Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΥΛΙΔΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΥΛΙΔΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 30 Απριλίου 2013

Η επαναστατική τέχνη ως συνείδηση της εποχής

Αναδημοσιεύουμε από το φιλικό blpg «Σεισάχθεια» την ομιλία του Περικλή Παυλίδη στην παρουσίαση του «Αγνωστου Βάρναλη» στη θεσσαλονίκη.



Η επαναστατική τέχνη ως συνείδηση της εποχής

(Κείμενο ομιλίας στην παρουσίαση του βιβλίου του Η.Κακαβάνη, «Ο άγνωστος Βάρναλης και 19 αδημοσίευτα ποιήματά του», Θεσσαλονίκη 21/4/13)

Περικλής Παυλίδης*

Το βιβλίο του Ηρακλή Κακαβάνη «Ο άγνωστος Βάρναλης» είναι ένα πολύ φροντισμένο πόνημα το οποίο εξοικειώνει τον αναγνώστη με τη γενική πνευματική διαδρομή του ποιητή φωτίζοντας συνάμα κρίσιμες στιγμές της και αποκαλύπτοντας ουσιώδεις πτυχές της προσωπικότητάς του, πράγμα  που επιτρέπει να κατανοήσουμε καλύτερα το περιεχόμενο του έργου του.
Το ερώτημα που τίθεται είναι ποια η σημασία της ενασχόλησης  στις μέρες μας με το έργο του Βάρναλη, τι δικαιώνει το ενδιαφέρον για ένα τόσο αδιαμφισβήτητα στρατευμένο κομμουνιστή διανοητή.
Εκκινώ από την άποψη ότι η  τέχνη συνιστά διαγενεακή επικοινωνία των ανθρώπων μέσω αισθητικών μορφών, οι οποίες μεταδίδουν και γεννούν συναισθήματα και σκέψεις. Σ’ αυτή όμως την  επικοινωνία επιβιώνει διαχρονικά και διασώζεται ό,τι έχει καθολική σημασία για την ανθρωπότητα, για τις ανάγκες και προοπτικές της.
Για να αποκτήσει καθολική σημασία   το έργο ενός δημιουργού, το οποίο ωστόσο αναπόφευκτα εντάσσεται σε συγκεκριμένο χωροχρόνο, θα πρέπει να αναδεικνύει  τα πλέον θεμελιώδη για την ανθρωπότητα ζητήματα της εποχής, αυτά που διαμορφώνουν τον ανθρώπινο κόσμο και  καθορίζουν την εξέλιξή του, να  αποτελέσει δηλαδή συνείδηση της εποχής,   και να το κάνει μάλιστα χρησιμοποιώντας μορφολογικά άρτιους τρόπους, λειτουργώντας βάσει των νόμων της αισθητικής ικανοποίησης.
Ο Βάρναλης υπήρξε εκπληκτικός τεχνίτης του λόγου. Ο στίχος του καλοδουλεμένος και  ακριβής συνδυάζει την διεισδυτική κριτική ματιά με την καυστικότητα, την ειρωνεία και  τη χλεύη. Συνάμα μας παρουσιάζει υπέροχα δείγματα λυρισμού.
Αυτό όμως που θα σημαδέψει το έργο του είναι  η σπουδαία επιλογή ζωής,  να ταχθεί με το μέρος του εργαζόμενου λαού σε μια εποχή μεγάλων επαναστατικών εγχειρημάτων.
Ο Βάρναλης ήταν από τους πρώτους διανοούμενους που ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμα της Οκτωβριανής Επανάστασης. Υπήρξε πρωτοπόρος της ελληνικής επαναστατικής διανόησης,   προτάσσοντας το νέο κοσμοϊστορικό ιδεώδες   με απαράμιλλο ενθουσιασμό και ιδεολογική μαχητικότητα.  Έργα του όπως  «Το φως που καίει»,  «Ο λαός των Μουνούχων» και «Σκλάβοι πολιορκημένοι», αποτελούν  λογοτεχνικό μανιφέστο  του ιστορικού υλισμού.
Αυτή η επιλογή του ποιητή  του επέτρεψε να βρεθεί στο ύψος της εποχής,  να διαβεί το δρόμο σκληρών και κρίσιμων κοινωνικών αγώνων,   ο οποίος συνάμα οδηγούσε σε γόνιμες πνευματικές  αναζητήσεις  και δημιουργικές καλλιτεχνικές  υπερβάσεις.
Στη δεύτερη δεκαετία του 20ου αιώνα ο αστικός κόσμος με τα δικά του ιδεώδη της δικαιϊκής ελευθερίας και  ισότητας και  της εθνικοπατριωτικής  αδελφοσύνης είχε ήδη εξαντλήσει την προοδευτική ορμή του, αποκαλύπτοντας με φρικτό τρόπο το πραγματικό του πρόσωπο, στέλνοντας εκατομμύρια ανθρώπινων ψυχών στην κρεατομηχανή του 1ου παγκόσμιου πολέμου (στην Ελλάδα επιπροσθέτως των Βαλκανικών πολέμων και της Μικρασιατικής Εκστρατείας).
Η διανόηση που παρέμεινε εγκλωβισμένη στα αστικά ιδεώδη βρέθηκε με τον ένα  ή τον  άλλο τρόπο μακριά από τα κρίσιμα ζητήματα της κοινωνικής προόδου ή και σε θέσεις εκ διαμέτρου αντίθετες προς αυτή.
Η διανόηση που αισθάνθηκε την παρακμή  της αστικής κοινωνίας αλλά δεν  μπόρεσε να διακρίνει προοπτικές  χειραφέτησης και να αφοσιωθεί σ’ αυτές επίσης βρέθηκε στο περιθώριο της ιστορίας.
Από αυτή τη σκοπιά παρουσιάζει ενδιαφέρον η σχέση του Βάρναλη  (την οποία αναδεικνύει επαρκώς ο Ηρακλής Κακαβάνης στο βιβλίο του) με διανοητές όπως ο Καβάφης, ο Παλαμάς και ο Δελμούζος, οι οποίοι υιοθέτησαν διαφορετικές ή και αντίθετες στάσεις απέναντι στην εποχή τους εν συγκρίσει με αυτή του ποιητή.
Δέον να τονιστεί ότι αυθεντικός και μαχητικός ανθρωπισμός στον 20ο αιώνα μπορούσε να υπάρξει μόνο μέσα από την προλεταριακή θεώρηση του κόσμου και τον αγώνα  για την ανατροπή της εξουσίας του κεφαλαίου.
Η κοινωνική στάση του Βάρναλη τον ώθησε να δει τη ζωή  από τη σκοπιά των υφιστάμενων την ταξική εκμετάλλευση, των φτωχών, των ταπεινών και καταφρονεμένων. Έτσι κατάφερε να αντιληφθεί  το μόχθο   και τη δυστυχία τους, (αυτά που πολλοί διανοούμενοι της εποχής κοιτούσαν αλλά δεν έβλεπαν) και να γίνει με το έργο του η φωνή τους.
Ο Βάρναλης πολεμά με πάθος και πείσμα τον κόσμο της αδικίας. Αποκαλύπτει το πραγματικό πρόσωπο των  αφεντάδων της ζωής, των εκμεταλλευτών εργασίας, αυτών που χτίζουν την ευτυχία τους πάνω στα κόκαλα του λαού, χρησιμοποιώντας βία και  απάτη.
Ο Βάρναλης αγαπά το λαό και γι’ αυτό δε τον κολακεύει. Αντιθέτως τον επικρίνει  για τη δειλία, τη μοιρολατρία και  τη μικροψυχία  που συχνά τον διακρίνουν. Ο λαός κουβαλάει μέσα του όλη τη σαπίλα της εκμεταλλευτικής κοινωνίας. Είναι ο  «καλός λαός», αυτός που φρόνιμα και ταχτικά πάει με κείνον που νικά, είναι ο λαός των μοιραίων   οι οποίοι, ενώ έχουν στερηθεί ό,τι όμορφο υπάρχει στη ζωή,  εκτονώνονται με υποκατάστατα ευτυχίας, περιμένοντας κάποιο θαύμα. 
Ο λαός μπορεί να προδώσει. Όπως σπαρακτικά αναφωνεί η βαρναλική Παναγία:   Θεριά οι ανθρώποι  δεν μπορούν το φως να το σηκώσουν.
Ο ποιητής γνωρίζει καλά ότι ο  λαός υφίσταται κάθε μορφής πνευματική χειραγώγηση και καταγγέλλει με καυστικό τρόπο την απύθμενη υποκρισία όλων εκείνων των απολογητών της ταξικής κυριαρχίας, οι οποίοι διδάχνουν την αγιότητα της σκλαβιάς και της πείνας ώστε να μπει ρυθμός και τάξη στο μυαλό και στην ψυχή των αδικημένων και να ζητάνε  μοναχοί τους ν’ αδικιούνται – για το καλό τους.
Ο Βάρναλης με το καθαρτήριο φως της σκέψης και του λόγου του αντιμάχεται τα ιδεολογικά φαντάσματα του κόσμου της εκμετάλλευσης, της καθημερινής ψευδούς συνείδησης,  τα οποία ηγεμονεύουν το μυαλό και τη ζωή των ανθρώπων του μόχθου. Το έργο του λειτουργεί ως νυστέρι που αποκαλύπτει τις θεμελιώδεις πλευρές της κοινωνικής αδικίας.
Γράφει στο  «Λαό των μουνούχων»:  απόχτησε σε μια-δυο γενιές νομιμότητα και κάποια ιερότητα. Ήταν η ιδιοκτησία. Κανένας δε θυμόταν, πως ήταν κλεμμένη.
Σπάνια μπορεί κανείς να συναντήσει τόσο οξυδερκή και κριτική στάση απέναντι στη θρησκεία, στην ισχυρότερη δηλαδή μορφή πνευματικής υποδούλωσης, η δύναμη της οποίας πηγάζει από όλη τη συσσωρευμένη στους αιώνες αδυναμία και απελπισία των ανθρώπων αναφορικά με το εφικτό της χειραφέτησής τους σε αυτό τον κόσμο και με τις δικές τους δυνάμεις.
Στους λίγους δόθηκεν η Γη, στα πληθ’ οι Ουρανοί
δεν είν’ αξιότερο αγαθόν απ’ την υπομονή.
Συνάμα περιβάλλει με ιδιότυπο σεβασμό τις θρησκευτικές μορφές του Χριστού και της Παναγίας, όχι γιατί εισάγει κατά λαθραίο τρόπο στοιχεία θρησκευτικότητας στο έργο του, αλλά γιατί κατανοεί πολύ καλά ότι  με τα σύμβολα του «θείου δράματος» εκφράστηκε το ανθρώπινο δράμα (πόσο Χριστέ σουν άνθρωπος, αναφωνεί η Μαγδαληνή), αλλά και η φαντασιακή αναζήτηση διεξόδου και λύτρωσης από την επίγεια μάβρη Κόλαση.
Είναι εξαιρετικά θαρραλέα και επαναστατικά  συνεπής η στάση του Βάρναλη απέναντι στην  έννοια του έθνους, αυτή τη λατρεμένη ιδέα  της αστικής τάξης, πίσω από την οποία έκρυβε όλη την  ταξική ιδιοτέλειά  της, αξιώνοντας από τους ταπεινούς και καταφρονεμένους να χύσουν το αίμα τους στο όνομά της, αυγαταίνοντας συνάμα τον πλούτο των αφεντικών τους.
Ξέν’ οι λαοί στον τόπο τους και δούλοι,
 χωρίς πατρίδα, πάντα «οχτροί και μούλοι
Ο Βάρναλης ειρωνεύεται και   καταγγέλλει και την κομφορμιστική συνείδηση των διανοουμένων,  η οποία καταφεύγει σε κόσμους φανταστικούς για να κρυφτεί σε αυτούς,  φτιάχνοντας  ένα ωραίο ιδανικό,  αδιάφορο όμως για τις ανάγκες των ανθρώπων.
Ξεσκεπάζει τις ψευδαισθήσεις περί ουδετερότητας της τέχνης και της συνείδησης:  Όσο το σώμα  θ’ ανήκει στον Καίσαρα θαν του ανήκει μαζί κι ο νους κ’ η ψυχή.
Ο Βάρναλης πιστεύει βαθύτατα στη δύναμη του λαού και στην ιστορική προοπτική της χειραφέτησής του.  Το έργο του είναι ιστορικά αισιόδοξο. Ο λαός θα νικήσει όλα τα φονικά ρηγάτα και θα θεμελιώσει το  βασίλειο της Δουλειάς της Πανανθρώπινης Φιλιάς.
Ο ποιητής παρακινεί το θύμα και το ψώνιο να φέρει ανάποδα τον ντουνιά.
Τα λόγια του Βάρναλη ηχούν σαν αγέρωχο επαναστατικό προσκλητήριο, συνιστούν σάλπισμα εξέγερσης:
Όχι με λόγια, μ’ έργα τ’ άδικο πολέμα!
Κι όχι μονάχος! Με τα πλήθη συνταιριάσου!
Τ’ άδικο μ’ αίμα θρέφεται! Πνίξε το με αίμα.
Ο ποιητής αναφέρεται στην προοπτική ενός λεύτερου κόσμου κι αυτό είναι ό,τι σημαντικότερο υπάρχει στο έργο του. Η δύναμη και η κοινωνική σημασία της τέχνης όπως και η δύναμη της ανεπτυγμένης-καλλιεργημένης συνείδησης, εν γένει, καθορίζονται από τη στάση απέναντι στην προοπτική, από την ικανότητα  κατανόησης και ανάδειξης της προοπτικής, αυτού δηλαδή που δεν μπορεί να διακρίνει ο καθημερινός κοινός νους των απλών ανθρώπων.
Η επαναστατική τέχνη του Βάρναλη, ως συνείδηση της εποχής,  επιχειρεί να στρέψει το  βλέμμα των ανθρώπων του εργαζόμενου λαού  στην αισιόδοξη προοπτική ενός όμορφου χειραφετημένου κόσμου, στον οποίο οι προλετάριοι έχοντας απαλλοτριώσει τους απαλλοτριωτές τους προσοικειώνονται όλα τα θαυμαστά επιτεύγματα του πολιτισμού:
η πλούσια Γης ολάκερη, τα κόπια μας κλεμένα ως χτες
όλα μας ξαναδίνονται με τις αγκάλες ανοιχτές
…   …
Όλα σου τέχνη τα καλά και τα μεγάλα δώρα
σα να ναι μια τα χαίρεσαι ψυχή παγκόσμια τώρα
Και η  λευτεριά είναι καθολική-πανανθρώπινη:  όμοια λεύτερη όλη η πλάση στον αγώνα του καλού.
Πολλοί ικανοί διανοούμενοι εμφανίστηκαν στον 20ο αιώνα. Όμως μόνο άνθρωποι σαν τον Βάρναλη στάθηκαν στο ύψος της κοινωνικής ανάγκης και της συνειδητής οργής, σήκωσαν   την ιστορία στους ώμους τους, φώτισαν το δρόμο της ανθρώπινης προσπάθειας για λύτρωση, για καλύτερο αύριο, έγιναν οι οδηγητές του λαού  στα μεγάλα επαναστατικά του  σκιρτήματα.
Ο Ρίτσος αποτιμά με τον ακριβέστερο τρόπο το έργο του Βάρναλη γράφοντας το 1956 στην τότε Αυγή:
Ποιητή, σ’ είδαμε πάντα στο πλευρό του λαού μας
με σκέψη και με πράξη. Ο λόγος σου
σπαθί, νυστέρι και φωτιά που φωτάει και φως που καίει.
Σ’ είδαμε πάντα με την παλάμη σου ανοιχτή δίπλα στ’ αφτί
για ν’ αφουγκράζεσαι πίσω απ’ τα τείχη
τη στρογγυλή βουή του ιστορικού αναπότρεπτου ήλιου.
Αυτό τον ήλιο μας έδειξες.

Η επαναστατική τέχνη του Βάρναλη, ως συνείδηση της εποχής, είναι καθολική και συνεπώς διαχρονική, αφενός γιατί οι λογαριασμοί που άνοιξε ο 20ος αιώνας με τον καταστροφικό κόσμο του κεφαλαίου δεν έχουν κλείσει ακόμα, αφετέρου γιατί τα ιδανικά και η προοπτική που υπηρέτησε συνάπτονται με το πιο σημαντικό και αυθεντικά  καθολικό ζήτημα της ιστορίας, με τον αγώνα για τη χειραφέτηση της εργασίας και την κομμουνιστική ενοποίηση της ανθρωπότητας.
Ως εκ τούτου το έργο του Βάρναλη  ανήκει οριστικά στο μέλλον.
*επίκουρος καθηγητής ΑΠΘ

Πέμπτη 25 Απριλίου 2013

«Αυτός που έκανε τον κομμουνισμό ποίηση»



 Ο «Σφυροδρέπανος» είναι πλέον ο επίτιμος προσκεκλημένος των εκδηλώσεων παρουσιάσεων του «Αγνωστου Βάρναλη». Τον κέρδισε τον τίτλο με την παρουσία του σε μια ακόμη εκδήλωση. Στη Θεσσαλονίκη.  Ηταν η τρίτη που παρακολούθησε. Και μας έδωσε ένα ακόμη πολύ καλό ρεπορτάζ και από αυτή την εκδήλωση το οποίο και αναδημοσιεύουμε.  Εχει μια ιδιαίτερη σχέση και επικοινωνία με τον Βάρναλη. Φαίνεται και στις αναρτήσεις του. 



Αυτός που έκανε τον κομμουνισμό ποίηση

Τις προάλλες η κε του μπλοκ βρέθηκε στη δημοτική βιβλιοθήκη της πόλης για να παρακολουθήσει την παρουσίαση του «άγνωστου βάρναλη» -που δε μας είναι πλέον και τόσο άγνωστος μετά από την ανάγνωση του βιβλίου του ηρακλή κακαβάνη και από τόσες παρουσιάσεις του. Εδώ θα επιχειρήσω μια επιλεκτική παρουσίαση βασικών σημείων και στιγμιότυπων της εκδήλωσης, προσπαθώντας στο μέτρο του δυνατού να μη διαστρεβλώσω το περιεχόμενο των εισηγήσεων –είτε λόγω κακής δικής μου πρόσληψης, είτε λόγω βιαστικών σημειώσεων που αλλοιώνουν το νόημα.


Την εκδήλωση άνοιξε μια ζωντανή θεατρική αναπαράσταση της κατάθεσης του βάρναλη στη δίκη του λουντέμη, με την αίθουσα εκδηλώσεων να μετατρέπεται προσωρινά σε αίθουσα δικαστηρίου και το κοινό να απολαμβάνει την περήφανη στάση του ποιητή απέναντι στους δικαστές. Κατά τη διάρκεια της εκδήλωσης υπήρχε επίσης καλλιτεχνικό πρόγραμμα με απαγγελίες και μελοποιημένα ποιήματα του βάρναλη, καθώς κι ένα τετράλεπτο βιντεάκι από την κηδεία του ποιητή, το δεκέμβρη του 74’, που τα αναφέρω εκτός χρονικής σειράς, χωρίς περαιτέρω ανάλυση, για να δώσω βάρος στις εισηγήσεις.
Η θεατρικη αναπαρασταση της καταθεσης του Βαρναλη στη δικη του Λουντεμη
Στο άνοιγμά του ο δημοσιογράφος απόστολος λυκεσάς, που εκτελούσε χρέη συντονιστή, είπε πως ο βάρναλης έλεγε θαρρετά τη γνώμη του και δεν ενδιαφερόταν καθόλου για δημόσιες σχέσεις –πού και να ζούσε σήμερα… συμπλήρωσε με νόημα. Μας διάβασε το καθόλα επίκαιρο ποίημα «η προσευχή του ταπεινού», όπου μέσα από την παρωδία του ζαχαρία παπαντωνίου (ή καρχαρία παπαφαταούλα, όπως αναφέρεται στο ποίημα), ασκείται καυστική κριτική σε όσους έχουν βάλει σκοπό της ζωής τους να σιτίζονται από το δημόσιο ταμείο. Και είπε ότι στο βιβλίο του κακαβάνη μας μιλάει περισσότερο ο ίδιος ο ποιητής, παρά ο μελετητής του, κάτι που μας βοηθά να «ανασύρουμε» τον άγνωστο βάρναλη στην επιφάνεια.

Ακολούθησε η εισήγηση της τεμεκενίδου, που έκανε μια εξαντλητική επισκόπηση των περιεχομένων του βιβλίου και κάποιων βιογραφικών στοιχείων του ποιητή. Κι αμέσως μετά ο ηθοποιός καλατζόπουλος, που αν δεν κάνω λάθος είναι και ιδρυτικό μέλος του κκυ, της κίνησης για την κριτική υποστήριξη του κουκουέ. Ο καλατζόπουλος έκανε αρχικά μια βιωματική τοποθέτηση για την πρώτη του επαφή με το έργο του βάρναλη μέσα από το βιβλία του καζάντζα, ενός εκδότη-πλασιέ, που είχε αντιληφθεί πολύ καλά πως αυτοί που κατεξοχήν διάβαζαν ήταν αριστεροί και τους έπειθε να αγοράζουν με δόσεις με το ακαταμάχητο επιχείρημα: πεθαίνεις-χάνω, πεθαίνω-κερδίζεις.

Ο καλατζόπουλος διάβαζε από τα μικράτα του στο θέατρο –όπου η παρουσία ενός ανθρώπου της εδα ήτανε κάτι σαν θεσμός- μαρξιστικά και λογοτεχνικά βιβλία, και συναντούσε αρκετές άγνωστες λέξεις (η σημερινή γενιά ίσως να είχε πολύ περισσότερες) που τον παίδευαν αλλά του άνοιγαν τους ορίζοντες. Θεωρούσε λοιπόν ότι γνώριζε πολύ καλά το βάρναλη, μέχρι που διάβασε το βιβλίο του ηρακλή και κατάλαβε πόσο άγνωστος του ήταν στην πραγματικότητα.

Κι αυτό ακριβώς είναι το μεγάλο πλεονέκτημα του «άγνωστου βάρναλη», που μπορεί να διαβαστεί σε πολλά επίπεδα: για να περάσει ευχάριστα η ώρα, να βγάλουμε συμπεράσματα για το σήμερα, ή να μάθουμε απλώς περισσότερα για έναν ποιητή που αγαπούσε πολύ τη ζωή και γι’ αυτό μπορούσε να θυσιάσει τη δική του –όπως όλοι οι κομμουνιστές- για την ίδια τη Ζωή, συνολικά.

Ο βάρναλης είναι μια ιδιαίτερη περίπτωση που –όπως κι ο καζαντζάκης ή ο σικελιανός- δε βρήκε τον κομμουνισμό ως έτοιμη ιδεολογία, αλλά ζυμώθηκε με τις ιδέες του και τις ασπάστηκε 40άρης σχεδόν, για να παραμείνει έκτοτε συνεπής και να ζήσει το κόμμα σε όλες τις ιστορικές περιόδους και τις διακυμάνσεις του. Κι αυτό αποδεικνύει πως δεν πρέπει να είμαστε ισοπεδωτικοί και να βγάζουμε εύκολα συμπεράσματα. Και σε ένα γενικότερο επίπεδο πως το κκε έχει «δράκου ρίζα», συνεχίζοντας μέχρι σήμερα τη δράση του.

Κλείνοντας ο καλατζόπουλος αναρωτήθηκε γιατί δεν έχουμε σήμερα ένα βάρναλη –παρά τους πολλούς αξιόλογους καλλιτέχνες της νεότερης γενιάς· φταίει μήπως το κακό το ριζικό μας; Και ανέτρεξε για την απάντηση στον οδηγητή, το πασίγνωστο βαρναλικό ποίημα, που είχε απαγγείλει κι ο ίδιος κάποτε σαν παιδί σε μια γιορτή των τυπογράφων –κάτι που ήταν αρκετό για να βαρύνει τον αστυνομικό του φάκελο.
Ο βάρναλης λοιπόν δεν ήταν σπορά της τύχης, αλλά τέκνο της ανάγκης και ώριμο τέκνο της οργής. Σήμερα η ανάγκη υπάρχει, αλλά δεν έχει ωριμάσει ακόμα η οργή μας.

Εν συνεχεία διαβάστηκε το μήνυμα του χουρμουζιάδη, που δυστυχώς δε μπόρεσε να παραβρεθεί στην εκδηλωση. Σε αυτό ο καθηγητής έλεγε ότι τα βιβλία δεν παρουσιάζονται, αλλά διαβάζονται. Το βιβλίο του ηρακλή όμως, αξίζει και τα δύο. Γιατί δε μελετά το βάρναλη μόνο ως ποιητή, αλλά κι ως άνθρωπο, με συγκεκριμένη άποψη. Και τον καθιστά δικό μας, ποιητή της ζωής μας, χωρίς δυσνόητες αναλύσεις ειδικών, που τελικά μας απομακρύνουν αντί να μας εξοικειώνουν με το αντικείμενό τους.

Από την τοποθέτηση του γιώργου σαρρή, ξεχώρισα την ιστορία με μια ορεσίβια γυναίκα που είχε ζήσει όλα τα χρόνια στο βουνό και είδε σε μεγάλη ηλικία τη θάλασσα, αναφωνώντας με θαυμασμό: πω-πω μπλιε νερό. Και τον παραλληλισμό με την ποίηση του βάρναλη, που είναι μια θάλασσα στην οποία πρέπει να κολυμπήσεις για να καταλάβεις το βάθος της.

Η πιο ενδιαφέρουσα εισήγηση πάντως ήταν αυτή του περικλή –κι αυτό πιστεύω είναι αντικειμενικό, ανεξάρτητα από την προσωπική μου γνωριμία με το σοβιετικό κυριούλη. Με κίνδυνο λοιπόν να την αδικήσω, θα προσπαθήσω να αναπαράγω επιλεκτικά κάποια βασικά της σημεία.

Ο περικλής ξεκίνησε με κάποια εισαγωγικά στοιχεία για την επαναστατική τέχνη και τη συνείδηση. Όρισε την τέχνη ως διαγενεακή επικοινωνία μέσω αισθητικών μορφών και τα κλασικά έργα ως αυτά που έχουν διαχρονική σημασία κι αναδεικνύουν τα θεμελιώδη στοιχεία της εποχής τους –γιατί ο ρόλος του καλλιτέχνη δεν περιορίζεται απλώς στην καταγραφή του υπαρκτού. Και ο βάρναλης το κάνει με έναν αισθητικά άρτιο τρόπο, σαν τεχνίτης του λόγου, που πολεμά με όσα μέσα διαθέτει, το λυρισμό, τη διεισδυτική ματιά, ενίοτε και την ειρωνεία.

Ο βάρναλης είναι ο πρωτόκλητος ποιητής της επανάστασης και τα έργα του αποτελούν μανιφέστα του ιστορικού υλισμού. Η περίπτωσή του είναι μοναδική, γιατί το άστρο του γεννιέται ενώ ο αστικός κόσμος εξαντλεί τον προοδευτικό του ρόλο και πολλοί καλλιτέχνες διαισθάνονται την παρακμή του, χωρίς να μπορούν να βρουν τη διέξοδο. Αλλά και για έναν ακόμη λόγο: επειδή ανατέλλει στην πιο σφριγηλή στιγμή του κομμουνιστικού κινήματος, σε αντίθεση με κάποιους μεταγενέστερους ποιητές της ήττας ή άλλους που συνδέθηκαν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο με κάποιες προβληματικές πτυχές της ιστορικής διαδρομής του κινήματος.
Γι’ αυτό καταφέρνει να μας πάει πολύ μακριά, όσο δε μας πήγε κανείς άλλος, και να μιλήσει για αυτά που οι άλλοι κοιτούσαν αλλά δεν έβλεπαν.

Αναδεικνύει τις πτυχές που δε μπορούσε να δει ο λαός και τον συμπονά, χωρίς να τον κολακεύει. Αντιμάχεται τα «ιδεολογικά φαντάσματα» που τον κατατρύχουν και την ψευδή συνείδηση που αναπτύσσει. Κρατά οξυδερκή στάση απέναντι στη θρησκεία, κατανοώντας ότι είναι προϊόν της αδυναμίας και της απελπισίας του λαού κι ότι η ηλικία της αντιστοιχεί στην ηλικία όλων των ταξικών κοινωνιών. Φέρεται με τρυφερότητα στα χριστιανικά σύμβολα, γιατί ως μαρξιστής καταλαβαίνει ότι είναι ανθρώπινα σύμβολα (το θείο δράμα πχ δεν είναι άλλο παρά το δράμα του ανθρώπου και η βαθιά του επιθυμία να λυτρωθεί) και σέβεται το λαό που τα γέννησε. Αντιστοίχως διατηρεί μοναδική συνέπεια και στο ζήτημα του έθνους.

Στέκεται απέναντι στον κομφορμισμό των διανοούμενων, που καταφεύγουν σε ωραία αφηρημένα ιδανικά και φανταστικούς κόσμους, με λέξεις κούφιες χωρίς σημασία. Καταπολεμά τις ψευδαισθήσεις περί ουδετερότητας του καλλιτέχνη, που μπορεί να αρθεί τάχα πάνω από τις πραγματικές αντιθέσεις. Παραμένει ιστορικά αισιόδοξος ως προς την κοινωνική προοπτική και την αναδεικνύει στο έργο του. Την περιγράφει ως ένα καθολικό, πανανθρώπινο ιδανικό και την υψώνει στο επίπεδο της συνειδητής ανάγκης. Σε τελική ανάλυση κρατά ζωντανούς με την ποίησή του τους λογαριασμούς που άνοιξε ο εικοστός αιώνας, και γι’ αυτό το έργο του ανήκει στο μέλλον.

Προς το τέλος έλαβε χώρα ίσως η πιο συγκινητική στιγμή της εκδήλωσης, με τον χαράκτη γιώργο φαρσακίδη να μη μας διαβάζει δυστυχώς, λόγω της συστολής του, αυτό που είχε ετοιμάσει για την περίσταση, αλλά να διηγείται από μνήμης ένα περιστατικό από τη μακρόνησο –που έδενε με την εξορία του βάρναλη- με τις προετοιμασίες των κρατούμενων για τις γιορτές των χριστουγέννων και έναν ανθρωποφύλακα με το προσωνύμιο βαν φλιτ να συλλαμβάνει τελικά τη φάτνη των αλόγων, χωρίς κανένα λόγον, για να ματαιώσει τον εορτασμό.

Το κλείσιμο έγινε από τον ηρακλή, που μεταξύ άλλων στάθηκε στην προσφώνηση του βάρναλη από το λαό ως δασκάλου ή μπαρμπα-κώστα, που σημαίνει πως τον θεωρούσε δικό του άνθρωπο και οικείο όσο κανέναν άλλο. Ενώ σημείωσε πως ο βάρναλης έψαξε απαντήσεις στην εποχή του και τις βρήκε, κάνοντας τον κομμουνισμό ποίηση.
Κι αυτή ήταν μάλλον η φράση που συμπύκνωσε καλύτερα όσα είδαμε και κρατήσαμε φεύγοντας από τον χώρο της εκδήλωσης.

Αποψη απο την καταμεστη αιθουσα εκδηλωσεων της Δημοτικης Βιβλιοθηκης