Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΞΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΞΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 13 Οκτωβρίου 2012

Ο φιλολογικός «καβγάς» Βάρναλη - Ξενόπουλου (Γ' Μέρος)




Τη σκυτάλη παίρνει ο Βάρναλης για να απαντήσει ο ίδιος στον Γρ. Ξενόπουλο, με μια επιθετική επιφυλλίδα με τον τίτλο «Μια απάντηση». Στην επυφυλλίδα του Βάρναλη ανταπάντησε ο Ξενόπουλος από τις στήλες της εφημερίδας «Πρόοδος» με δύο συνεχόμενα δημοσιεύματα.
Στην πρώτη επιφυλλίδα ο Ξενόπουλος διευκρινίζει ότι οι παρατηρήσεις του δεν αφορούν το Βάρναλη: «Δεν είπα πως αι παρατηρήσεις μου μπορεί να χρησιμέψουν στον κ. Βάρναλη, αλλά γενικά στους νέους μας ποιητάς, που γι' αυτούς ίσα-ίσα έλεγα παραπάνου πως είναι σκλάβοι της Ρίμας (…). Ευτυχώς που ο κ. Βάρναλης είναι τόσο έξοχος ποιητής και μπροστά στην αξία της εμπνεύσεως και της φόρμας του, τα λάθη αυτά τόσο μηδαμινά ώστε και το δεύτερο νάκανε, -όπως έκαμε χθες το πρώτο- δεν θάχε καμμιά σημασία»
Θεωρεί ο Ξενόπουλος ότι οι τύποι «‘‘αντήχαν’‘, ‘‘εκοιμούσες’‘ και ‘‘πελάη’‘ δεν δικαιολογούνται ούτε με την αναλογία, ούτε με τη ζωντανότητά τους». Θα έπρεπε ο Βάρναλης να μεταχειριστεί τους «κλασσικούς  ‘‘αντηχούσαν’‘, ‘‘εκοίμιζες’‘, ‘‘πέλαγα’‘. (…) Ξέρω πολύ καλά πως ο ποιητής έχει κάθε δικαίωμα να πλάση έναν τύπο κατ' αναλογία ή να μεταχειρισθή ένα ζωντανό, οποιονδήποτε. Αλλά το πρώτο μπορεί να γίνεται μόνο, όταν στη γλώσσα δεν υπάρχει τύπος και χρειάζεται. Ο Εφταλιώτης άξαφνα, στην ‘‘Ιστορία της Ρωμηοσύνης’‘ έπλασε αναλογικά τον πληθυντικό οι ‘‘συγγραφέοι’‘ (και οι ‘‘δεκανέοι’‘, οι ‘‘ιερέοι’‘) κατά το οι ‘‘γονέοι’‘ και το ιδιωματικό ‘‘οι βασιλέοι’‘. Μάλιστα και κανονικός ο τύπος κι ωραίος ήταν ακόμη ανάγκη νάχουμε κ' έναν εύχρηστο πληθυντικό του ‘‘συγγραφέως’‘, ενώ δεν είχαμε παρά τον επίσης αναλογικό αλλ' άσχημο ‘‘οι συγγραφέηδες’‘ ή ‘‘οι συγγραφιάδες’‘. Όταν όμως υπάρχη το ‘‘αντηχούσαν’‘ και το ‘‘πέλαγα’‘, καμμιά ανάγκη να πλάση ο ποιητής καινούργια».
Και συνεχίζει την επόμενη ημέρα την επιφυλλίδα του ο Γρ. Ξενόπουλος λέγοντας ότι το ποίημα του Βάρναλη «Αλκιβιάδης» «είναι από τα καλύτερα που διάβασα αυτόν τον καιρό. Όχι βέβαια για τα ‘‘πελάη’‘ του και τα ‘‘εκοιμούσες’‘ παρά γιατί είδα σ' αυτό πραγματικά μια τελεία εικόνα, μια πιστότατη αναπαράσταση ‘‘και της ψυχής και της ζωής, και της μορφής, και του ήθους, και του χαρακτήρος του παράδοξου εκείνου Αθηναίου’‘». Του χτύπησαν όμως άσχημα μερικά πράγματα: «Άξαφνα το ‘‘φαρμακερό αστέρι’‘ που του κάκου ο κ. Β. το εξηγεί τώρα ολέθριο γιατί ολέθριο δε θα πη φαρμακερό, όχι. Δεν είν' επίθετο που μπορεί να κολλήσει στο αστέρι (…) Έτσι και το ‘‘πνέμα’‘ μου φάνηκε πως εκεί δεν είναι η κυριολεξία, γιατί ο ποιητής λέει πως ‘‘στο πνέμα του Αλκιβιάδη ελουζόντανε Εριννύες και Μούσες’‘. Μούσες μπορεί Εριννύες όμως όχι, δεν μπορεί κανείς να της φαντασθή στο ‘‘πνέμα’‘ εν´ος ανθρώπου. Αυτές της φαντάζεται στην καρδιά, στην ψυχή. Γι' αυτό εδώ η κυριολεξία θάναι το γενικώτερο ‘‘ψυχή’‘, που δυστυχώς όμως δεν ομοιοκαταληκτούσε με το ‘‘ψέμα’‘ (…) Όσο για την παρομοίωσι των εχθρικών καραβιών, που τα σέρνει οπίσω του δεμένα ο Αλκιβιάδης ‘’ωσάν εταίρες’’, μου φαίνεται ότι χρειάζεται περισσή δόσις μαντικής, για να καταλάβη κανείς, ότι ο ποιητής είχε στο νου του γυναίκες του Αλκιβιάδη. Η φράσι στο ποίημα είναι γενική, η παρομοίωση γίνεται άσχετη. Και γι' αυτό χτυπά αλλόκοτα σαν αταίριαστη»
Καταλαγεί ο Γρ. Ξενόπουλος λέγοντας ότι «είναι, το ξαναλέω, και τόσο ασήμαντα, μπροστά στις άλλες χάρες του ‘‘Αλκιβιάδη’‘, ώστε η αληθινή στενοκεφαλιά και η σοφιστεία θα ήταν να ισχυρισθή κανείς, πως δεν αξίζει τίποτα ένα τέτοιο καλλιτέχνημα, επειδή εδώ λέει ‘‘πελάη’‘ αντί ‘‘πέλαγα’‘, εκεί ‘‘πνέμα’‘ αντί ‘‘ψυχή’‘ και στο τέλος δεν έχει μια λεξούλα που θάδενε καλλίτερα της ‘‘εταίρες’‘ με τα ‘‘καράβια’‘».
Ο «καβγάς» έκλεισε με μια απάντηση του Γερ. Σπαταλά στο περιοδικό «Πυρσός». Ολόκληρο το κείμενο αυτό όπως και μια αναλυτική περιγραφή αυτής της φιλολογικής διένεξης υπάρχει στο βιβλίο «Ο άγνωστος Βάρναλης και 19 αδημοσίευτα ποιήματα».  

Παρασκευή 12 Οκτωβρίου 2012

Ο φιλολογικός «καβγάς» Βάρναλη - Ξενόπουλου (Β' Μέρος)



Στην κριτική του Ξενόπουλου απάντησε στην ίδια εφημερίδα επιφυλλιδογράφος με την υπογραφή «Α.», από την εφημερίδα «Πρόοδος». Τίτλος της επιφυλλίδας «ΕΝΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙ». Ακολούθησε δεύτερο κείμενο του Ξενόπουλου, στις 9 του Φλεβάρη με τίτλο «Η ‘‘Στρίγγλα Ρίμα’’», όπου ανταπαντά στον αρθρογράφο με την υπογραφή «Α.» (πλήρης εικόνα αυτού του «καβγά» στο βιβλίο «Ο άγνωστος Βάρναλης και 19 αδημοσίευτα ποιήματα»):

Η ‘‘Στρίγγλα Ρίμα’
«Ανέγνωσα εις την “Πρόοδον” την επιφυλλίδα του κ. Α. σχετικώς με τα γραφέντα εις την στήλην αυτήν διά τον “Αλκιβιάδην” του κ. Βάρναλη. Ο ανώνυμος αλλ’ αβρός και μελετημένος υπερασπιστής ισχυρίζεται ότι όσα υπέδειξα ως λάθη του ωραίου ποιήματος δεν είνε παρά ποιητικαί αδείαι και δικαιώματα του ποιητού. Κ’ εγώ παραδέχομαι ολοψύχως ότι εις την ποίησιν επιτρέπονται, χρειάζονται μάλιστα απαραιτήτως, μερικαί υπερβασίαι, ας είπωμεν, ασυγχώρητοι εις τον πεζόν λόγον, και θα είχα όλην την καλήν διάθεσιν να πεισθώ ότι είνε ανωτέρα καλλονή ό,τι μου εφάνη ως κοινή ασχημία. Μ’ εμποδίζει όμως κάποια παρατήρησις, πολύ διαφωτιστική νομίζω, την οποίαν δεν έκαμα προχθές, αλλά πρέπει να κάμω σήμερον.
»Τα περισσότερα δηλαδή από εκείνα που μου εκτύπησαν άσχημα ευρίσκονται εις το τέλος του στίχου· δικαιούμαι άρα να συμπεραίνω ότι έγειναν από την σκληράν ανάγκην της ομοιοκαταληξίας. Ούτω το “αποκοιμούσες” ετέθη εκεί διά να ομοιοκαταληκτήση με το “Μούσες”, όπως το “πνέμα” με το “ψέμα” και με το “αίμα”, όπως το “πελάη” με το “ανθοβολάει”... Αλλά και αυτά τα εχθρικά καράβια παρομοιάζονται με “εταίρες” χάρις εις της παραπάνω “φλογέρες”...
»Τι τα θέλετε! Όταν βλέπω κάτι παράξενον, αλλόκοτον, και συγχρόνως ομοιοκαταληξίαν, δεν ειμπορώ να μη συλλογισθώ ότι ο ποιητής δεν έβαλεν εκεί εκείνο ακριβώς που ήθελε —και που θα ήτο το ορθόν—, αλλά κάτι άλλο που του επεβλήθη από την ανάγκην και δι’ αυτό είναι λάθος, ώστε να χρειάζεται έπειτα θεωρίας διά να δικαιολογηθή...
»Ο Παλαμάς, νομίζω, ονομάζει κάπου την ομοιοκαταληξίαν “στρίγγλα Ρίμα”. Και τέτοια είνε αλήθεια! Οι νέοι ποιηταί μας δεν πρέπει να την αψηφούν τόσον και να μην καταβάλλουν όλας των τας δυνάμεις διά να την δαμάζουν, να την υποτάσσουν, ώστε να ειμπορούν να λέγουν ό,τι θέλουν αυτοί και όχι ό,τι τους επιβάλλει η στρίγγλα. Δεν ειμπορεί να πιστευθή κανείς ως δόκιμος ποιητής, τέλειος εις την τέχνην του, δυστυχώς, εάν δεν επιτελέση και αυτόν τον ηράκλειον άθλον. Ο Παλαμάς έξαφνα και προ πάντων ο Δροσίνης μεταχειρίζονται την Ρίμαν εντελώς ως σκλάβαν των. Οι νέοι μας ποιηταί, οι περισσότεροι, είνε ακόμη σκλάβοι της Ρίμας. Θα έλεγες ότι το παιγνίδι της είναι να τους κάμνη να λέγουν άλλα των άλλων. Και όταν παρετήρησα αυτό και εις τον κ. Βάρναλην, ένα ποιητήν που τόσον εκτιμώ, εθεώρησα καλόν να το είπω, με την ελπίδα ότι η παρατήρησίς μου θα ημπορούσε κάπως να χρησιμεύση».

Τετάρτη 10 Οκτωβρίου 2012

Ο φιλολογικός «καβγάς» Βάρναλη - Ξενόπολου



Στο βιβλίο «Ο άγνωστος Βάρναλης και 19 αδημοσίευτα ποιήματα» του Ηρακλή Κακαβάνη, υπάρχει ένα κεφάλαιο που αφορά το φιλολογικό «καβγά» του Βάρναλη με τον Ξενόπολου, με αφορμή το ποίημα του πρώτου με τίτλο «Αλκιβιάδης». Στο βιβλίο δίνεται μια ολοκληρωμένη εικόνα αυτού του «καβγά». Υποθέτουμε για λόγους οικονομίας χώρου δεν ήταν εφικτό να παρατεθούν όλα τα κείμενα όσων συμμετείχαν στο δημόσιο διάλογο. Αποδίδονται όμως περιληπτικά. Κάποια από αυτά τα κείμενα θα τα αναδημοσιεύσουμε, αρχής γενομένης από σήμερα.
Ο «καβγάς» ξεκίνησε με το ακόλουθο κείμενο του  Ξενόπουλου με τον τίτλο «Φιλολογικά»: 


«Φιλολογικά»
«Εν νέον ποίημα του κ. Κ. Βάρναλη, “Αλκιβιάδης” επιγραφόμενον, μου εφάνη από τα ωραιότερα που είδα αυτόν τον καιρόν. Εις επτά μεστά, δυνατά, καλλιτεχνικώτατα πεντάστιχα, με την παραστατικωτέραν φράσιν και την πλουσιωτέραν ρίμαν —Ευριπίδη, κοπίδι, Ερμοκοπίδη—, μας δίδει τελείαν εικόνα και της μορφής, και του ήθους, και της ψυχής, και της ζωής του παραδόξου εκείνου Αθηναίου. Αλλ’ ακριβώς διότι το ποίημα του κ. Βάρναλη μου εφάνη τόσον ωραίον, με επλήγωσαν περισσότερον κάποιαι του ατέλειαι. Παραδείγματος χάριν, υπάρχει μέσα ένα “φαρμακερόν αστέρι” που με κανένα τρόπον δεν ειμπορώ να εννοήσω. Φαρμακερά χόρτα, φείδια, λόγια ήξευρα ως τώρα· αστέρια όμως όχι! Παρακάτω μ’ εξαφνίζουν οι στίχοι:
Όχθρητες και φιλίες τής εκοιμούσες
Με το ταχύ και σφυρικτό σου ψέμμα...
»Αφίνω τον άγνωστόν μου τύπον “εκοιμούσες”, και απορώ: καλά της “όχθρητες”, αλλά και “της φιλίες” είχεν ανάγκην ν’ αποκοιμίζει ο Αλκιβιάδης με το ψέμμα; Προς τι; Έπειτα και αυτό το “Ταχύ σφυρικτό ψέμμα” πώς να το φαντασθώ “βαμμένο στο αίμα της πατρίδας του”, όπως λέγει παρακάτω; Να το κάμω βέλος, ακόντιον, κάτι τέτοιο; Δυσκολεύομαι. Με δυσκολεύει ο ίδιος ο ποιητής, όταν λέγη ευθύς:
Ερινύες ελουζόντανε και Μούσες
μες στο βαθύ και λαγαρό σου πνέμα
»Η εικών, ομολογουμένως είνε θαυμασία. Ήθελα να ήξευρα όμως: εκείνο το “πνέμα” είνε εδώ η κυριολεξία; Δεν το πιστεύω...
»Παρακάτω κι’ άλλος άγνωστος τύπος, “αντήχαν” αντί “αντηχούσαν”. Κι’ άλλος: “πελάη” αντί “πέλαα”. Επειδή το “πέλαγος” έγεινε “πέλαο”, τάχα και το “πελάγη” γίνεται “πελάη”; Πρώτην φοράν το ακούω. Και εις το τέλος η εικών του Αλκιβιάδου σύροντος οπίσω του “δεμένα των οχτρών τα καράβια ωσάν... εταίρες”. Διατί άρα γε “εταίρες”; Δένονται ποτέ αυταί κοπάδι και σύρονται από κανένα θριαμβευτήν; Το εναντίον μου φαίνεται συμβαίνει...
»Τι κρίμα! Τόσον ωραίον ποίημα και να έχη τόσα πολλά ψεγάδια! Το ξεύρω ότι οι νέοι μας ποιηταί είναι απρόσεκτοι και κατορθώνουν ώστε εις εν μόνον ποίημά των να σωρεύουν τόσας απροσεξίας όσας δυσκόλως θα εύρισκε κανείς εις ολόκληρον συλλογήν του Παλαμά, του Δροσίνη, του Πορφύρα, του Γρυπάρη. Δεν ήθελα όμως να κάμνη το ίδιον και ο κ. Βάρναλης, ο οποίος, με τόσα αριστοτεχνήματα που μας έδωσεν ως τώρα, ειμπορεί να καταταχθή μεταξύ των πρώτων».