Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΥΓΕΡΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΥΓΕΡΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 25 Δεκεμβρίου 2012

«Υμνητής των γαϊδάρων»


Αντιγράφουμε από το περιοδικό «Θέματα παιδείας» ένα μικροφιλολογικό σημείωμα για τον Κώστα Βάρναλη (Διορθώσαμε βέβαια το λάθος στο όνομα του Καρθαίου):
Το βραχύβιο μεσοπολεμικό περιοδικό «Γλαύκα» αυτοπροσδιοριζόταν Μηνιαία Επιθεώρηση των Φίλων της Ειρήνης και εκδιδόταν στην Αθήνα (οδός Σοφοκλέους 1β). «Πρωτοβγήκε στα 1928» και η «Β ' περίοδος» του διάρκεσε δύο χρόνια, 1934 και 1935. Ιδρυτής και διευθυντής του ήταν ο Βασ. Λαμπρολέσβιος και διευθυντής της σύνταξης ο Αρ. Αγγελίδης.
Στους συνεργάτες του συγκαταλέγονταν ο Μάρκος Αυγέρης, ο Νίκος Καρβούνης, ο Γιάννης Σκαρίμπας, ο Νίκος Χαντζάρας και ο Παύλος Νιρβάνας. Στη σελ. 3 του τεύχους 3-4-5 (Δεκέμβρης 1934 - Γενάρης, Φλεβάρης 1935) υπάρχει μία δίστηλη ρουμπρίκα με τίτλο «Επιγράμματα στον Κώστα Βάρναλη». Στο μικρό εισαγωγικό σημείωμα του εκδότη διαβάζουμε:
«Ο μεγάλος μας ποιητής, ο Κώστας Βάρναλης, γιορτάζει τα πενηντάχρονά του. Η "Γλαύκα" χαρίζει τούτο το φύλλο της στον ποιητή, και στους αναγνώστες της τα παρακάτω επιγράμματα που γράψανε γι' αυτόν».
Και έπονται τα επιγράμματα των Νίκου Καρβούνη, Μάρκου
Αυγέρη, Γαλάτειας Καζαντζάκη και Κλ. Καρθαίου, συνοδευόμενα από επεξηγηματικά σχόλια του εκδότη. Ευθύς αμέσως παραθέτουμε τα κείμενα, όπως ακριβώς δημοσιεύθηκαν.
Ο κ. ΚΑΡΒΟΥΝΗΣ:
[Οταν ο Βάρναλης ήταν σχολάρχης στα Μέγαρα]:
Σχολάρχης Μεγάρων
καταγωγής εκ Βουλγάρων
υμνητής των γαϊδάρων
και τρώγων ως γλάρον
ποιητής άρον άρον!
Ο ΠΟΙΗΤΗΣ κ. ΑΥΓΕΡΗΣ:
Εσο, αναγνώστα, επιεικής
στους στίχους του κομμάτιον.
Εχουν πολύ το Βάρναλη
κι' ελάχιστον Οράτιον.
Η κ. ΓΑΛ. ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ:
Ο Πήγασος στα σκέλια σου
κατάντησε γαϊδούρι.
Εσύ τον πας στα Ηλύσια
κι' αυτός σε πάει στ' αχούρι.

Και ο Βάρναλης στην κ. Καζαντζάκη:
Καιρός είναι πια ν' αφήσεις
το δράμα
Και να πιάσεις το βελόνι
εν τω άμα.
Δεν ξέρουμε μόνο ποιος απ' τους δυο έκαμε αρχή στις φιλοφρονήσεις!

Παρασκευή 14 Δεκεμβρίου 2012

«Υπό εχεμύθειαν» (4)



Κώστας Βάρναλης και Μάρκος Αυγέρης, συνομήλικοι, είναι φίλοι από τα φοιτητικά τους χρόνια. Η φιλία κράτησε μέχρι το τέλος της ζωής τους (ο πρώτος πέθανε το 1974 ο δεύτερος το 1973). Πολλά είναι τα μεταξύ τους πειράγματα που διηγούνται όσοι τους γνώριζαν. Αρκετά αφηγείται η Έλλη Αλεξίου στο βιβλίο της «Υπό εχεμύθειαν» που πρωτοεκδόθηκε από τη «Σύγχρονη Εποχή» το 1976 και επανεκδόθηκε από τις εκδόσεις «Καστανιώτη« το 1998.  

 Μάρκος Αυγέρης, Γαλάτεια Καζαντζάκη, Σοφία Μαυροειδή-Παπαδάκη, Έλλη Αλεξίου. 1927.

 Επίγραμμα του Μάρκου Αυγέρη στον Βάρναλη
Αφού ο ξεριάς ο Βάρναλης ντε και καλά συγράφει
πρέπει να δίνει μαλακό χαρτί στσοι τυπογράφοι
και απαντώντας ο Βάρναλης στον Αυγέρη
Ξεριάς είμαι και χείμαρρος, μ’ αυτός ξερό σκαθάρι
που και να χέσει δεν μπορεί καθάρσιο αν δεν πάρει


Αυγέρης προς τον Βάρναλη (ο οποίος είναι κουφός)
Αυγέρης: Εσύ δύο πράγματα φοβάσαι…
Βάρναλης: Ποια;
Αυγέρης: Τα τραμ που δεν τα’ ακούς και εμένα που με ακούς…


Τα σκυλιά τα αφιλότιμα, διη­γιέται ο Αυγέρης στην Έλλη Αλεξί­ου, άμα δούνε κανένα καλοντυμένο τονέ σέβουνται, άμα δούνε κανένα κουρελή λυσσάνε. Τόνε παίρνουν αποπίσω, του τραβάνε τα κουρέ­λια του, τόνε γαυγίζουν... Στα πρώτα μας νιάτα εγώ κι ο Βάρνα­λης, είχαμε τέτοια χάλια στην εμ­φάνιση, που τα σκυλιά μάς παίρνανε στο κατόπι. Κι όχι μόνο ένα ή δυο, μα πέντε κι έξι... ολόκληρη συμμορία, γαυγίζανε όλα μαζί, και παλεύαμε για ν' απαλλαγούμε από δαύτα... Εγώ φορούσα ένα πανταλόνι άσπρο, πολυβασανι­σμένο, κ' ένα σακάκι μαύρο, από ένα ύφασμα που δεν το ξανασυνάντησα σε αντρικά ρούχα. Ημουνα ακριβώς σα μάγερας πλοίου που βγήκα στο λιμάνι για περιδιάβαση. Ο Βάρναλης φο­ρούσε ένα ψαθάκι, μια μαύρη βελάδα με δυο ουρές από πίσω, που την είχε κουβαλήσει από τον Πύργο, κι ένα μαύρο πανταλόνι. Επειδή το πανταλόνι ήταν τρύπιο κι από τις δυο μεριές από πίσω και χτυπούσε πολύ η ασπράδα του σώβρακου, έπιανε τις ουρές της βελάδας με μια παραμάνα, για να μην ανοίγουν κ' έτσι να κρύβουνται οι τρύπες του πανταλονιού. Μα τα αφιλότιμα τα σκυλιά δεν τα γελούσε μήτε η παραμάνα μήτε το μπαστουνάκι. Μόλις κάναμε την εμφάνισή μας στη Δεξαμενή, μας παίρνανε αποπίσω ουρλιά­ζοντας...
(από αφήγηση Μάρκου Αυγέρη)

Δευτέρα 12 Νοεμβρίου 2012

Υπό εχεμύθειαν... (2)





Συνεχίζουμε με την παράθεση ανεκδότων από το βιβλίο της Ελλης Αλεξίου «υπό εχεμύθειαν»:

 

                     Τότε πού ήμουνα εδώ σχολάρχης, διηγιέται ο Βάρναλης, την ίδια μέρα της εκδρομής, στην Πάχη, — θυμάσαι, λέει Αποτεινόμενος στον Αυγέρη, — που είχατε έρθει μια παραμονή Αγίου Κωνσταντίνου με το Σικελιανό να μου πείτε τα χρόνια πολλά;
                   Ναι, πώς, θυμάμαι.
                     Φάγαμε, κοιμηθήκαμε, σας κοίμισα στο σχολείο, και Α­νήμερα εγώ συνόδεψα τούς μαθητές στην εκκλησία. Εκεί μου λέ­νε πώς έχει γίνει μεγάλο σχόλιο για τον ερχομό σας κι ο κόσμος λέει πως έφερα στα Μέγαρα το Δελμούζο. Λέγανε πως ο Σικελια­νός ήταν ο Δελμούζος. Ήταν η εποχή της δίκης του Βόλου, τα αθεϊκά, που χαλούσε ο κόσμος... πατραλοίες μητραλοίες και τρέχα γύρευε... Πάω και το λέω στο Σικελιανό έτσι κ' έτσι... ή­μουν Ανήσυχος..
                       Μην Ανησυχείς, μου λέει, και θα δεις. . .
Μπαίνει λοιπόν ο Σικελιανός στην εκκλησία. Ανάβει κερί, προ­σκυνά, και μετά προχωρεί στη μέση της εκκλησίας κι αρχίζει να σταυροκοπιέται και να κάνει μετάνοιες, να χτυπά το κούτελό του κατά γης, να σηκώνεται, να σταυροκοπιέται και πάλι μετάνοια και ξανά και ξανά. Σαστίσανε οι χωριάτες, θαυμάζανε, για την εύλάβειά του, πρώτη φορά ερχότανε από την Αθήνα άνθρωπος τόσο καλός χριστιανός... Μάθανε ποιός ήτανε, ρωτούσαν... Η­θοποιός, καταλαβαίνεις.
                       Τότε με το Χρηστομάνο, συμπληρώνει ο Αυγέρης, είχαν ανεβεί στη σκηνή, κι ο Σικελιανός, κι ο Σκίπης, κι ο Παπαγεωργίου — αυτός διακρίθηκε —, κι ο Πασαγιάννης. Ήσαν εξάλλου όλοι τους πολύ όμορφοι. Ο Σκίπης έμεινε αρκετά κοντά στο Χρηστομάνο, μα ύστερα πού πήγαινε να τα φτιάξει με την αδερφή του Χρηστομάνου, ο Χρηστομάνος τον έδιωξε. Ο Βλαχογιάννης τον πρόδωσε πως είχε λάβει γράμμα από την αδερφή του. . .
(από αφήγηση Βάρναλη — Αυγέρη)

Οι Βάρναλης - Αυγέρης, φίλοι από τα φοιτητικά τους χρόνια, συναντιούνται συχνά και στα μεγάλα τους χρόνια. Ογδοντάρηδες τώρα (1966) ανταλλάσσουν επισκέψεις, συντρώγουν, αστειεύονται, αναθυμούνται, αλληλοπειράζονται.
Μόλις ό Βάρναλης έβγαλε το βιβλίο του «Ελεύθερος Κόσμος», το πήρε και με θερμή αφιέρωση το 'φερε στον Αυγέρη. Τον βρήκε ξαπλωμένο στο κρεβάτι να διαβάζει.
                   Αφού μπορείς και μένεις όλη μέρα ξαπλωμένος στο κρεβάτι, δε θα σού κοστίσει ο τάφος. ..
                    Μα γι' αυτό ξαπλώνω, κάνω πρόβα τζενεράλε. ..
Είσαι καλά εσύ, είναι γερός ο ψυχικός σου κόσμος. Εγώ έχω καλό στομάχι, έχω καλή καρδιά, όλα μου είναι καλά, μα ή ψυχή μου πάσχει. . .
                    Η ψυχή σου; Και δεν την χ…  την ψυχή σου;
(καταγραφή Έλλης Αλεξίου)

Την Τετάρτη, 10 του Νοέμβρη, 1971, πήγαμε για ψάρι. Βάρ­ναλης, Αυγέρης, Άντα Κατσίκη — είπαμε, φιλόλογος, νεαρή, υποψήφια διδάκτωρ της Σορβόννης, κάτοχος και οδηγός του αυτοκινήτου — και εγώ. Κατά το γεύμα και μετά, πολύ γελάσαμε εξ αφορμής της Ασυνεννοησίας των δυο ποιητών. Με την κουφαμάρα τους την τόσο προχωρημένη, άλλα έλεγε ο ένας, άλλα κα­ταλάβαινε ο άλλος.
Εγώ συνηθίζω άμα τρώμε ψάρι να λέω στο γκαρσόνι να φυ­λάει τα κεφάλια κ.λπ. για τα γατιά. «Δεν είναι δικά μας, λέω στο Βάρναλη, αδέσποτα της γειτονιάς ωστόσο πεινάνε...». Εκεί απάνω θυμήθηκε και άρχισε αποτεινόμενος στον Αυγέρη:
                    Θυμάσαι ένα μουσικό Προκοπίου;
                   
                     Δεν τον γνώρισες; Ήταν ένας κοντός, χοντρός. Πη­γαίναμε μαζί στον Πειραιά σε μια ταβέρνα... τρώγαμε, πίναμε, και γυρίζαμε αργά στην Αθήνα. Αυτός ήταν πολύ ζωόφιλος εί­χε ως σαράντα γατιά. . . ζούσε με τη μάνα του... Μια φορά κα­θώς πλησιάζαμε πια στην ταβέρνα, άκουσε γατί να κλαψουρίζει. Σταμάτησε, πήρε το γατί και το 'βαλε στην τσέπη του.
                     Τι κάνεις αυτού, του λέω, τρελός είσαι; Παράτα το γα­τί, γιατί φεύγω. Να κουβαλάς το γατί στην ταβέρνα;...
Το παράτησε.
Πήγαμε, φάγαμε, ήπιαμε και αργά πολύ φύγαμε ακολουθώντας τον ίδιο δρόμο. Μέσα στο σκοτάδι ξανακούστηκε το κλα­ψούρισμα του γατιού. Τότε ο Προκοπίου έσκυψε, το ξαναπήρε, κι εγώ δεν του είπα πια τίποτα. «Έχω και τη μάνα μου που κι αυτή πολύ τ' αγαπά, τα λυπάται. . . έχομε κ' ένα και το φωνάζουμε Βάρναλη...».
                     Βάρναλη; Από πού κι ως πού; Τι σας ήρθε;
                    Είναι ένα γατί, που δεν είχε ακόμα γίνει δυο μηνώ, κ' ήθελε να γ... τη μάνα του. . .
Και βάρθηκε ο Βάρναλης να γελάει ξεκαρδισμένα.
(καταγραφή Έλλης Αλεξίου)

(Συνεχίζεται)