες", " άγνωστες πτυχές" , "υποτιμημένα γεγονότα". Βεβαίως, αυτό όσο το πλησιάζεις, τόσο απομακρύνεται, καθώς συνεχώς εμφανίζονται νέα στοιχεία, απορίες και ερωτήματα. Αλλά, αυτή η διαρκής κι ανολοκλήρωτη αναζήτηση, είναι η χαρά του ερευνητή.
Από μια άλλη άποψη, πρόκειται για αναζήτηση της ολόπλευρης και ουσιαστικής Αλήθειας. Αυτής που αναζητούσε, πάντα και παντού, ο Βάρναλης και που για να τη βρεις - όπως ο ποιητής βάζει να λέει ο Ομηρος στην Πηνελόπη - "δεν έχεις παρά να ξεστρέψεις το μέσα όξω, καθώς ξεστρέβουν οι κοκορετσάδες τ' άντερα των αρνιών, για να τα καθαρίσουνε. Ετούτ΄η βρώμα των αντεριών είναι η αλήθεια."
Σε κάθε περίπτωση, η δουλειά του Ηρακλή - δουλειά μυρμηγκιού, αλλά και επιστημονική - είναι πολύ χρήσιμη, θα έλεγα πολύτιμη. Η παρουσίαση 19 αδημοσίευτων ποιημάτων του Βάρναλη και, μαζί, πολλών άγνωστων στοιχείων για τη ζωή και το έργο του μεγάλου μας ποιητή είναι, από μόνη της, σημαντικό πνευματικό γεγονός.
Και τώρα λίγα για τον Κώστα Βάρναλη.
Εχουν ειπωθεί και γραφτεί πάρα πολλά για τον σαλπιγκτή των λαϊκών συνειδήσεων, τον "παππού των λαϊκών αγώνων", όπως τον χαρακτήρισε ο άλλος μεγάλος μας ποιητής, ο Γιάννης Ρίτσος. Δεν φιλοδοξώ, φυσικά, να πω κάτι το εντελώς άγνωστο - αυτό το καταφέρνει ο Ηρακλής και μπράβο του - ή το πολύ πρωτότυπο.
Αυτό που εγώ νοιώθω για τον Βάρναλη είναι ότι είναι ένας "από τους δικούς μας Χριστούς, τους δικούς μας άγιους", που τον εχθρεύονται οι αντίπαλοι για όσα κηρύττει και πράττει, αλλά δεν μπορούν να μην αναγνωρίζουν την μεγάλη αξία του και, ενίοτε, αναγκάζονται και να τον "προσκυνούν".
Είχε ο Βάρναλης - το δείχνει το έργο του, το αποδεικνύει η ζωή του - τη δική του αμετακίνητη ιδεολογία, τα δικά του πολιτικά φρονήματα, την κοσμοθεωρία του. Ηταν κομμουνιστής, με εδραιωμένες πεποιθήσεις και δεσπόζουσα πίστη και παρέμεινε "ορθοστατών και ορθοβαδίζων μέχρι το έσχατον γήρας" - όπως έλεγε ο αείμνηστος μπαρμπα - Κώστας Λουλές. Αλλά, ποτέ δεν εκδηλώθηκε με ψύχωση και μονομανία, ούτε, όμως και με ελιγμούς και τεχνάσματα. Η ακλόνητη πίστη και η επιμονή στην ιδεολογία του δεν τον ωθούσε στην αγριοσύνη, την κακότητα, τον μισανθρωπισμό, αλλά στην ημερότητα, την καλοσύνη, στον εξανθρωπισμό. Το έργο του, η ποίησή του, μια άριστη αισθητική μετάπλαση της επαναστατικής κοσμοθεωρίας.
Οι στίχοι του αρματωμένοι, αλλά όμορφοι. Εχθρευόταν το εύκολο και το τετριμμένο. Σκληροί, όχι, όμως, άδικοι. Με ουσία και λυρισμό. Ρωμαλεότητα και ρομαντισμό. Απλοί, δε δυσκολεύουν ιδιαίτερα - έγραψε και γι' αυτούς που δεν ξέρουν να διαβάζουν - αλλά ούτε και σε τεμπελιάζουν, καθώς είναι ερεθιστικοί και συνάμα προκλητικοί. Οι λέξεις - λεπίδες, ξεπετιούνται σαν αμεταχείριστα σύμβολα και πρωτάκουστες ηχοεικόνες.
Ο στόχος του καθαρός. Απέναντι. Τ' αφεντικά που τρώνε το ψωμί του φτωχού. Η κερδοσκοπική μανία των "ασπιδοπουλητάδων και των κονταροξυστών".
Αλλά βέλη και δίπλα. Στους δικούς του, τους απλούς ανθρώπους του καθημερινού μόχθου, Γιατί τους θέλει έτοιμους να κοντραριστούν παλικαρίσια με τους δυνάστες τους. Γι' αυτό και τσιγκλάει, καλόκαρδα, το "μαχμουρλίκι και τη συνήθεια", ερεθίζει την ανημποριά και κοροϊδεύει την αδιαφορία.
"Κι αν είν' ο λάκκος σου πολύ βαθύς/
χρέος με τα χέρια σου να σηκωθείς."
Ο Ανρί Μπαρμπύς έλεγε "δεν ωφελεί σε τίποτα να ουρλιάζεις, πρέπει να καταλάβεις" - αλήθεια πόση επικαιρότητα κι αξία έχει αυτό σήμερα που οι πάντες, σχεδόν, ουρλιάζουν, αλλά λίγοι καταλαβαίνουν - και ο Βάρναλης που ήξερε ότι ο λαϊκός, επαναστατικός αυθορμητισμός πετυχαίνει το στόχο του αν έχει κοντά του αφυπνισμένες και μαχητικές συνειδήσεις, αποφαίνεται, εξεγερτικά και αισιόδοξα, στην "Μπαλάντα του Κυρ Μέντιου: "Αν ξυπνήσεις μονομιάς, θα' ρτει ανάποδα ο ντουνιάς."
Η τέχνη του στρατευμένη στην υπηρεσία των πολλών και εκμεταλλευομένων. Το ομολογεί και το περηφανεύεται. Από τους άλλους, που βρίσκονται στην αντίπερα όχθη, διαφέρει μόνο στο ότι αυτοί το κάνουν και δεν το ομολογούν. Γιατί - όπως λέει - "δεν είναι δυνατόν να μην πολιτεύεται η Τέχνη. Οσο κι αν αποφεύγει τέτοια σκοποθεσία, δεν μπορεί ν΄ αποφύγει την τέτιαν αποτελεσματικότητα. Δεν υπάρχει πράξη, ή σκέψη κοινωνικού ανθρώπου που να μην έχει είτε καθορισμό, είτε αντίχτυπο πολιτικό"
Κι όπως λέει ο Βισαριόν Γκριγκόριεβιτς Μπελίνσκι: ¨Οταν αφαιρέσουμε από την τέχνη το δικαίωμα να υπηρετεί τα κοινωνικά συμφέροντα, δεν την ανυψώνουμε, αλλά την ταπεινώνουμε, γιατί της στερούμε τη ζωντανή δύναμη, τη σκέψη και την κάνουμε αντικείμενο συβαριτισμού, παιχνίδι στα χέρια των αργόσχολων τεμπελχανάδων."
Ομως, αυτός ο αμετακίνητος στα κομμουνιστικά ιδεώδη διανοούμενος όταν ρωτήθηκε, κάποτε, από δημοσιογράφο ποιά είναι, γι' αυτόν, τα σημαντικότερα ιδανικά της ζωής, απάντησε: "Οι γυναίκες, η θάλασσα, η φασουλάδα και να βλέπεις να παίζουν τάβλι στο "Βυζάντιο""
Γιατί ο Βάρναλης ήταν πολύ μεγάλος ποιητής, υψηλών προδιαγραφών διανοητής και, ταυτόχρονα , ένας πολύ απλός άνθρωπος. Ενιωθε πολύ μεγάλη χαρά όταν βρισκόταν ανάμεσα στους απλούς ανθρώπους του λαού - το δείχνει, ιδιαιτέρως, στους "Μοιραίους".
Γιατί πρώτα απ' όλα και πάνω απ' όλα, κομουνιστής σημαίνει άνθρωπος απλός, χωρίς άχρηστους εγωισμούς ,"εμείς, αδελφέ μου, δεν τραγουδάμε για να ξεχωρίσουμε απ' τον κόσμο, εμείς τραγουδάμε για να σμίξουμε τον κόσμο", παιάνιζε ο Ρίτσος - αλλά με "άκακα" πάθη, γιατί - όπως έγραψε ο Μαρξ - για τον κομμουνιστή "τίποτα το ανθρώπινο δεν του είναι ξένο".
Και καλός κομμουνιστής δεν είναι ο απρόσιτος κι "αμόλυντος", ο κλεισμένος στους τέσσερις τοίχους γραφειοκράτης. Ούτε κι αυτός που προσποιητά "ενδύεται το ράκος του φτωχού" και μιλάει με μεγάλα λόγια γι' αυτόν, αλλά, επί της ουσίας, ποτέ δεν τον κατάλαβε και δεν τον ένιωσε.
Ο Βάρναλης είχε βιώσει σε βάθος την έννοια άνθρωπος και με το έργο του κατόρθωσε να την αντιδιαστείλει από τα αφηρημένα νεφελώματα των ηθικολόγων της αστικής ιδεολογίας - όπως και από την προσβλητική υποτίμηση των "υπερεπαναστατών των λόγων" - και να την ανυψώσει στα ουράνια της κομμουνιστικής κοσμοθεωρίας, δίνοντας την προοπτική ενός πραγματικού, επίγειου παραδείσου.
Προϋπόθεση γι' αυτό είναι όλα ν' αλλάξουν κι άλλα πολλά καινούργια να δημιουργηθούν κι αυτό εννοεί, στο "Φως που καίει", ο Μώμος όταν λέει στον Προμηθέα "εμείς θα ξαναφτιάξουμε τον κόσμο απ' την αρχή". Στην πορεία δημιουργίας αυτού του νέου κόσμου, που θα είναι και πορεία ολοκλήρωσης του ανθρώπου, ο απλός άνθρωπος του λαού καλείται ν' αλλάξει μυαλά, να δαμάσει "τα μέσα του" και τα έξω, με στόχο όχι απλώς να ελαττώσει τον πόνο του κόσμου, αλλά και να χτίσει μια άλλη, ευτυχισμένη κοινωνία...
Ο κομμουνιστής ποιητής Κώστας Βάρναλης, προσηλωμένος στο ιδανικό του ολοκληρωμένου ανθρώπου, με το έργο του αναδείχτηκε σε κορυφαία πνευματική μορφή του 20ου αιώνα...

Σάββατο 2 Νοεμβρίου 2013

Το επίκαιρο του Κώστα Βάρναλη



Δημοσιεύουμε σήμερα μια ενδιαφέρουσα εργασία της Μάρως Καχριμανίδη. 
«Την εν λόγω εργασία συμμετείχα στον 1ο Πανελλήνιο Συγγραφικό Διαγωνισμό για φοιτητές πανεπιστημίων της Ελλάδος και του εξωτερικού, τον οποίο διοργάνωσε ο Σύλλογος Ανατολικής Ρωμυλίας Βόλου και κατάφερα να αποσπάσω το πρώτο βραβείο. Έψαξα κάποιες πηγές, δυσκολεύτηκα στην αρχή και μετά αποφάσισα να μην ψάξω περαιτέρω για το τι έχει ήδη γραφεί για τον Βάρναλη. Διάβασα τον ίδιο και με όλα αυτά που ζούμε ως χώρα, τότε είναι που συνειδητοποίησα αυτό που είχε πει ο Ρίτσος ότι ο Βάρναλης είναι "φλόγα που καίει". Τότε είναι που συνειδητοποίησα το πόσο επίκαιρος είναι. Επίκαιρος κι επικίνδυνος, κατά μία έννοια. Άγνωστος όντας, γιατί άγνωστος είναι ουσιαστικά, είναι ακίνδυνος. Εύχομαι να πάψει να είναι άγνωστος, μήπως κ αφυπνιστούμε!». 
Η Μάρω τελείωσε τη Σχολή καλών Τεχνών (Αθήνα) και σήμερα είναι μεταπτυχιακή φοιτήτρια στο πανεπιστήμιο του Τορόντο.

Το επίκαιρο του Κώστα Βάρναλη
Μάρω Καχριμανίδη
Ιστορικός Τέχνης, Μεταπτυχιακή Φοιτήτρια-University of Toronto (UofT)

Ο Βάρναλης. Ένας αγωνιστής ποιητής, στην υπηρεσία του λαού, με όπλα τις φλεγόμενες ιδέες του, την ανδρεία και την αυθεντικότητά του. Δεν είχε σκοπό ποτέ του ούτε να χαρισθεί μα ούτε και να «χαϊδέψει» κανενός τα αυτιά. Στόχος του ήταν να αφυπνίσει τον κόσμο. Νιώθει τόσο μικρός κανείς όταν καλείται, όχι να γράψει, μα έστω και να αναλογιστεί το μεγαλείο καλλιτεχνών ς﷽﷽﷽﷽﷽﷽﷽﷽νωνν ομάδων. Των μοιραοσόπως ο Βάρναλης, ο οποίος υπήρξε απλός, άμεσος του οποίου η ποίηση προοριζόταν για όλους, ανεξαρτήτου πολιτικής τοποθετήσεως.
Η μορφή του, μια μορφή ασυμβίβαστη. Πέρα από θεούς κι άρχοντες, πέρα από προκαταλήψεις και στερεότυπα. Μα με βαθύ κι απέραντο σεβασμό απέναντι σε όλους, ακόμη κι εκείνους με τους οποίους μοιραζόταν διαφορετικές αντιλήψεις. Ο παππούς του καθενός μας, που είτε βρίσκεται, είτε «βρίσκεται» πάντοτε εκεί για εμάς θέλοντας με τον λόγο του να μας διδάξει και να μας γαλουχήσει με το πνεύμα της αρετής, της αντρειοσύνης, του ακατάπαυστου αγώνα. Ακόμη-ακόμη και να μας δώσει δύναμη κι αισιοδοξία να πάμε τη ζωή μας παρακάτω, παρά τις όποιες δυσκολίες εμφανίζονται στο διάβα μας.
Τα λόγια του. Ορθά κοφτά, ως άλλα εύφλεκτα υλικά. Πέρα από τον όποιο λυρισμό ή κανόνες που τα χαρακτηρίζουν δεν έχουν σκοπό ούτε να πλανέψουν μα ούτε και να δημιουργήσουν την εντύπωση μιας πραγματικότητας άλλης-όπως είθισται να συμβαίνει στην ποίηση- πέραν αυτής την οποία διαβιούμε. Οι ιδέες του δεν αποτελούνται απλώς από λέξεις, γράμματα, γραμμές,... Ούτε επίσης από μεθυστικές φράσεις οι οποίες έχουν σκοπό την «αποπλάνηση» του αναγνώστη σε αδιάβατα της ψυχής μονοπάτια, σε μιαν ουτοπία.
Οι εικόνες του. Ζωγραφισμένες με αίμα αθώων, από τον ιδρώτα όσων μοχθούν για την επιβίωση και τα βαριά χέρια των εργατών.

Μεροδούλι ξεροδούλι δέρναν ούλοι οι αφέντες
δούλοιούλοι δούλοι αφεντικό και μ' αφήναν νηστικό
και μ' αφήναν νηστικό
[…]
Και ζευγάρι με το βόδι άλλο μπόϊ κι άλλο πόδι
όργωνα στα ρέματα  τ΄ αφεντός τα στρέμματα
Και στον πόλεμο όλα για όλα κουβαλούσα πολυβόλα
να σκοτώνονται οι λαοί για τ' αφέντη το φαί
για τ' αφέντη το φαί
(Η μπαλάντα του κυρ Μέντιου)

Από τον καημό, την αδικία, την περιθωριοποίηση ορισμένων κοινωνικών ομάδων. Των μοιραίων της κοινωνίας. «Οι Μοιραίοι». Ίσως το δημοφιλέστερο μα και πιο επίκαιρο δημιούργημα του Βάρναλη.
Γενικότερα στην ποίησή του, μα και ειδικότερα στους Μοιραίους, σκοπός του Βάρναλη είναι να εκφράσει τον πόνο, τη δυστυχία και την αδικία, χαρακτηριστικά τα οποία πάντοτε αφορορμα ﷽﷽﷽﷽﷽﷽ν οποτου χώρου σε ένα οσύν στους μη έχοντες εις βάρος των οποίων επιβιώνει κι ευημερεί το κοινωνικό σύστημα μα κι όσοι βρίσκονται πίσω από αυτό. Η σκηνή λαμβάνει χώρα σε μια ταβέρνα. Η ταβέρνα αποτελεί ξεκάθαρο σύμβολο της κοινωνικής προέλευσης των θαμώνων. Η αίσθηση που μας προκαλείται εντείνεται ακόμη περισσότερο λόγω της τοποθέτησης του χώρου σε υπόγειο. Ένα υπόγειο, ένας άθλιος χώρος ο οποίος έστω για λίγο γίνεται στέγη, αγκαλιά και παρηγοριά των Μοιραίων. Ένας χώρος υπό του εδάφους ως ένας τάφος των ονείρων, της χαράς ή της όποιας προσδοκίας τους για κάτι χαρμόσυνο.
Δεν έχουν δικαίωμα στα όνειρα οι Μοιραίοι. Δεν είναι φτιαγμένοι από αυτό το υλικό. Είναι άνθρωποι των οποίων το δέρμα είναι από ατσάλι —κι ας ματώνουν—  κι οι καρδιές τους από πέτρα — κι ας δακρύζουν, ας πονούν. Αν δεν ήταν έτσι δε θα τα είχαν καταφέρει ως τα εδώ. Άνθρωποι του μόχθου. Όμως μάλλον ξέχασαν πως είναι άνθρωποι. Άνθρωπος ετυμολογικά είναι εκείνος ο έμβιος οργανισμός που στρέφει το βλέμμα του προς τα επάνω. Οι Μοιραίοι όμως δε δύνανται ούτε καν να απολαύσουν τις ομορφιές της φύσης. Ακόμη κι αυτές είναι «ακριβές» για τους Μοιραίους.

Ήλιε και θάλασσα γαλάζια
Και βάθος τ’άσωτ’ ουρανού!
Ω! Της αβγής κροκάτη γάζα,
Γαρούφαλα του δειλινού,
Λάμπετε σβήνετε μακριά μας,
Χωρίς να μπείτε στην καρδιά μας!

Με τι κουράγιο λοιπόν να σηκώσουν το βλέμμα τους προς το δυνατό φως του ηλίου ή το αστραφτερό μπλε του Ελληνικού ουρανού; Καταραμένοι από έναν Θεό που τους μισεί, από μια μοίρα που άλλοι ορίσανε γι’ αυτούς, γελασμένοι από τους ίδιους τους τους εαυτούς και τις επιλογές τους, μεθυσμένοι από τον εξομολογητή τους, το κρασί.

-Φταίει το ζαβό το ριζικό μας!
-Φταίει ο Θεός που μας μισεί!
-Φταίει το κεφάλι το κακό μας!
-Φταίει πρώτ’ απ’ όλα το κρασί!

Ο μικρός αυτός διάλογος θυμίζει κατά πολύ συζητήσεις της σημερινής Εν Ελλάδι εποχής, οι οποίες μπορεί να μη λαμβάνουν μέρος σε ανάλογα υπόγεια χαμαιτυπεία μα σε υπερπολυτελείς πολυθρόνες κέντρων συναθροίσεως και διασκεδάσεως. Οι θαμώνες όμως, έχουν τις ίδιες απορίες, τους ίδιους καημούς για το ποιος φταίει για την τραγική κατάσταση της κοινωνίας που επηρεάζει τους ίδιους και τα παιδιά τους. Μα, ως άλλοι Μοιραίοι ποτέ τους δεν καταλήγουν σε μια συγκεκριμένη απάντηση. Διακατέχονται κι αυτοί από απάθεια και δειλία που δεν τους επιτρέπουν καμία αντίδραση. Είναι όμοιοι με τους Μοιραίους. Το μόνο που τους διαφοροποιεί είναι το περιτύλιγμα. Στην ουσία τους όμως, είναι ίδιοι.
Ο ποιητής μπορεί μεν να χρησιμοποιεί πρώτο ενικό πρόσωπο εντάσσοντας έτσι τον εαυτό του στους Μοιραίους μα διαβάζοντας το ποίημα, καταλαβαίνει κανείς πως δε συμμερίζεται την αδράνεια που τους διακατέχει. Ο αναγνώστης, διαβάζοντας προσεχτικά το ποίημα μπορεί ακόμη και να «ακούσει» τον ήχο των ποτηριών, τις φωνές και τις βρισιές των Μοιραίων, ακόμη και το φτύσιμο καταγής, μια κίνηση μέσω της οποίας εκφράζεται η οργή κι η κατάρα για την κατάσταση στην οποία βρίσκονται.
Ο αναγνώστης νιώθει το κάλεσμα του ποιητή για αλλαγή του τρόπου σκέψης που έχει να κάνει με το ότι οι άνθρωποι είναι ανίκανοι να καθορίσουν τη μοίρα τους. Οι Μοιραίοι αντιμετωπίζουν τη ζωή τους ως μια διαρκή πάλη που δεν έχει καμία μελλοντική ελπίδα να τους προσφέρει. Αυτός είναι κι ο λόγος που προτιμούν να την αρνηθούν, να την παραμερίσουν χωρίς καν να μπουν στον κόπο να την κοιτάξουν κατάματα. Απλώς αφήνονται σε ό,τι τους βασανίζει, με σκυμμένο το κεφάλι, το αποδέχονται κι έτσι πορεύονται.
Σκοπός του ποιητή είναι να τους επαναφέρει από το λήθαργο στον οποίο έχουν βυθιστεί. Τους καλεί να ορθώσουν το ανάστημά τους και πατώντας γερά πάνω στη γη να αντισταθούν στην απελπισία που καθορίζει τις ζωές τους, καλώντας τους παράλληλα σε μια συνειδητοποίηση του παραλογισμού ο οποίος χαρακτηρίζει τη μοιρολατρία τους, ότι δηλαδή πάντοτε θα παλεύουν χωρίς ποτέ τους να φθάνουν σε κάτι καλό, χάνοντας έτσι μια για πάντα την παρτίδα στο παιχνίδι της ζωής.
Εάν το άλμα προς την ελπίδα ή την πίστη και την προσμονή για κάτι καλύτερο αντιπροσωπεύει την προσπάθεια διεξόδου από την πραγματικότητα της μοίρας που πιστεύουμε πως κάποιοι άλλοι έχουν καθορίσει για εμάς κι αν ακόμη η ευτυχία είναι πιθανή μόνο μέσω αυτού του άλματος, τότε η τελευταία, αποτελεί διαφυγή. Η ίδια η ζωή θα ήταν τότε εκ φύσεως δυσάρεστη κι η ευτυχία θα αποτελούσε απάτη, η οποία θα δημιουργείτο από την άρνηση.
Για τον ποιητή όμως η ευτυχία αποτελεί μια κατάσταση η οποία είναι δυνατό να πραγματωθεί. Κι αυτό, διότι οι εμπειρίες των ανθρώπων αποτελούν ίσως αποτελούν τη μία και μοναδική πραγματικότητα κι οι άνθρωποι μπορούν να αποκτήσουν την ευτυχία χρησιμοποιώντας μόνον υπαρκτά μέσα —τη δύναμη και τις εμπειρίες τους— κι όχι την άρνηση και τη φυγή. Δε μπορεί ο άνθρωπος να επιδιώκει την ευτυχία όντας στην αδράνεια και βασιζόμενος στη μοίρα ή οτιδήποτε εντοπίζεται πέραν της άμεσης εμπειρίας του.
Κλείνοντας, θα ήθελα να αναφέρω πως δεν είχα απολύτως καμία πρόθεση να ασκήσω κριτική στο έργο ενός εκ των κορυφαίων δημιουργών μας. Πώς είναι άλλωστε δυνατό να το κάνει αυτό κανείς. Κι αν κανείς θεωρεί πως το έχει καταφέρει, πλανάται πλάνην οικτράν. Το ότι σημείωσα κάποιες από τις σκέψεις μου θα μπορούσε ίσως να θεωρηθεί ένα κάλεσμα για όσους δεν είχαν την ευτυχία να έλθουν σε επαφή με το έργο του Κώστα Βάρναλη. Μια παρακίνηση αλλά και μια απάντηση, με 7 χρόνια καθυστέρηση, στην καθηγήτρια που χλεύασε την αγάπη μου για την εν λόγω ποίηση και την τέχνη, λέγοντάς μου να μην ασχολούμαι με ό,τι στο μέλλον δεν πρόκειται να μου αποφέρει χρήματα. Τέλος-τέλος, ένα παράπονο. Ένα παράπονο για το γεγονός ότι μπορεί μέρος του έργου του Βάρναλη —κι όχι ολόκληρο το έργο του— να βρίσκεται τυπωμένο σε σχολικά βιβλία μα δεν θυμάμαι ποτέ να αποτελεί μέρος της διδακτέας ύλης. Γιατί άραγε; Για τη διατήρηση αυτής της σαθρότητας του κοινωνικού γίγνεσθαι; Καθώς αν το έργο του διδασκόταν στα σχολεία, ως άλλος Σωκράτης θα εισήγαγε καινά δαιμόνια στη νεολαία, εξοικειώνοντάς τους με την κριτική σκέψη. Θα γινόταν ο κόσμος μας καλύτερος και πιο αισιόδοξος, περισσότερο ελεύθερος, κάτι που δεν το θέλουν όσοι εξυπηρετούνται από το σύστημα. Όπως όμως έχει αναφέρει ο έτερος μεγάλος Ρίτσος για τον Βάρναλη, “Ο Βάρναλης είναι φως που καίει” και κρατά άσβεστη τη φλόγα. Δική μου ευχή κι επιθυμία, αυτή η φλόγα που σιγοκαίει να γίνει πυρκαγιά που θα κατακλύσει τις ψυχές και τα οράματά μας, μην επιτρέποντάς μας άλλη αδράνεια, μα ξεσηκώνοντάς μας προς μια αλλαγή.



Τετάρτη 30 Οκτωβρίου 2013

Ελασσόνα: Ο ποιητής σύμβολο



Αντιγράφουμε από το Δελτίο Τύπου του Πολιτιστικού Προξενείου το ρεπορτάζ για την εκδήλωση – αφιέρωμα στον Κώστα Βάρναλη στην Ελασσόνα. Όπως επίσης και αποσπάσματα από την ομιλία του Νίκου Γάτσα, πρόεδρου του Πολιτιστικού Προξενείου.  
  
Θάνος Τζήκας, Βασίλης  Καραμπούζης


Μουσική, θέατρο και ποίηση στην παρουσίαση του «Αγνωστου Βάρναλη»

 Στον ποιητή των «Μοιραίων» και του «κυρ Μέντιου», τον Κώστα Βάρναλη ήταν αφιερωμένη η εκδήλωση που διοργάνωσε το Πολιτιστικό Προξενείο Ελασσόνας την Κυριακή 27 Οκτώβρη στην αίθουσα θεάτρου Δημάρχου Βασ. Φαρμάκη, με την υποστήριξη της Κοινωφελούς Επιχείρησης Δήμου Ελασσόνας.
Η εκδήλωση που έγινε με αφορμή την κυκλοφορία του βιβλίου του Ελασσονίτη δημοσιογράφου συγγραφέα Ηρακλή Κακαβάνη με τίτλο «Ο άγνωστος Βάρναλης και 19 αδημοσίευτα ποιήματά του» (εκδόσεις ΕΝΤΟΣ) είχε εκλαϊκευτικό χαρακτήρα για το έργο του ποιητή.
Ο ίδιος ο Βάρναλης ήταν άνθρωπος του λαού. Δεν κλείστηκε πότε σε γυάλινους πύργους. Αγαπούσε πολύ τις παρέες σε λαϊκά ταβερνεία με ποτό και μεζέ. Αναζητούσε τους απλούς ανθρώπους στο καφενείο. Έπινε μαζί τους το ίδιο κρασί στην ταβέρνα. Εκεί λένε μεγαλουργούσε. Για αυτό ο λαός τον αισθανόταν δικό του άνθρωπο.
Σε αυτούς τους ανθρώπους μιλά με την ποίησή του ο Βάρναλης που όπως οι «Μοιραίοι» δεν μπορούν να απολαύσουν της ομορφιές της ζωής: «Ω! Της αβγής κροκάτη γάζα,/ Γαρούφαλα του δειλινού,/ Λάμπετε σβήνετε μακριά μας,/
Χωρίς να μπείτε στην καρδιά μας!». Στους σημερινούς Μοιραίους λέει «Αν είν” ο λάκκος σου πολύ βαθύς,/ χρέος με τα χέρια σου να σηκωθείς». Στο λαό θύμα της εκμετάλλευσης που δεν μπορεί να απολαύσει τις στοιχειώδεις χαρές της ζωής απευθύνεται και του υπενθυμίζει μη σκύβεις το κεφάλι, μπορείς να χτίσεις το δικό σου κόσμο «Αν ξυπνήσεις, μονομιάς/ θά ‘ρτει ανάποδα ο ντουνιάς». Γι’ αυτό διαχρονικός και επίκαιρος και σήμερα όπως αναδείχτηκε και από τους ομιλητές.
Αρκετά ποιήματά του τραγουδήθηκαν και αγαπήθηκαν από το λαό, απαγγέλθηκαν από εργάτες, μπήκαν σε λαϊκά σπίτια, κατέβηκαν σε υπόγειες ταβέρνες. Είναι μόνιμα στα χείλη των ανθρώπων του μόχθου. Ο Κ. Βάρναλης είναι ένας από τους σημαντικότερους στρατευμένους στα κομμουνιστικά ιδανικά ποιητές. Ο πρώτος που καθιέρωσε στη χώρα μας την επαναστατική ποίηση.
Για τον Κώστα Βάρναλη και το βιβλίο μίλησαν οι Νίκος Γάτσας, πρόεδρος Πολιτιστικού Προξενείου, Πέννυ Αγοράστη-Χέβα, φιλόλογος – ιστορικός, Παύλος Ριζαργιώτης, δημοσιογράφος και ο συγγραφέας Ηρακλής Κακαβάνης.
Εντυπωσίασε στους συμμετέχοντες στην εκδήλωση η Θεατρική Ομάδα του Δήμου Ελασσόνας με την απόδοση του θεατρικού δρώμενου της κατάθεσης του Βάρναλη στη Δίκη του Λουντέμη το 1956. Στο θεατρικό έπαιξαν οι Μάγδα Αθανασιάδου, Χρήστος Δημητριάδης, Χρήστος Καλαμπούκας, Παναγιώτα Παγγέα, Βαγγέλης Τρουμπούκης και Κώστας Φαρμάκης.
Ιδιαίτερη εντύπωση έκανε και το ταλέντο των μουσικών (Θάνος Τζήκας και Βασίλης Καραμπούζης) με τα μελοποιημένα του Βάρναλη και το επιτυχές εγχείρημά τους να μελοποιήσουν το ποίημα του Βάρναλη «Αρχή σοφίας». Τέλος στην εκδήλωση προβλήθηκε ολιγόλεπτο ντοκιμαντέρ από την πάνδημη κηδεία του ποιητή.
Πολλοί ήταν οι κάτοικοι της πόλης της Ελασσόνας και των διπλανών χωριών που αφιέρωσαν το απόγευμα τους στην εκδήλωση. Μαζί με την ελπιδοφόρα συμμετοχή, αυτό που αφήνει ως παρακαταθήκη αυτή η εκδήλωση είναι η ανάγκη πυκνότερων πολιτιστικών δράσεων εκ μέρους του Πολιτιστικού Προξενείου που θα φέρνουν τους ανθρώπους της περιοχής σε επαφή με το θέατρο, των κινηματογράφο, τη λογοτεχνία κλπ. Όπως επίσης θα αγκαλιάσει και θα αναδείξει το έργο των ανθρώπων της περιοχής, όπως έγινε στην προκειμένη περίπτωση με τoν Ελασσονίτη Ηρακλή Κακαβάνη.

Πένυ Αγοράστη, Παύλος Ριζαργιώτης, Ηρακλής Κακαβάνης, Νίκος Γάτσας

Είναι ο ποιητής – σύμβολο



(από την ομιλία του Νίκου Γάτσα)
(…)
Στο δεύτερο βιβλίο του, που παρουσιάζουμε σήμερα, ο Ηρακλής είναι μια πραγματική αποκάλυψη. Επέλεξε ένα θέμα με μεγάλο ενδιαφέρον και ιδιαίτερη πρόκληση, θέμα δύσκολο, τη ζωή και το έργο ενός μεγάλου ποιητή και επιμελήθηκε το βιβλίο τόσο συστηματικά, ώστε να είναι αντάξιο των καλύτερων μελετών για τον Κώστα Βάρναλη. Σε αυτή τη μελέτη του ο Κακαβάνης αξιοποιεί την εμπειρία του ως δημοσιογράφου στην ιστορική εφημερίδα του κομμουνιστικού κόμματος, όπου εργάστηκε για χρόνια και ο ίδιος ο Β. Αν και τους χωρίζουν δεκαετίες εργασιακής σχέσης στο “Ριζοσπάστη” ο Κακαβάνης με την αναφορά του στο Βάρναλη είναι σαν να μιλάει για το δάσκαλο και καθοδηγητή του. Έχεις την αίσθηση ότι ο Βάρναλης αυτοβιογραφείται στις σελίδες του Κακαβάνη και τη μελέτη αυτή ο Ηρ. εμποτίζει με ένα συναίσθημα σπάνιο για ιστορική και ακαδημαϊκή δουλειά.
(…)
 Δεν είναι όμως μόνο η ελασσονίτικη καταγωγή του ο λόγος της αποψινής παρουσίασης. Για μένα είναι ακόμη σπουδαιότερο το θέμα και η αξία του βιβλίου καθεαυτού. Είναι ο ποιητής - σύμβολο για τον αγώνα της εργατικής τάξης, της δημοκρατίας και της ελευθερίας του λόγου, ο ποιητής των Μοιραίων, ο Κώστας Βάρναλης.
Την ποίηση και τα μελοποιημένα του Βάρναλη θυμάμαι από τα παιδικά μου χρόνια στις συγκεντρώσεις του ΚΚΕ και τα φεστιβάλ της ΚΝΕ, παρέα με τους μεγάλους της οικογένειας, θείους και γιαγιάδες. Άνθρωποι αριστεροί σε όλη τους τη ζωή είχαν τη μουσική και την ποίηση στην καθημερινότητα του λαϊκού επαναστατικού τους ταμπεραμέντου. Ποιήματα που για τα παιδιά ήταν απλώς δύσκολες λέξεις, σ' αυτούς τους ανθρώπους με τις στοιχειώδεις γραμματικές γνώσεις έδιναν δύναμη και κουράγιο. Για τους ανθρώπους αυτούς πρόσωπα όπως ο Βάρναλης, ο Ρίτσος, ο Θεοδωράκης αποτέλεσαν ορόσημα στην πορεία της ζωής τους και οι εμπειρίες αυτές διαμόρφωσαν εν τέλει και τη δική μου πολιτική ταυτότητα.
Πιστεύω ότι οι περισσότεροι εδώ έχουν αναμνήσεις παρόμοιες που την εποχή αυτή ενεργοποιούνται λόγω της κατάστασης που βιώνουμε σε μία χώρα που η δημοκρατία υπονομεύεται, η εργατική τάξη υποφέρει και η ελευθερία του λόγου καταδιώκεται. Ζούμε σε ένα καθεστώς έκτακτης ανάγκης, έντονης οικονομικής ανασφάλειας και κοινωνικής απομόνωσης. Ως πολίτες δεχόμαστε καθημερινά εκβιαστικά διλήμματα συμβιβασμού και υποταγής. Από τη μια ο φόβος, από την άλλη ο λαϊκισμός. Και οι πολίτες ψάχνουν να βρουν καταφύγιο τόσο προσωπικά όσο και συλλογικά.
Το βιβλίο του Ηρακλή Κακαβάνη μεταφέρει ένα ισχυρό και πάλλον μήνυμα. Μέσα στο μαύρο των ημερών διακρίνεις ένα φως που καίει. Δίνει ελπίδα και δύναμη. Προσφέρει εκτός από την αισθητική απόλαυση του αναγνώστη, τη δύναμη να αγωνιστείς για το παρόν και το μέλλον. Το βιβλίο του Ηρακλή είναι τόσο προσεγμένο και συστηματικό που μεταγγίζει τις αξίες του Βάρναλη στη σύγχρονη θεώρηση των πραγμάτων με ένταση και πάθος που σε κεντρίζει. Ξυπνά τον επαναστάτη μέσα σου. Είναι η ζωή, η δράση και η ποίηση του άγνωστου Βάρναλη, του ποιητή της αριστεράς, που διαπερνά τις σελίδες του βιβλίου με ζωντάνια και πίστη στον αγώνα. Άγνωστες πτυχές της ζωής και της δουλειάς του Βάρναλη καταγράφονται με λιτό και απέριττο λόγο, με σεβασμό και αγάπη στον ποιητή, τις ιδέες του και τα βιώματά του. Ο Η.Κ. είναι τόσο διακριτικός και σεμνός συγγραφέας που θυσιάζει την προσωπική του σφραγίδα για χάρη της αποτύπωσης του έργου και της προσωπικότητας του Β. Τα κείμενα είναι τόσο καλοδουλεμένα και αβίαστα δεμένα μεταξύ τους, που δεν αφήνει στους αναγνώστες εύλογες απορίες ή ενστάσεις. Η ιδεολογική προσέγγιση στο Β. είναι μία απολύτως φυσική διαδικασία και η κομματική αναφορά αυτόματη, χωρίς επιτήδευση και χωρίς αγκυλώσεις.
Ο Ηρακλής είναι χωρίς αμφιβολία ένας άνθρωπος της εργασίας, της έρευνας και της αφοσίωσης.
Η δουλειά του φαίνεται από τον όγκο των πληροφοριών και τη συστηματική επεξεργασία τους επί χρόνια, προκειμένου να παρουσιάσει το καλύτερο αποτέλεσμα στο αναγνώστη και στο μελετητή, η έρευνά του είναι επίμονη και σταθερά προσηλωμένη στο στόχο, η αφοσίωσή του στο χώρο της αριστεράς είναι η πυξίδα του για μια ζωή με αξιοπρέπεια, αλληλεγγύη και πνευματική συνείδηση.
Η επιλογή του Κ.Β. δεν είναι σε καμία περίπτωση τυχαία για τον Ηρακλή. Ο Κ.Β. είναι λιγότερο προβεβλημένος και στις μέρες μας περισσότερο λησμονημένος. Ίσως αυτό οφείλεται και στο γεγονός ότι ο Βάρναλης έζησε τα χρόνια πριν τη μεταπολίτευση, όταν οι αναζητήσεις ήταν περισσότερο πολιτικές και ιδεολογικές. Η μεταπολίτευση επέβαλε μία μάλλον έντονη κομματική και καιροσκοπική αναζήτηση, που πέρα απο τις σημαντικές δημοκρατικές κατακτήσεις, ικανοποιούσε μικροσυμφέροντα και ατομικές επιδιώξεις.
Ο Η.Κ. δεν είναι μόνο συγγραφέας αλλά και ιστορικός ερευνητής, σε έναν ιδανικό συνδυασμό. Συλλέγει ακούραστα πληροφορίες, τις διασταυρώνει, τις τακτοποιεί και τις παρουσιάζει σε ενότητες, λογοτεχνικά άρτιες και ιστορικά ακριβείς. Μοιάζει να επιλέγει τις ιστορίες που μιλούν στο σύγχρονο αναγνώστη με πάθος για τη ζωή, με πάθος για την ποίηση, με πάθος για την ελευθερία. Και το κάνει τόσο διεισδυτικά, μα ταυτόχρονα και τόσο διακριτικά που η προσωπική του θέση και άποψη δίνει τη θέση της στο πραγματικό νόημα της ποίησης του Βάρναλη, την αφύπνιση της πνευματικής και πολιτικής συνείδησης.
Ο Β παρουσιάζεται στο βιβλίο τόσο ανθρώπινος και προσιτός, που έτσι εξηγείται η λατρεία του κόσμου στο πρόσωπό του, στην ποίηση και το έργο του. Ο Κακαβάνης δεν παρασύρεται σε ιδεολογική καθοδήγηση, όσο και αν έχει το κομματικό και πολιτικό υπόβαθρο για να το κάνει καλά. Με το βιβλίο του κατάφερε να φέρει τον “άγνωστο” Βάρναλη ξανά στο προσκήνιο και κοντά στην ψυχή του Έλληνα που αγωνίζεται, στο στίβο της ζωής και στην υλοποίηση ενός σύγχρονου συλλογικού οράματος.
Ο Ηρακλής πετυχαίνει να γνωρίσει σε εμάς τους νεότερους τη ζωή των αριστερών διανοητών της εποχής των αρχών του 20ου αιώνα. Και η ιστορική τεκμηρίωση είναι σημαντική για την κατανόηση του περιβάλλοντος της εποχής, της αξίας του ποιητή μέσα σ' αυτό, τη διάρκεια της πορείας του, την αποδοχή του από τους σύγχρονούς του και την πολεμική που αναπτύχθηκε για τα τότε θέματα της πολιτικής και κοινωνικής επικαιρότητας.
Και είναι και σήμερα επίκαιρα τα θέματα της ενότητας, των κοινωνικών δικαιωμάτων, της ελευθερίας του λόγου και της έκφρασης. Και ο Κακαβάνης τα  μεταφέρει τόσο υπαινικτικά στο παρόν, που νιώθω ότι το βιβλίο υποβάλλεται από τη διαχρονική ανάγκη του ανθρώπου για δικαιοσύνη, ελευθερία και προκοπή. Προσδιορίζει τη σημερινή αξία της ελευθερίας του λόγου, την αξία της ποίησης και των πνευματικών ανθρώπων σε εποχές κρίσης ή ευημερίας.
Και λέει ο Β. “Εγώ ως τόσο για διαφορές στις ιδέες δεν φτάνω σε προσωπικά. Μπορώ να είμαι φίλος με ανθρώπους που έχουν ιδέες ριζικά αντίθετες με τις δικές μου, με υπεραστούς ή στρατηγούς, αρκεί να μη βλέπω πως στους ανθρώπους αυτούς υπάρχη η διάθεση να με μειώσουν, η διάθεση να με βλάψουν, να με κακοποιήσουν”. Σε τρεις μόλις γραμμές ο Β. τοποθετείται στο τόσο επίκαιρο θέμα της ανεκτικότητας της διαφορετικής πολιτικής άποψης και οριοθετεί την ιδεολογική αντιπαράθεση στο πολιτικό και ποτέ στο προσωπικό πεδίο (...).

Η Θεατρική Ομάδα Ελασόνας στην απόδοση της κατάθεσης Βάρναλη στη δίκη Λουντέμη στα 1956