Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 4 Ιουλίου 2014

Νίκος Καζαντζάκης

Νίκος Καζαντζάκης*


ΜΕΤΑ θάνατον φιλοτιμήθηκε η Πατρίδα (το καθεστώς της υποτελείας) να τιμήσει ένα Ελεύθερο τέκνο της, τον Καζαντζάκη. Να τόνε θάψει δημοσία δαπάνη! Να τον τιμήσει νεκρόν, γιατί, όσο ήτανε ζωντανός και την τιμούσ' εκείνος και μέσα κ' έξω απ’  τα σύνορά μας, η Πατρίδα (το καθεστώς της υποτελείας) τον αποκήρυττε και τον πολεμούσε με όλες του τις εξουσίες: υπουργεία, Εκκλησία, Ακαδημία. Ευτυχώς που ζούσε στην ξενιτιά. Αν ήταν εδώ κ' έγραφ' εδώ, θα τον κυνηγούσε πιο αποτελεσματικά ως αντίχριστο κλπ.
Στον τάφο του μόνο δάφνες ταιριάζουνε τώρα. Πολλά, πρόωρ' ακόμα, κι αντιφατικά γραφτήκανε στις εφημερίδες αυτών των ημερών για τον άνθρωπο και για το έργο του. Κι αυτός και κείνο έχουν αντιφάσεις. Ζούσανε διπλή ζωή. Μιαν Αληθινή και μια φκιαχτή.
Ο Καζαντζάκης ήταν όχι τόσον ένας δημιουργός ηρώων παρά, πολύ περισσότερο, ήρωας ο ίδιος! Ήρωας της δουλειάς, της μάθησης, των ταξιδιών, της σκέψης και της αυτοκυριαρχίας. Θα μείνει μοναδικό παράδειγμα αδιάκοπης προσπάθειας για την κατάχτηση της κορυφής. Ο Σικελιανός ήτανε πηγαίος πληθω­ρικός τύπος — εκρηκτικός και στη ζωή του και στους στίχους του. Έφτανε με άλματα στο τέρμα. Ήτανε προικισμένος από τη Φύση μέσα στη Φύση — αυτός το κέντρο. Ο Καζαντζάκης κατάφερνε ν' αντικατασταίνει τον αυθορμητισμό με τον καιρό και με τον κόπο - καταπώς ήθελε ο Σολωμός. Όμως κι ο καιρός κι ο κόπος άφησανε τα ίχνη τους στα κείμενα του.
Όλη του η αγωνία, όπως φαίνεται και στα βιβλία του και στα ιδιωτικά του γράμματα, ήτανε να καταπλήξει με την εντυπωσιακή, την απροσδόκητη την υπερβολική φράση — την αλήθεια του περιεχομένου την είχε για δεύτερο πράμα. Γι' αυτόν το λόγο το έργο του κάνει εντύπωση, μα δεν πείθει. Δεν κινεί την πραγματικότητα - γιατί μένει έξω απ’  τη φλεγόμενη βάτο, την πραγματικότητα.
Άλλωστε, στην ουσία της, η φιλοσοφία του είναι άρνηση της πραγματικότητας: του φαινομένου! Είναι πέρα κι από τις αλήθειες κι από τα ψέματα, όπως ο Νίτσε πέρ' απ' το καλό και το κακό. Ο θάνατος - η τελευταία πράξη. Και αρχή.
Αυτός ο μηδενισμός του τον εμπόδισε να πάρει θέση πουθενά. Έμεινε πάντα έξω απ' όλα - έκτος αν κάποτε κάπου ερα­σιτεχνικά και περαστικός. Μόνο στο δημοτικισμό έμεινε πάντα πιστός αγωνιστής κ' ένας από τους τελευταίους, που απομείναμε, οπαδούς του Κανόνα.
Μόνον έξω από τα πράγματα ένιωθε τον εαυτό του λεύτερο: αποδεσμευμένον από μάταιες ευθύνες. Στα παλιά του τα χρόνια βρήκε τη θεωρία του μετακομμουνισμού - μια θεωρία που τον ευκόλυνε να ξεφορτωθεί το παρόν. Ανάλογη θεωρία είχε λανσάρει τότε και ο κ. Παπανδρέου: τη θεωρία του μετακαπιταλισμού.
Αυτός ο μηδενισμός κ' εξωπραγματισμός του ήταν ίσως φυσική εκδήλωση μιας πικραμένης ιδιοσυγκρασίας. Αλλά του με­γάλωσε την απελπισία και τον οδήγησε στο μυστικισμό και στη θεοληψία. Αυτά τα διαλυτικά πνευματικά στοιχεία αφαιρούν από το έργο του τη δύναμη, που πρέπει να έχουν όλα τα ζων­τανά έργα: να κινούνε την πραγματικότητα, να φρονηματίζουνε τα νιάτα και να φωτίζουνε το δρόμο του μέλλοντος.
Ανεξάρτητ' απ’  όλα αυτά, το έργο του όλο είναι καταπληχτικό σε ποσότητα και σε ποιότητα. Σ' όλα τα είδη του εντέ­χνου Λόγου στάθηκε θαυμαστός, αλλά πάντοτες έντεχνος. Έγραψε δεκάδες χιλιάδες στίχους και πεζά. Κι όλα με την αγωνία της έκφρασης μη περαιτέρω. (Έτσι ορίζει το λογοτεχνικόν ωραίο ο Μπενεντέτο Κρότσε. Μα ο ορισμός του είναι μισός. Πρέπει και το περιεχόμενο να ναι αλήθεια μη περαιτέρω - τουλά­χιστο βίωμα).
Οι νέοι (κ' οι γέροι) έχουνε να πάρουνε πολλά διδάγματα απ’ τον Καζαντζάκη: Να χουνε φιλοσοφικές περιέργειες, να μην είναι αδιάβαστοι και προχειρολόγοι, να δίνουν όλη τους τη ζωή στην Τέχνη και στο δούλεμα της έκφρασης - αλλά και στην αναζήτηση της αλήθειας, του δίκιου και της ελευθερίας. Γιατί κι αν είναι το έργο του μάλλον αρνητικό, έχει δυο μεγάλα προτερήματα, που το σώζουν από κάθε χαλασμό: την ελευθερία της συνείδησης και την περηφάνια της ελευθερίας.
Είναι περίεργη σύμπτωση (υπάρχει και λόγος!) που οι με­γαλύτεροι συγγραφείς και φωτοδότες του Έθνους έζησαν ή έδρασαν στο εξωτερικό. Από το Ρήγα ως τον Κοραή, από το Σολωμό (τα Εφτάνησα τότες ήταν... εξωτερικό) και τον Κάλβο ίσαμε τον Ψυχάρη και τον Πάλλη,
Η μοίρα των εδώ είναι η μοίρα του Παπαδιαμάντη και του Βουτυρά - ή ακόμα χειρότερα — του Λασκαράτου και του Ροΐδη. Κανένα ελεύθερο πνεύμα δεν είναι δεχτό εδώ. Προσέξτε ποιοι στέκονται στα ψηλότερα πόστα της πνευματικής μας ζωής και θα καλοτυχίσετε τον Καζαντζάκη, που μπόρεσε να ζήσει και να δουλέψει και να μεγαλυνθεί στο εξωτερικό, για να ταφεί στο τέλος εδώ δημοσία δαπάνη.


* Ένα κείμενο του Βάρναλη για τον Καζαντζάκη που γράφτηκε στην «Αυγή» τη δεκαετία του 1950 (για ευνόητους λόγους δεν αναφέρουμε την ακριβή ημερομηνία)  

Τετάρτη 10 Απριλίου 2013

Ν. Καζαντζάκης - Κ. Βάρναλης

Αναδημοσιεύουμε απόσπασμα από άρθρο του Αλέκου Α. Ανδρικάκη στην εφημερίδα «Πατρίς» της Κρήτης. Το απόσπασμα που αναδημοσιεύουμε σχετίζεται με το ποίημα του Βάρναλη «Συμπόσιο» που συμπεριλαμβάνεται στα «Ποιητικά» του 1959. Δεν υιοθετούμε το χαρακτηρισμό κακεντρεχής για την κριτική του Βάρναλη στην «Οδύσεια». Για να έχει καλύτερη εικόνα ο αναγνώστης στο δεύτερο μέρο παραθέτουμε ένα απόσπασμα από χρονογράφημα του Βάρναλη στην «Αυγή». 

Α’ ΜΕΡΟΣ
«Η αφιέρωση του Βάρναλη
Στο ίδιο όμως περιοδικό υπάρχει ένα επίσης άγνωστο ποίημα που σχετίζεται με τον Καζαντζάκη (Πέτρο Ψηλορείτη). Πρόκειται για ένα ποίημα του νεαρού τότε Κώστα Βάρναλη, που είχε συνεργασία με τα ’’Γράμματα’’, και το οποίο είχε δημοσιευτεί τρία χρόνια νωρίτερα (φυλλάδα 9-10, Οκτώβριος – Νοέμβριος 1911). Τίτλος του «Συμπόσιον» και ο ποιητής το αφιέρωνε στο φίλο του Πέτρο Ψηλορείτη. Στην αποδελτίωση του στιχουργήματος από το αρμόδιο τμήμα του Πανεπιστημίου της Πάτρας, στις συλλογές του οποίου υπάρχει το αλεξανδρινό φιλολογικό περιοδικό, από παραδρομή αναφέρεται ότι το ’’Συμπόσιον’’ είναι ποίημα του Πέτρου Ψηλορείτη. Στην πραγματικότητα πρόκειται για ποίημα του Βάρναλη αφιερωμένο στον Καζαντζάκη (Ψηλορείτη). Και βέβαια υπάρχει η εξήγηση για την αφιέρωση. Τον Αύγουστο του 1911 οι δύο μεγάλοι των ελληνικών γραμμάτων, που διατηρούσαν επαφές, είχαν περάσει μαζί τις διακοπές τους στο Κράσι. Εκεί παραθέρισαν ως μια παρέα νέων ηλικιακά διανοούμενων, οι οποίοι αργότερα θα είχαν πρωταγωνιστικό ρόλο στην ελληνική λογοτεχνία. Φιλοξενούμενοι συγγενή του πατέρα της Έλλης και της Γαλάτειας Αλεξίου, βρέθηκαν μαζί με τις δύο αδελφές, ο Νίκος Καζαντζάκης, ο Κώστας Βάρναλης, ο Μάρκος Αυγέρης, αργότερα δεύτερος σύζυγος της Γαλάτειας, ο φίλος του Καζαντζάκη Χαρίλαος Στεφανίδης. Στο φωτογραφικό αρχείο των εκδόσεων Καζαντζάκη έχει διασωθεί φωτογραφία από τον παραθερισμό της παρέας αυτής, αλλά από τον επόμενο Αύγουστο, όταν επαναλήφθηκε η πρόσκληση. Πιθανώς, γοητευμένος από την προσωπικότητα του Καζαντζάκη, ο Βάρναλης τού αφιέρωσε λίγο μετά το ποίημά του.

Πάντως ο Καζαντζάκης δεν ανταπέδωσε τη συγκεκριμένη απόδοση τιμής του Βάρναλη. Μετά από 11 χρόνια, όταν ο Βάρναλης, υπογράφοντας ως Δήμος Τανάλιας, εξέδιδε την εμβληματική ποιητική δημιουργία του «Το Φως που καίει», με την οποία έκανε τη μεταστροφή του στην κοινωνική ποίηση, εισέπραξε μια μάλλον κακεντρεχή κριτική του Καζαντζάκη. Σ' ένα γράμμα του προς τη Γαλάτεια, ο Νίκος Καζαντζάκης έγραφε: «Cherie, τώρα λαβαίνω τις εφημερίδες με το "Νουμά". Ξεφυλλίζοντας το "Νουμά" είδα μια κριτική για κάποιο "Τανάλια". Δεν τολμώ να πιστέψω πως είναι ο Βάρναλης. Θα 'ναι κανείς μαθητής καθυστερημένος του Παλαμά. Σκέψη, στίχος, ρητορεία - όλα Παλαμοφέρνουν. Αν πρόκειται για το Βάρναλη σε παρακαλώ θερμότατα στείλε μου το βιβλίο για να το διαβάσω με προσοχή. Θέλω ν' αλλάξω γνώμη. Αφήνω τη σκέψη του (πόσο είναι "σοσιαλιστικά" πίσω δε λέγεται), ο στίχος, η ποίηση, είναι ανάξια ρητορεία κι αφηρημένες έννοιες και κεφαλαία γράμματα». Φυσικά ο Καζαντζάκης, που θα γνώριζε ότι ο Τανάλιας ήταν ο Βάρναλης δεν είχε δίκιο, αφού το έργο αυτό έχει θεωρηθεί από τις κορυφαίες παραγωγές του Βάρναλη. Αρκετά αργότερα, στα 1939, ο τελευταίος ανταπέδωσε στα ίσα. Όταν πήρε στα χέρια του την ’’Οδύσσεια ’’, έγραψε με ανάλογη κακεντρέχεια: ’’Πρόκειται για μια ανοιχτόκαρδη φάρσα’’»!
(εφ. Πατρίς»)


Β’ ΜΕΡΟΣ
Στον τάφο του μόνο δάφνες ταιριάζουνε τώρα. Πολλά, πρόωρ' ακόμα, κι αντιφατικά γραφτηκανε στις εφημερίδες αυτών των ημερών για τον άνθρωπο και για το έργο του. Κι αυτός και κείνο έχουν αντι­φάσεις. Ζούσανε διπλή ζωή. Μιαν Αληθινή και μια φκιαχτή.
Ο Καζαντζάκης* ειταν όχι τόσον ένας δημιουργός ηρώων παρά, πολύ περισσότερο, ηρωας ο ίδιος! Ηρωας της δουλειάς, της μάθησης, των ταξιδιών, της σκέψης και της αυτοκυριαρχίας. Θα μείνει μοναδικό παράδειγμα αδιάκοπης προσπάθειας για την κατάχτηση της κορυφής. Ο Σικελιανός* ειτανε πηγαίος πληθω­ρικός τύπος — εκρηκτικός και στη ζωή του και στους στίχους του. Εφτανε με άλματα στο τέρμα. Ειτανε προικισμένος από τη Φύση μέσα στη Φύση — αυτός το κέντρο. Ο Καζαντζάκης* κατάφερνε ν' αντικατασταίνει τον αυθορμητισμό με τον καιρό και με τον κόπο - καταπώς ήθελε δ Σολωμός. Ομως κι ο καιρός κι ο κόπος αφησανε τα ίχνη τους στα κείμενα του.
Ολη του η αγωνία, όπως φαίνεται και στα βιβλία του και στα ιδιωτικά του γράμματα, είτανε να καταπλήξει με την εντυ­πωσιακη, την απροσδόκητη την υπερβολική φράση — την αλη­θεια του περιεχομενου την είχε για δεύτερο πράμα. Γι' αυτόν το λόγο το έργο του κάνει εντύπωση, μα δεν πείθη. Δεν κινεί την πραγματικότητα - γιατί μένει έξω απ’  τη φλεγόμενη βάτο, την πραγματικότητα.
Αλλωστε, στην ουσία της, η φιλοσοφία του είναι άρνηση της πραγματικότητας: του φαινομένου! Είναι πέρα κι από τις αληθειες κι από τα ψέματα, όπως ο Νίτσε πέρ' απ' το καλό και το κακό. Ο θανατος — η τελευταία πράξη. Και αρχή.
Αυτός ο μηδενισμός του τον εμπόδισε να πάρει θέση πουθενά. Εμεινε πάντα έξω απ' όλα - έκτος αν κάποτε κάπου ερα­σιτεχνικά και περαστικός. Μόνο στο δημοτικισμό έμεινε πάντα πιστός αγωνιστής κ' ένας από τους τελευταίους, που απομείναμε, οπαδούς του Κανόνα.
(Κώστας Βάρναλης «Αυγή)


Σάββατο 19 Ιανουαρίου 2013

Κονταρομάχος...(4)





Συνεχίζουμε με περιστατικά και σχόλια από την βιογραφία του Κώστα Βάρναλη «Κονταρομάχος», γραμμένη από το φίλο του Μενέλαο Λουντέμη.   

 


Ό,τι το εκλεκτόν δάσκαλε
O γεννημένος φτωχός συνήθιζε να κάνει το ένα δύο. Ακόμη και τον επιούσιον να τον κάνει δυο επιούσιους. Δεν ήταν απ’ αυτούς τους φτωχούς ο Βάρναλης. Δεν θέλω να πω πως ήταν παραλής ή πολυφαγάς. Καθόλου μάλιστα. Ήταν όμως διαλεχτοφαγάς. Αλλά και να τόθελε να μην είναι δεν τον άφηναν οι προμηθευτές του. Έμποροι, λαχανοπώλες, χασάπηδες, ψαράδες θα του φύλαγαν πάντα ό,τι το πιο διαλεχτό («ό,τι το εκλεκτόν δάσκαλε»). Κι άμα το μαγαζί «εστερείτο» ο καταστη­ματάρχης θα τούλεγε: «Δεν έχω σήμερα τίποτα για τον κύριο Κώστα...». Και το μαγαζί ήταν γιομάτο. «Κι αυτό το μπούτι; ρωτούσε ο κυρ Κώστας, για ποιον το φυλάς; Θέλω να το κάνω με σκόρδο, και μαυροπίπερο στο φούρνο».
— Είναι... για άλλους.
Ήθελε να πει για άλλους, για κάτι παρακατιανούς που τρώνε ό,τι και να τούς ταΐσεις, για το σωρό δηλαδή. Για τον κυρ Κώστα όμως δεν είχε. Αύριο. Τα ψώνια πάλι εννοούσε να τα κάνει ο ίδιος. Στη Δώρα άφηνε το μαγείρεμα.
Σιχαινόταν τους πολυφαγάδες, τους σκεμπέδες. Απ’ τ' άλ­λο μέρος όμως περιφρονούσε και τούς λιτοδίαιτους.
Λυπόταν έξαφνα απ’ τα βάθη της ψυχής του τον Καζαντζά­κη. Αυτός «τσιμπολογάει», έλεγε, δεν τρώει. Σωστό ήταν. Ένα σύκο, ένα καρύδι, λίγα χόρτα βραστά. Ο Καζαντζάκης έλεγε «ο άνθρωπος είναι πνέμα» και γι’ αυτό δεν ήθελε να τον εκχυδαΐσει. Λέμε για άγιους των γραμμάτων, για τον Παπαδιαμάντη, για τον Μωραϊτίνη. Μα μπροστά σ' αυτούς ο Καζαντζάκης ήταν στυλίτης. Και το περίεργο, στερούνταν εθελοντικά. Γιατί -ναι μεν- πλούσιος δεν υπήρξε αλλά ποτέ δεν στερήθηκε τα στοιχειώ­δη. Τις μαύρες πείνες του Κοτζιούλα ή του Παπανικολάου ποτέ, ούτε και στα πιο στενάχωρά του χρόνια, τα περιπλανητικά, δεν τα δοκίμασε. Ήταν λιτοδίαιτος από πεποίθηση. Γενικά λίγες απ’ τις γήινες χαρές γεύθηκε οδ Καζαντζάκης. Απ’ τις ζωώδεις καμία.


Φτουραίνει πο­τές άνθρωπος που δεν ξέρει να βρίσει;
Μερικοί απρόσεχτοι τον είπαν «ευδαιμονιστή», «φίλαμπο» (Κώστας κερνά – Κώστας πίνει). Θα τους φανεί πολύ απροσδόκητη η αποκάλυψη.
Μόνο στους βιαστικούς κι επιπόλαιους φαίνονταν έτσι. Αλ­λά -κι αυτοί- αναγνώριζαν τη «μαστοριά του» στο στίχο. Η­λιθιότητα. Σα νάταν τυχαία η μαστοριά, κάτι θεόπεμπτο και όχι προϊόν της τυράγνιας, της υπομονής και της αγρύπνιας. Αλλά ξέρω τι ήθελαν. Ήθελαν να βλέπουν τον Βάρναλη «ποιητή» και στην ταβέρνα, ποιητή και στο δρόμο, ποιητή και στις παρέες. Αλλά ο Βάρναλης όταν έβγαινε έξω άφηνε τον ποιητή στο σπί­τι. Και κυκλοφορούσε με τον Κώστα τον Κωσταντή (γεια σου Κωσταντή βαρβάτε!). Κυκλοφορούσε με τον απλό, λαϊκό πολίτη. Σαν τον έβλεπαν μερικοί που τον αγνοούσαν φυσιογνωμικά απόμεναν. «Αυτός είναι ο Βάρναλης; έλεγαν. Αδύνατο!».
Πώς έπρεπε να είναι; Νάχει δηλαδή τη «σφραγίδα» του θεού; Αυτό έπαθε κι ο Σικελιανός και σιγά, σιγά έχασε τόνομά του. Όλοι τον έλεγαν «Ποιητή». Ο Σικελιανός δεν ήξερε να δι­χαστεί. Κάποτε βρέθηκε στο σταυροδρόμι... Ανακάλυψε ότι δε μπορούσε να ζει και με τις δυο μαζί Ιδιότητες. Και πέταξε τη μια. Έμεινε ποιητής. Στο ίδιο σταυροδρόμι βρέθηκε κι π Βάρναλης. Κάποιον έπρεπε να μανταλώσει. Από κάποιον ν’ απαλλαγεί. Και δεν άργησε να διαλέξει. Κλείδωσε τον ποιητή και κράτησε τον πολίτη. Όπως βλέπετε ο Βάρναλης κι ο Σικελιανός ήταν δυο φύσεις ανόμοιες. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο ότι δεν τα κατάφεραν ποτέ να μονιάσουν. Κι όταν μπορούσε ν’ αποφύγει ο ένας τον άλ­λον τόκαναν με μεγάλη ευχαρίστηση. Τι ήταν αυτό στο Βάρνα­λη πού τον κρατούσε μακριά απ’ το Σικελιανό; Τι τον απόδιωχνε: «Δε θα μου πεις, Άγγελε;»
-      Αγαπημένε μου... να! Πώς να το πω; Να... Είναι αυτό, αυτό το «λαϊκουρίστικο»... Καταλαβαίνεις; Είδες; Δεν λέω «λαϊ­κό». Αυτό... Δηλαδή μια... συχώρα με που δε βρίσκω τη λέξη... Θέλω να πω μια «triviliate». Μα όχι. Πάλι δεν το βρήκα, θέλω να πω αυτή η επιδεικτική απλοϊκότητα, αν μπορώ να την πω έτσι. ‘Η όχι;... Ε, αυτό.
Όταν δεν μπορούσε να συνταιριάξει τη λέξη που ήθελε έ­λεγε ένα «αυτό» ή ένα «ναι» και συμφωνούσε. Έπειτα... Ο Σικελιανός δεν μπορούσε να υποφέρει τη φυσικότητα. Του άρεσε να βλέπει τον άλλον να τα χάνει λίγο μπροστά του. Στο βάθος όλης αυτής της «αποστροφής» ήταν ένα γεγονός πολύ απλό. Ο Βάρναλης δεχόταν την ποίηση του Σικελιανού, δεχόταν το Σι­κελιανό αλλά δεν τον θαύμαζε. Ο Σικελιανός όμως δεν μπορού­σε να ζήσει χωρίς θαυμασμό Ε, αυτό ήταν τό μυστικό.
—  Είναι καμπανιστή... έλεγε, περίτεχνη (εννοούσε τη Σικελιανή ποίηση) παίρνει πόζα. Ας κάτσει ήσυχα. Δε θα γίνει και Αισχύλος.
—  Και γιατί; είναι τάχα αδύνατο; Είναι αδύνατο να γεν­νηθεί και σήμερα ένας Αισχύλος;
—  Α-πο-λύ-τως αδύνατο; Όσο αδύνατο ήταν και το να γεννηθεί στην εποχή του Αισχύλου ένας Σικελιανός. Αλλά, αυτά τα απλά πράγματα δεν μπορεί να τα καταλάβει ο κουμπάρος σου και γίνεται οχληρός. Ξέρεις ότι πιο νέος κυκλοφορούσε μέ χιτώνες, χλαμύδες, πέτασσο και πέδιλα; Είναι καμώματα σοβαρού σύγχρονου άνδρα αυτά;
Ο Σικελιανός με το Βάρναλη ήταν δυο αληθινές μεγαλει­ότητες του νεώτερου ελληνικού Παρνασσού αλλά βάδιζαν κι οι δυό παράλληλα. Δεν συναντήθηκαν ποτέ.
Ας ξαναγυρίσουμε στο Δάσκαλο. Το Σικελιανό φυσικά δεν τον είπε ποτέ κανείς «δάσκαλο» ούτε και «μπάρμπα - Αγγελο». Ενώ το «Δάσκαλος» και το «μπάρμπα - Κώστα» έπαιρνε κι έδινε στα χείλη του Λαού. Η απόσταση -αν υπήρχε κι όση υπήρχε- ανάμεσα στο Βάρναλη και στο λαό — ήταν οριζόντια. Διανύ­ονταν. Ανάμεσα στο Σικελιανό και το Λαό ή απόσταση ήταν κά­θετη.
Ε... Και όμως! Διανύθηκε! Αλλά πότε; Μόνο στα τελευ­ταία του χρόνια. Οταν πέσανε οι πείνες, τα σίδερα. Και ισοπε­δώθηκαν οι άνθρωποι... Τότε γνώρισε κι ο Σικελιανός το Λαό, τον ίδιο το Λαό. Γιατί ως τότε γνώριζε μόνο τη γλώσσα του - έξοχο μέσο επικοινωνίας αλλά όχι τόσο αποφασιστικό. Ο κανα­κάρης είχε μάθει τη γλώσσα -το ξαναπάμε- απ’ τις βάγιες του κι από κάτι «κυρούλες» ξωχάρισες που τον ντάντευαν, τον «λάτρευαν», του μαγείρευαν... και κατόπι σταυροκοπιούνταν.
Θάθελα να μη με δυσκολέψουν να ομολογήσω κάποτε ποιον αγάπησα πιο πολύ. Νομίζω πως θα πίκραινα τη μνήμη κεινού που έφυγε. Και ήταν ένας πολύ πρόωρος χαμός. Άξαφνος, σπα­ραχτικός.
Ο Σικελιανός δεν ξεψύχησε. Κεραυνοβολήθηκε. Είδε το θάνατό του, τρόμαξε, έκλεισε τα μάτια... Και δε θέλησε πια να τα ξανανοίξει.
-      Ήταν αριστοκράτης! φώναξε μια μέρα ο Βάρναλης.
-      Γιατί; ρώτησα.
-      Φαντάσου... Δεν είπε ποτέ τη λέξη «ρε». Φτουραίνει πο­τές άνθρωπος που δεν ξέρει να βρίσει; Πόσο είχε δίκιο! Τόσα χρόνια και μόνο τότε το ανακάλυψα. Ο Σικελιανός δεν έβρισε πο­τέ. Κοίτα ανακάλυψη! Και ποτέ δεν τούφυγε απ’ τα χείλη του κάτι το αγοραίο. Ίσως όχι γιατί το αποστρεφόταν μόνο. Αλλά ίσως και να το αγνοούσε. Βλέπετε... Πολλά μαθαίνει κανείς από γέρους πού δεν εννοούν να γεράσουν.
Γι’ αυτήν την άρνηση του Βάρναλη να γεράσει τον κακο­λόγησαν πολύ οι συνομήλικοι του. Μόνο ο Βέης - μεγαλόψυχος όπως πάντα τον έβλεπε συγκαταβατικά. «Τι φταίει ο Κώστας;» έλεγε. Φταίνε τα γηρατειά πού δεν τολμούνε να τον ζυγώσουν. Κείνος δεν ξέρει να γεράσει.