Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΟΛΟΤΟΥΡΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΟΛΟΤΟΥΡΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 23 Δεκεμβρίου 2012

Ο άγνωστος Βάρναλης (Αναδημοσίευση)

 

Αναδημοσιεύουμε σήμερα το ρεπορτάζ του «Σφυροδρέπανου» από την παρουσίαση του βιβλίου «Ο άγνωστος Βάρναλης και 19 αδημοσίευτα ποιήματά του», που έγινε τη Δευτέρα 17 Δεκέμβρη 2012 στην Αθήνα (στην αίθουσα εκδηλώσεων του ΕΔΟΕΑΠ). Εδώ μπορεί να διαβάσει κανείς και τα σχόλια στην ανάρτηση του Σφυροδρέπανου.
 
 

  
Χτες το βράδυ η κε του μπλοκ βρέθηκε στην αίθουσα των εκδηλώσεων του εδοεαπ, (του ταμείου των δημοσιογράφων), για την ανοιχτή παρουσίαση του βιβλίου του ηρακλή κακαβάνη για τον άγνωστο βάρναλη (και 19 αδημοσίευτα ποιήματά του) από τις εκδόσεις εντός. Είχε προηγηθεί πριν μερικές μέρες μια «κλειστή» παρουσίαση του βιβλίου σε δημοσιογράφους και blogger και η ανταπόκριση της κε του μπλοκ, που μπορείτε να θυμηθείτε εδώ.
Η απόφασή μου να ξαναγράψω για το ίδιο θέμα μέσα σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα, δεν είναι γιατί ξεμείναμε από θέματα. Αλλά αφενός για να τιμήσει τη μνήμη του ποιητή και τη συμπλήρωση 38 χρόνων από το θάνατό του, αφετέρου γιατί αυτή η εκδήλωση δεν επανέλαβε όσα ειπώθηκαν στην προηγούμενη, αλλά ήρθε να προσθέσει πολλά και ουσιαστικά πράγματα.

Ρόλο συντονιστή είχε η συνάδελφος του ηρακλή στο ριζοσπάστη, σοφία αδαμίδου, που είπε στο άνοιγμα ότι το βιβλίο που θα παρουσιαστεί είναι από αυτά που ζηλεύει κανείς και θα ήθελε να τα έχει γράψει ο ίδιος. Ακολούθησε ο χαιρετισμός εκ μέρους του δσ του εδοεαπ, από ένα μέλος του και προσωπικό φίλο του ηρακλή, που ανέφερε και «το τρίτο μέλος της παρέας», τον δημοσιογράφο γιώργο πετρόπουλο, με την καθοριστική συμβολή στη συγγραφή του βιβλίου. Κι η δραματοποίηση του σατιρικού διαλόγου του βάρναλη «λόγια και πράξις», από τους ηθοποιούς στέλιο γεράνη κι εύα βάρσου.

Πρώτος μίλησε ο χρήστος αλεξίου, ακαδημαϊκός κι υπεύθυνος του περιοδικού θέματα λογοτεχνίας. Ο οποίος διηγήθηκε την πρώτη του επαφή με την ποίηση του βάρναλη –στην περιοχή της θεσσαλίας με μια ανταρτοεπονίτικη ομάδα, που ήταν χρεωμένη και με την πολιτιστική δουλειά, με τον 13χρονο τότε αλεξίου να ερωτεύεται κεραυνοβόλα τα ποιήματα που άκουσε και να ακολουθεί στο βουνό την ομάδα, που γυρνούσε από χωριό σε χωριό. Καθώς και τη γνωριμία του με τον ίδιο τον ποιητή –όταν κατέφυγε στην αθήνα κυνηγημένος από τους σούρληδες, το 47’, και μέσω του κορδάτου και του συλλόγου «οι φίλοι του βιβλίου» συνάντησε το βάρναλη σε ένα βιβλιοπωλείο, γωνία ακαδημίας και ιπποκράτους, κρατώντας ένα ρίζο της δευτέρας για να τον αναγνωρίσει ο ποιητής. Αλλά έμεινε αποσβολωμένος, γιατί είχε πλάσει στη φαντασία του το βάρναλη ψηλό και μαυριδερό. Κι αυτός βάζοντας το χέρι του πίσω απ’ το αυτί του, το ρώτησε: τι, δε σου γεμίζω το μάτι;

Μας διηγήθηκε επίσης ένα ακόμα περιστατικό από τις διαλέξεις του τόμσον στην αθήνα, το 61’, όπου ένας συντηρητικός ακαδημαϊκός αντέδρασε και ξέσπασε, «αυτά είναι μαρξιστικές ανοησίες, όχι επιστήμη», για να εισπράξει την πληρωμένη απάντηση του βάρναλη: άι να χαθείς γάιδαρε, είσαι και καθηγητής πανεπιστημίου!

Ως καθηγητής πανεπιστημίου στο μπέρμιγχαμ, ο αλεξίου ήταν εποπτεύων στην πρώτη διδακτορική διατριβή σχετικά με τον ποιητή (από τη θεανώ μιχαηλίδη που ανέλαβε αργότερα την ευθύνη του αρχείου βάρναλη) κι είναι σε θέση να (ανα)γνωρίζει τη σημασία και το κενό στη βιβλιογραφία που έρχεται να καλύψει το έργο του ηρακλή, καθώς και τη σπουδαιότητα του επιστημονικού συνεδρίου που έγινε πέρσι στην έδρα της κε, στον περισσό. Όπως επίσης και την άγνοια (εξ ου και άγνωστος βάρναλης, όπως αναφέρεται στον τίτλο) για τα σύμβολα στο έργο του ποιητή –τι είναι ο χριστός; Τι είναι ο προμηθέας; Η μάνα γη, κτλ. Ο οδηγητής πάντως είναι ο λένιν, όπως μάθαμε προς το τέλος, κατά την απαγγελία του ομώνυμου ποιήματος.

Ενδιάμεσα ο αλεξίου μας έδωσε μερικά παραδείγματα, ενδεικτικά για τον ασυμβίβαστο χαρακτήρα του στοχαστή βάρναλη. Ο οποίος θαύμαζε κι αγαπούσε τον παλαμά, αλλά όταν ο τελευταίος έγραψε σε ένα ποιήμά του για τους «λύκους-μπολσεβίκους», δε δίστασε να του δώσει μια σκληρή απάντηση «σπαράζουν τους μωρούς ποιητές οι λύκοι», για να την αφαιρέσει αργότερα από τις επόμενες εκδόσεις του ποιήματος. Ενώ αντίστοιχες κριτικές είχε ασκήσει και σε προσωπικότητες όπως ο δελμούζος κι ο τριανταφυλλίδης, που επίσης εκτιμούσε βαθύτατα.

Εάν ο αλεξίου δεν πρόλαβε να γράψει κάτι εισηγητικά για την περίσταση, και ζήτησε την κατανόησή μας για αυτό (!), ο νίκος σαραντάκος φάνηκε αντιθέτως να μην προλαβαίνει να μας διαβάσει ολόκληρη την εκτενή εισήγηση που ‘χε γράψει για το βιβλίο, το οποίο είχε διαβάσει σε διάφορες μορφές, κατά τη συγγραφή του ακόμα, συμβάλλοντας σημαντικά στην ολοκλήρωσή του. Ελπίζω η περιληπτική απόδοση όσων είπε βάση σημειώσεων που μπόρεσα να κρατήσω, να μην αδικήσει το λόγο του, που ήταν πυκνός και χειμμαρώδης ως προς τη ροή του.

Αρχικά καταπιάστηκε με το ερώτημα που βάζει ο ηρακλής στο οπισθόφυλλο του βιβλίου του: γιατί κάποια από τα ποιήματά του ο βάρναλης, ενώ τα δημοσίευσε στον καιρό τους, δεν τα συμπεριέλαβε στις συλλογές ποιημάτων που εξέδωσε; Αναφέρθηκε σε ένα χρονογράφημα του βάρναλη στην πρωία (οι καταλοιποθήραι), όπου καταφέρεται ενάντια στους τυμβωρύχους (αν όχι εμπόρους) του πνεύματος που σκαλίζουν τα οστεοφυλάκια των νεκρών ποιητών, για να βρουν ό,τι να ‘ναι και να το δημοσιέψουν (ατελή κι ανέκδοτα ή πρωτόλεια ποιήματα που δε συμπεριλήφθηκαν στις οριστικές συλλογές τους). Αλλά [αναφέρθηκε] και στον αντίλογο που λέει ότι ο ίδιος ο βάρναλης είχε εμπνευστεί μια απάντηση σε ένα καβαφικό ποίημα, το οποίο δημοσιεύτηκε μόλις το 63’ (30 χρόνια μετά το θάνατό του). Κι ότι με αυτό το σκεπτικό δεν θα είχαμε σήμερα σημαντικά έργα του κάφκα –όπως τη δίκη, και τον πύργο- ο οποίος είχε ζητήσει στη διαθήκη του να καούν τα χειρόγραφά του –αλλά ευτυχώς δεν εισακούστηκε από το φίλο του, που είχε αναλάβει να την εκτελέσει.

Ο σαραντάκος είπε επίσης ότι πολλές ενότητες του βιβλίου θα μπορούσαν να σταθούν ξεχωριστά ως αυτοτελείς μονογραφίες, όπως πχ το κεφάλαιο για την εξορία, για την οποία ο βάρναλης είχε γράψει τις αναμνήσεις του σε μια μαρτυρία, που προοριζόταν να δημοσιευτεί στο ριζοσπάστη, αλλά το χειρόγραφο κάηκε με τη δικτατορία του μεταξά και χάθηκε. Μίλησε για την υποδειγματική ανάλυση των μαρασλειακών από το συγγραφέα, σε αντίθεση πχ με την προσέγγιση της ρεπούση που επικεντρώνει την ανάλυση των αιτιών αποκλειστικά στη ρόζα ιμβριώτη και το χτύπημα του φεμινισμού, αποσιωπώντας τη δίωξη του κώστα βάρναλη, που προηγήθηκε χρονικά.

Μίλησε ακόμα για την ιδιαίτερη γλώσσα και τον ψυχαρικό λόγο του βάρναλη, που δεν έχει τοπικούς αλλά πανελλήνιους ιδιωματισμούς, και για τις διάφορες κατηγορίες ποιημάτων του –πρωτόλεια, καταγραμμένα εκτός απάντων, αθησαύριστα κι ατελή, όπως το όχι του λαού, όπου ο ποιητής είχε σημειώσει στο χειρόγραφο ένα «ΟΧΙ», που κανείς δεν γνώριζε με σιγουριά αν αναφερόταν στον τίτλο του ποιήματος ή απέρριπτε έτσι τη δημοσίευσή του.

Επισήμανε επίσης το παράδοξο να έχουν εκδοθεί τα άπαντα ωραιότατων αλλά λιγότερο σημαντικών ποιητών από το βάρναλη, για το οποίο ευθύνεται εν μέρει κι ο ίδιος ο ποιητής, εξαιτίας της τελειομανίας του, καθώς τα αναδημοσίευε με το σταγονόμετρο, ή τα ξαναδούλευε όσο σήκωναν –γι’ αυτό κι ο ίδιος έλεγε ότι δε θυμόταν απέξω κανένα ποιήμά του. Και κατά μία άλλη εκδοχή –που δε βρίσκει σύμφωνο τον ηρακλή-εξαιτίας του φόβου του για τυχόν διώξεις, ή μη τυχόν δημοσιευτούν πρωτόλεια ποιήματά του, πχ αυτά που έστειλε κάποτε στον παλαμά.

Στο τέλος ο σαραντάκος χαρακτήρισε τον μ. παπαϊωάννου ως τον κορυφαίο σύγχρονο βαρναλιστή, αυτολογοκρίθηκε στα σημεία που δεν είχε προλάβει να αναπτύξει (ιδεολογική αντιπαράθεση με ιδεαλισμό, αθεϊκά, δίκη λουντέμη) και έκλεισε με ένα σχόλιο αναγνώστη από το ιστολόγιό του, που άφησε ο σφος οικοδόμος.

Στη συνέχεια ακολούθησε μια πολύ ιδιαίτερη και συγκινητική εισηγητική τοποθέτηση από την ποιήτρια σοφία κολοτούρου, που έχει υποστεί πλήρη απώλεια της ακοής της –κάτι που έχει επηρεάσει αναπόφευκτα και την εκφορά του λόγου της. Παράλληλα όμως είχε ένα ιδιαίτερο κοινό γνώρισμα με το βάρναλη, που ήταν βαρήκοος, και ανέπτυξε αυτό ακριβώς το θέμα των ήχων στο έργο του ποιητή, μιλώντας μεταξύ άλλων για τη δύναμη που έχουν οι ποιητές να αφουγκράζονται τον κόσμο γύρω τους, ακόμα κι όταν δεν ακούνε.

Η σκυτάλη πέρασε στον καζάκο, που αναρωτήθηκε φωναχτά «εμένα τώρα γιατί με φώναξαν;», αλλά όπως είπε στο κλείσιμο κι ο ηρακλής δεν υπήρχε κάποιος που θα μπορούσε να μεταδώσει καλύτερα, με τέτοια αμεσότητα τα μηνύματα της ποίησης του βάρναλη.
Στην αρχή διηγήθηκε την πρώτη του συνάντηση με τον ποιητή, σε ένα κουτούκι στην πλάκα, μαζί με άλλους συμφοιτητές του από τη θεατρική σχολή, όπου ο βάρναλης τους ζήτησε να του πουν απέξω κάποιο ποίημά του, κι αυτοί του απήγγειλαν τους μοιραίους. Καθώς και μια άλλη συνάντηση, στο πατάρι του λουμίδη, όπου τον χαιρετούσαν με σεβασμό κι αυτός τους έλεγε: μην προσκυνάτε βρε, και σας μείνει κουσούρι.

Μας διηγήθηκε επίσης ένα επεισόδιο από τη συμμετοχή του σε μια επιτροπή του υπουργείου πολιτισμού,στα μέσα της δεκαετίας του 80’, όπου έκοψαν σύσσωμη μια τάξη τελειόφοιτων, γιατί δεν ήξερε κανείς τους τίποτα για το βάρναλη. Κι έτσι δημιουργήθηκε πολιτικό θέμα, με τη μελίνα να πιέζει την επιτροπή να ανακαλέσει και να την εξαναγκάζει ουσιαστικά σε παρίατηση.

Ενώ στη συνέχεια –χωρίς να νιώθει ότι ξεφεύγει από την ουσία του θέματος- μίλησε: για την απέχθειά του προς τη φιλολογία της ήττας, των αγώνων και της αριστεράς, και κατά συνέπεια τους «ποιητές και τους καλλιτέχνες της ήττας». Για τους νόμους της κοινωνικής εξέλιξης, την ενότητα και πάλη των αντιθέτων. Και για το κίνημα, που αναπτύσσεται ασταμάτητα από αυτή την αντίθεση και μπορεί να γονατίζει, αλλά δε σταματά, ούτε πισωγυρίζει. Μίλησε επίσης για το δσε, που είναι πηγή περηφάνιας, κι όχι ήττα, επειδή έχασε από έναν πάνοπλο στρατό, που ενισχύθηκε από άγγλους, αμερικανούς και τα κέρατά τους... Αλλά και για την ελπίδα που είναι μόνο για τους πεθαμένους, που ελπίζουν στην κρίση της δευτέρας παρουσίας και όχι για τους ζωντανούς [–τι είναι ελπίδα; Τρώγεται αυτό το πράγμα;] που δεν πρέπει να ελπίζουν, αλλά να δρουν. Τώρα αντιθέτως έχουμε ένα εμπόριο ελπίδας, που συν τοις άλλοις είναι και κάλπικες.
Άλλο όμως να στα περιγράφει κανείς όλα αυτά κι άλλο να τα βλέπεις ζωντανά, με το ύφος και την παραστατικότητα του καζάκου.

Ο γιώργος σαρρής τέλος στάθηκε στην «τρομερή σύνθεση του πάνελ», όπου ένιωσε να κυλάει πηχτή δίπλα του η ιστορία, και είπε ότι σήμερα δεν έχουμε ανάγκη από περισσότερο βάρναλη, αλλά από περισσότερη βαρναλική ουσία, με το βιβλίο του ηρακλή να βάζει ένα μικρό τουβλάκι σε αυτήν την κατεύθυνση. Στο τέλος της εκδήλωσης τραγούδησε με την κιθάρα του δυο μελοποιημένα τραγούδια του βάρναλη, ενώ αργότερα έδωσε το «παρών» και στη συνεστίαση της αχτίδας καλλιτεχνών του κκε, ολοκληρώνοντας ένα γεμάτο πρόγραμμα.

Ενδιάμεσα είχαμε την απαγγελία ποιημάτων από τον χρήστο αλεξίου κι από το μακρονησιώτη συγγραφέα σωτήρη κράνια, που «πέτυχαν» αρκετά καλά και τη φωνή του μπαρμπα-βάρναλη. Καθώς και το κλείσιμο του συγγραφέα, στο οποίο ο ηρακλής στάθηκε στις ελάχιστες αναφορές που υπήρχαν στον τύπο και το διαδίκτυο για την επέτειο θανάτου του κώστα βάρναλη –μεταξύ των οποίων και η χυδαία δημόσια τοποθέτηση της χρυσής αυγής για το «κτήνος της βουλγαροφροσύνης». Μίλησε επίσης για τις επίσης ελάχιστες αναφορές των σχολικών βιβλίων στο έργο του ποιητή και έκανε ειδική μνεία στα δυο ντοκιμαντέρ της κρατικής τηλεόρασης –εκ των οποίων το ένα προβλήθηκε προχθές βράδυ στην ετ1- που είναι αξιόλογα και με πολύ καλή προσέγγιση στο έργο του βάρναλη, αλλά του ασκούσαν παράλληλα άδικη κριτική, γιατί τάχα ήταν υπερβολικά αισιόδοξος, με μια σχηματική ιδεολογική γραμμή της πάλης του καλού με το κακό, ενώ το έργο του είχε υπερβολικό ιδεολογικό φορτίο...

Επί τη ευκαιρία αναφέρθηκε και στο σχετικό ντοκιμαντέρ που επιμελήθηκε η σοφία αδαμίδου –που προβλήθηκε πρόσφατα από την τηλεόραση του 902- αλλά δυστυχώς δε μπορέσαμε να το παρακολουθήσουμε εξαιτίας ενός τεχνικού προβλήματος, όπως εξάλλου και ένα άλλο σύντομο βιντεάκι με στιγμιότυπα από την κηδεία του ποιητή.
Σε κάθε περίπτωση όμως φεύγοντας από την εκδήλωση για τον άγνωστο βάρναλη, νιώθαμε ότι γνωρίζαμε πολύ καλύτερα το έργο του και πως δε μας ήταν πλέον τόσο άγνωστος. Κι αυτή είναι η πραγματική αξία του βιβλίου του ηρακλή κακαβάνη.

Παρασκευή 21 Δεκεμβρίου 2012

Η ομιλία της Σοφίας Κολοτούρου



Αριστερά ο συγγραφέας Ηρακλής Κακαβάνης και δεξία η ποιήτρια Σοφία Κολοτούρου



ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ (1883-1974) - ΤΟ ΚΤΗΝΟΣ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΚΩΦΟΝ

Καλησπέρα σας.
Ευχαριστώ για την τιμή που μου κάνετε απόψε εδώ και μου ζητάτε να μιλήσω κι εγώ για τον γνωστό μας άγνωστο ποιητή, τον Κώστα Βάρναλη. Θα εστιάσω κυρίως σε μια του -σχετικά άγνωστη-, πλευρά που έχει σχέση με την απώλεια ακοής του. Πρώτα πρώτα θα πρέπει να σας παρακαλέσω να συγκεντρωθείτε στη φωνή μου, γιατί έχω κάτι κοινό με τον Βάρναλη: αντιλαμβανόμαστε και οι δυο τον κόσμο με μειωμένη ακοή, και αυτό έχει και επίδραση στη φωνή μας, εκτός των άλλων.
Προσωπικά έχω ολική απώλεια ακοής, την οποία και εμφάνισα σταδιακά, αλλά και ο Βάρναλης ήταν βαρήκοος, από μια ηλικία κι έπειτα, ενώ, καθώς φαίνεται έχανε προοδευτικά την ακοή του μέχρι τα βαθιά του γεράματα. Γι αυτό το λόγο είμαι ίσως ο καταλληλότερος άνθρωπος για να εντοπίσω και να περιγράψω την επίδραση που είχε η απώλεια ακοής του τόσο στην προσωπικότητά του όσο και στο έργο του.
Από πότε ήταν βαρήκοος ο Βάρναλης; Οι πρώτες αναφορές που εντόπισα αφορούν το έτος 1926, στα 43 του χρόνια: πρόκειται για την χρονιά που ξέσπασαν τα Μαρασλειακά και ο Βάρναλης παύθηκε από καθηγητής της Παιδαγωγικής Ακαδημίας μετά από ένα δημοσίευμα της Εστίας. Στο δημοσίευμα αυτό υποδείκνυαν ως παράδειγμα της αντεθνικής δράσης των μεταρρυθμιστών Παιδαγωγών ένα απόσπασμα από Το φως που καίει (το οποίο είχε δημοσιεύσει το 1922).
Όπως αναφέρει ο φίλος Νίκος Σαραντάκος  στον ιστότοπό του, στο ομώνυμο άρθρο: Το κτήνος είναι και κωφόν (από όπου πήρα κι εγώ τον τίτλο της σημερινής παρουσίασής μου) : Ένα αντίτυπο της συλλογής είχε δώσει ο Ευστράτιος Κουλουμβάκης, βουλευτής Οιτύλου που έκανε και υπουργός και στον τότε πρωθυπουργό Μιχαλακόπουλο, με χειρόγραφα σχόλια που έγραφαν μεταξύ άλλων : Βάρναλης, καθηγητής εις την Παιδαγωγικήν Ακαδημίαν, δηλαδή την αυθαίρετον Σχολήν του Γληνού. Το κτήνος αυτό είναι Βουλγαρικόν. Είναι και κωφόν.
Επομένως το πρόβλημα της ακοής του ήταν ήδη έντονο από το 1926. Φυσικά δεν ήταν κουφός με τη σημερινή έννοια (ολικά κουφός), ωστόσο επειδή τότε δεν υπήρχαν ακουστικά βαρηκοΐας όπως τα σημερινά (υπήρχαν κάποια πολύ παλαιάς τεχνολογίας και εντελώς ξεπερασμένα σήμερα), ένας άνθρωπος με μέτρια βαρηκοΐα, που θα μπορούσε σήμερα να είναι πλήρως λειτουργικός, τότε είχε σοβαρό πρόβλημα και δεν διέφερε και πολύ από τους ολικά κωφούς.
Στο βιβλίο «ο άγνωστος Βάρναλης» γίνεται επίσης σαφής αναφορά στο πρόβλημα της ακοής του πολλά χρόνια αργότερα, κατά τη δίκη του Λουντέμη το 1956. Επιτρέψτε μου να σας διαβάσω ένα απόσπασμα :
-         Σελ. 253: Να περάσει ο επόμενος μάρτυρας, Κωνσταντίνος Βάρναλης.
-         Κωνσταντίνος Βάρναλης! Επανέλαβε ο κλητήρας με ακόμα πιο δυνατή φωνή! (..)
-         Κωνσταντίνος Βάρναλης! Ξανακούστηκε η φωνή του κλητήρα.
-         Δάσκαλε, εσένα φωνάζουν! Του λέει ο Νίκος Παπάς (…)
Σελ 256: εδώ επεμβαίνει ο πρόεδρος και ρωτά κάτι.
-         Πιο δυνατά! Φώναξε ο Βάρναλης, φέρνοντας το χέρι στο αυτί του, σημάδι ότι δεν άκουσε την ερώτηση.
Σελ. 258: Ε; έκανε ο δάσκαλος, φέρνοντας το χέρι του στο αυτί, σημάδι ότι δεν άκουγε τι έλεγε ο σύνεδρος.
Αποσπάσματα σχετικά με το πρόβλημα ακοής του Βάρναλη βρίσκουμε όχι μόνο στον Λουντέμη, αλλά και αργότερα στο βιβλίο της Ελλης Αλεξίου «Υπό εχεμύθειαν» (1976), όπως το παρακάτω:
Είκοσι δύο Φλεβάρη του 1972, στην Πλατεία Κολωνακίου, έχει ωραία λιακάδα. Ο Βάρναλης κάθεται στο καφενείο «ΕΛΛΑΣ» και χαζεύει τους περαστικούς αλλά κατά κύριο λόγο τις περαστικές, σχολιάζοντας δυνατά την ποιότητα του κορμιού τους — «περισσούς κ. . . . έχεις. . .» — «μπουκιά και συχώριο!. . .». Τώρα πού έχει ολότελα αποκουφαθεί, δεν είναι σε θέση να κανονίσει τη δύναμη της φωνής του. Αλλά και δεν έχει όρεξη να μιλάει με τον κόσμο. Έχει καταλάβει εκ πείρας πως η διαδικασία της συνομιλίας δε γίνεται εύκολα, άμα είσαι κουφός. Γι' αυτό μιλάει μόνο με τον εαυτό του και μάλιστα δυνατά. Λέει ό,τι θέλει, αδια­φορώντας αν τον ακούνε γιατί, όπως είπαμε, δεν ακούει τη φω­νή του. Ίσως νομίζει πως μιλάει από μέσα του. (από αφήγηση Κωστή Τριαντάφυλλου)

Τα προβλήματα ακοής είναι γνωστό ότι επιφέρουν και δυσκολία στην επικοινωνία. Σε εποχές που δεν υπήρχε ίντερνετ, όπως η εποχή του Βάρναλη, ήταν ευνόητο ότι ο βαρήκοος θα οδηγούνταν σε ένα είδος κοινωνικής απομόνωσης. Για τον ποιητή και λογοτέχνη όμως το πρόβλημα ακοής είναι μαζί ευλογία και κατάρα. Αποτελεί εμπόδιο και μειονέκτημα στην επικοινωνία με τον κόσμο, αλλά την ίδια στιγμή αποτελεί και ένα φυσικό σύνορο που απομονώνει τον ποιητή ακριβώς τη στιγμή που θέλει να γράψει. Δεν είναι τυχαίο που οι περισσότεροι ποιητές αποζητούν την ηρεμία και την απομόνωση για να γράψουν. Ένα πρόβλημα ακοής σου προσφέρει το τέλειο άλλοθι για να είσαι παραγωγικός ακόμα και μέσα στο πλήθος.
Παράλληλα όμως, εκτός από τον χαρακτήρα και τη ζωή του βαρήκοου ποιητή επηρεάζεται αναπόφευκτα και το ίδιο το έργο του. Οι λέξεις και οι εκφράσεις που χρησιμοποιεί δείχνουν – ανεπαίσθητα βεβαίως – τη διαφορά. Κάποιος που έχει χάσει την ακοή του επίσης προοδευτικά όπως εγώ μπορεί να βρει και να κατανοήσει αυτές τις λεπτές διαφορές. Θα δώσω συγκεκριμένα παραδείγματα πάνω σε αυτό.
Στο περιοδικό Ηγησώ γράφει το 1907
ΝΥΧΤΑ ΣΤΗΝ ΕΞΟΧΗ

Τριζοβολούν γλυκόρρυθμα μες στα παλιούρια
Οι γρύλλοι βραδινοί τραγουδιστάδες,
Ρολόγια, λες, κουρντίζονται μυριάδες!  (..)
Να ιδούν μες στα πολύσπορα, πολύθροα σπάρτα!...
  
Κι επίσης την ίδια χρονιά:

ΣΤΗΝ ΑΦΡΑΣΤΗ
Τραγούδι μες στη νύχτα που αργοσβήνει!

Επομένως στα 22 -23 του χρόνια ακούει ακόμα καλά και περιγράφει τους ήχους της φύσης και τη μουσική.
Ας δούμε όμως τι γίνεται λίγα χρόνια αργότερα:

ΟΙ ΜΟΙΡΑΙΟΙ ( Από : Το φως που καίει, 1922 - 39 ετών )

Μες στην υπόγεια την ταβέρνα,
μες σε καπνοὺς και σε βρισιές,
(απάνου εστρίγγλιζε η λατέρνα)
Προσέξτε: Η λατέρνα εστρίγγλιζε, δηλαδή έκανε έναν περίεργο στριγγό ήχο, μάλλον δυσάρεστο στα αυτιά του. Δεν λέει: αντηχούσε, έπαιζε, σκόρπιζε μουσική, κάποια άλλη περιγραφή πιο μελωδική. Περιγράφει ήδη έναν παραμορφωμένο ήχο – κι έχει κι αυτό την γοητεία του στην περιγραφή των Μοιραίων, όσο κι αν δεν το συνειδητοποιούμε αμέσως.

Η ΨΥΧΗ ( Από τους Σκλάβους Πολιορκημένους, 1927 – 44 ετών)
Ω! πως ουρλιάζετε στριγγά, τυφλοσυρμένα χάμου,
τσακάλια, στ’ όνομά μου!
Που να κρυφτώ, να μην γρικώ! Μα εγώ, Ακοή του Κόσμου
τους βόγγους των αμέτρητω σφαιρώ χιλιάζω εντός μου.


Κι εδώ: τα τσακάλια ουρλιάζουν επίσης στριγγά, με τον ίδιο δυσάρεστο ήχο
Που έκανε πιο πριν και η λατέρνα κι ο ποιητής δεν θέλει να τα ακούσει! Που να κρυφτεί, λέει, να μην τα ακούει (αναφέρεται βεβαίως στα τσακάλια του πολέμου και στους αρματωμένους που σκορπούν τον θάνατο με αμέτρητες σφαίρες). Και την ίδια στιγμή μας διαβεβαιώνει: Μα εγώ Ακοή του Κόσμου… !  θέλοντας να δείξει πως δεν ακούμε απαραίτητα με το αυτί, πως οι ποιητές ακόμα κι όταν δεν ακούνε έχουν τη δύναμη να αφουγκράζονται τα γεγονότα.

Παρόλα αυτά, στους Σκλάβους Πολιορκημένους υπάρχει επίσης και το Τραγούδι του Τρελού:

Άϊ! με το γύφτικο ζουρνά,
με νταγερέ, που κουδουνά,
σύρε σκοπόν αντάμικο.
Εστράβωσα τη φέσα μου,
έρωτας που `ναι μέσα μου
για να χορέψω τσάμικο.

Αυτό μας δείχνει ότι ο ποιητής και ακούει ως ένα βαθμό ακόμα και επίσης θυμάται ήχους, σκοπούς, χορούς!  Μπορεί ο κόσμος των ήχων να έχει μειωθεί βαθμιαία για εκείνον, ωστόσο «ο μέσα του ήχος» ασφαλώς δεν σβήνει. Είναι για κείνον πιο εύκολο να θυμηθεί σωστά τον ήχο όταν τον συνδέει με το τραγούδι και τον χορό. Η με την θύμιση της Καμπάνας, από την ίδια πάλι συλλογή:

Ο πρώτος ήχος μου
πρώτη πληγή,
με τραβάς, αίμα μου
ξανά στη Γη.

Και πιο κάτω: «κανένας δεν κατάλαβε τι έλεγε η Καμπάνα. Γιατί καθένας άκουγε την δική του σκέψη…»


Αυτή την ανάλυση θα μπορούσαμε να τη συνεχίσουμε επί μακρόν και στα επόμενα ποιήματά του, ωστόσο αυτή εδώ η σύντομη ομιλία δεν είναι μια φιλολογική εργασία. Εχει σαν σκοπό να προβληματίσει τους φιλολόγους που βρίσκονται εδώ, ώστε να συνεξετάσουν και την παράμετρο της απώλειας ακοής του ποιητή σε επόμενες φιλολογικές τους μελέτες. Εξάλλου σε ένα από τα τελευταία του ποιήματα, το 1968, περιγράφει με εξαιρετική διαύγεια την κατάστασή του. Εχει τον τίτλο: 

Αυτονεκρολογία


Μ᾿ ἄφησαν ὅλοι στὰ κακὰ ὑστερνά μου:
γυναῖκες, συγγενάδια, ἄσπονδοι φίλοι.
Κανεὶς νὰ μὲ βαστάει, νὰν τοῦ μιλάω.
Μιλοῦσα μοναχὸς δίχως ν᾿ ἀκούω.
Νοέμβρης 1968


Από την πλευρά μου, κι επειδή απόψε εδώ μαζευτήκαμε για να μιλήσουμε για το βιβλίο «ο άγνωστος Βάρναλης και 19 αδημοσίευτα ποιήματά του» του Ηρακλή Κακαβάνη, προτίμησα να εντοπίσω μερικές ακόμη τέτοιες περιπτώσεις στα ποιήματα του βιβλίου και να τις μοιραστώ μαζί σας ενδεικτικά:

Από το ποίημα «Λεφτεριά» του 1922 (απάντηση στο ποίημα Λύκοι του Παλαμά),  το καταληκτικό δίστιχο αρχικά ήταν:
Ξάφνου του σάλαγγου κοπή∙ γέλια με φτάσανε στριγγά:
σπαράζαν τους μωρούς Ποιητές οι Λύκοι.

(όπου και πάλι βλέπουμε τη γνωστή μας πλέον λέξη: στριγγά, που δείχνει την
παραμόρφωση στον ήχο που άκουγε ο Βάρναλης). Το δίστιχο αυτό άλλαξε στην επόμενη έκδοση του 1956 ώστε να γίνει πιο ήπιο ως απάντηση στον Παλαμά σε:

και με τρεχάματα τρελά, μ’ αλαλητά του θανατά
στα Τάρταρα γκρεμίζονται οι Λύκοι.

Εδώ, αν και η περιγραφή του ήχου είναι πιο έντονη (αλαλητά του θανατά), αποτελεί μάλλον μια ανάμνηση ήχου παρά τον ήχο της καταβαράθρωσης, που περισσότερο τον φαντάζεται ή θυμάται παρά ακούει πια, γι αυτό και τραβάει την περιγραφή: με αλαλητά του θανατά προσπαθώντας να περιγράψει τη μέγιστη φασαρία όπως τη θυμάται.

Επίσης στο ποίημα «Η λευτεριά του Σολωμού» το 1973 γράφει το εξής δίστιχο (σε δύο παραλλαγές):
Στο περιοδικό «Η νέα Ποίηση»
Αιώνες όλ’ η Γης σε προσκυνά
δεν είσαι, δεν γρικιέσαι πουθενά!

Και:
Στη συλλογή «οργή Λαού»
Κλεισμένη στων Ελλήνων τα ιερά
τα κόκκαλά μας, σκούζε Λευτεριά!

Το 1973 ήταν ήδη 90 ετών και σίγουρα η ακοή του ήταν πλέον σε πολύ άσχημη κατάσταση. Πιθανότατα γράφει στην αρχή «δεν γρικιέσαι», δεν ακούγεσαι και μετά ασύνειδα το αλλάζει σε «σκούζε», έχοντας ίσως επίγνωση ότι κάτι που «δεν ακούγεται» δεν σημαίνει απαραίτητα ότι δεν κάνει θόρυβο: μπορεί κάλλιστα να σκούζει αλλά εμείς να μην το ακούμε…

Θα κλείσω εδώ αυτή τη μικρή παρουσίαση, αφού πρώτα επισημάνω ότι το βιβλίο «ο άγνωστος Βάρναλης» είναι για μένα πολύτιμο και για έναν άλλο λόγο. Όπως ήδη έχουν επισημάνει οι περισσότεροι ομιλητές, τα άπαντα του Βάρναλη δεν έχουν εκδοθεί και τα βιβλία του είναι δυσεύρετα σήμερα. Οι περισσότεροι από εσάς γνωρίζετε εξ ακοής πολλά ποιήματα του Βάρναλη που μελοποιήθηκαν και έγιναν τραγούδια. Εγώ όχι. Γνώριζα μόνον όσα ποιήματα είχα βρει σε ανθολογίες και στο διαδίκτυο.

Για να μπορέσω να γράψω αυτή την ομιλία, το βιβλίο «ο άγνωστος Βάρναλης» στάθηκε πολύτιμο για να κατανοήσω πολλές πλευρές της προσωπικότητας και του έργου του Βάρναλη, για να να μπω πιο βαθιά στην ψυχοσύνθεσή του. Οφείλουμε πολλά στον Ηρακλή Κακαβάνη για την συγκέντρωση αυτού του υλικού σε ένα βιβλίο, το οποίο και ελπίζω να αποτελέσει το πρώτο βιβλίο μιας μεγάλης σειράς κατά την οποία θα επανεκδοθούν τα άπαντα του Βάρναλη, με τον σχολιασμό που τους πρέπει από τους μελετητές τους και θα μπορέσουμε να τα έχουμε κι εμείς στη σύγχρονη βιβλιοθήκη μας. Γιατί ο Βάρναλης παραμένει πεισματικά σύγχρονος όσο οι καιροί αγριεύουν, παραμένει, όπως το είπε και μόνος του στους Σκλάβους Πολιορκημένους «η Ακοή του Κόσμου».

Σας ευχαριστώ.