Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΑΡΑΝΤΑΚΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΑΡΑΝΤΑΚΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 10 Δεκεμβρίου 2013

Ο Βάρναλης στο Παρίσι



Αναδημοσιεύουμε σήμερα συνέντευξη του Νίκου Σαραντάκου στα «Ενθέματα» της εφημερίδας «Αυγή» (8/12/2013) με αφορμή την κυκλοφορία του βιβλίου του: «ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ Γράμματα από το Παρίσι». Τη Δευτέρα 16 Δεκεμβρίου, στις 20.15, θα γίνει η παρουσίασή του στο αμφιθέατρο του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών .





Το 1926 ο Κώστας Βάρναλης επισκέφθηκε τη Γαλλία, ως ανταποκριτής της Προόδου των Αθηνών. Στη στήλη «Γράμματα από το Παρίσι» ή «Παρισινά γράμματα» της εφημερίδας, το καλοκαίρι του ίδιου έτους, κατέγραψε τις εντυπώσεις του από την πόλη των Φώτων και άλλα μέρη της Γαλλίας. Ρέκτης και δεινός ερευνητής, ο Νίκος Σαραντάκος τα εντόπισε (όχι πλέον σε κάποιες σκωληκόβρωτες και σκονισμένες σελίδες παλιών εφημερίδων, αλλά ψηφιοποιημένα στο διαδίκτυο), τα συγκέντρωσε, τα επιμελήθηκε και τα σχολίασε σε ένα ωραίο τομίδιο που μόλις κυκλοφόρησε από έναν καινούργιο εκδοτικό οίκο, το «Αρχείο». Το βιβλίο, μαζί με άλλες πρόσφατες εκδόσεις του «Αρχείου», θα παρουσιαστεί την άλλη Δευτέρα 16 Δεκεμβρίου, στις 20.15, στο αμφιθέατρο του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών. Με την ευκαιρία αυτή μιλήσαμε με τον φίλο και συνεργάτη μας Νίκο Σαραντάκο για τον Βάρναλη και το βαρναλικό έργο, για το Παρίσι του Μεσοπολέμου και τους διανοούμενους, το Διαδίκτυο.
 ***
Τι είναι αυτό που σε οδήγησε να επιμεληθείς  το βιβλίο; Τι είναι αυτό δηλαδή που σε κινητοποίησε, αλλά και τι μας προσφέρει όσον αφορά τον Βάρναλη και  την εποχή του;
Εδώ και καιρό μελετάω τη λογοτεχνία αλλά και την ιστορία του Μεσοπολέμου, ανάμεσα στ’ άλλα και μέσα από πρωτογενείς πηγές, κι έτσι μου είναι αρκετά οικεία η εποχή. Μου αρέσει να φυλλομετράω παλιές εφημερίδες, όπου βρίσκω όχι λίγα διαμαντάκια· ας πούμε, παλιότερα είχα βρει και είχα εκδώσει τα αντιπολεμικά διηγήματα του Θεόδωρου Λασκαρίδη, αρχισυντάκτη του Ριζοσπάστη το 1920· έτσι βρήκα και τα συγκεκριμένα κείμενα του Βάρναλη, που ήξερα αόριστα την ύπαρξή τους. Διαβάζοντάς τα είδα ότι δεν έχουν γεράσει, ότι έχουν και σήμερα αρκετά να μας πουν, και όχι μόνο επειδή συμπληρώνουν την εικόνα ενός μέγιστου λογοτέχνη. Έπειτα, δεν σου κρύβω ότι από καιρό ήθελα να καταπιαστώ με ένα ανέκδοτο έργο του Βάρναλη, οπότε τα χρονογραφήματα αυτά μου φάνηκαν σαν ένα βατό πρώτο εγχείρημα, για να δοκιμάσω τις δυνάμεις μου πριν προχωρήσω σε κάτι εκτενέστερο και εκδοτικά πιο απαιτητικό, ας πούμε.

 

Τι σημαίνει το Παρίσι για έναν έλληνα αριστερό διανοούμενο το 1926, και ειδικότερα για τον Βάρναλη; Σε ποια φάση της ζωής και του έργου του βρίσκεται, πώς τον επηρεάζει;
Το Παρίσι σε όλη τη δεκαετία του 1920 ήταν η «πρωτεύουσα του κόσμου» για τους διανοούμενους και τους καλλιτέχνες, αφού εκεί έζησαν και δημιούργησαν τα μεγαλύτερα ονόματα της παγκόσμιας σκηνής, Χεμινγουέι, Έλιοτ, Μπουνιουέλ, Πικάσο, Μοντιλιάνι, Έρενμπουργκ, Φόκνερ, Γερτρούδη Στάιν, Τζόις, Ντος Πάσος, Χένρι Μίλερ και πάρα πολλοί άλλοι, ανάμεσά τους και πολλοί Έλληνες (που μερικούς τους αναφέρει στο βιβλίο ο Βάρναλης), όπως οι Τόμπρος, Τεριάντ (Ελευθεριάδης), Γουναρόπουλος, Πρωτοπάτσης κτλ. Ειδικά όμως για τον Βάρναλη, η διαμονή του στη γαλλική πρωτεύουσα άλλαξε ολότελα τη ζωή του, αφού στο Παρίσι προσέγγισε ο Βάρναλης τον μαρξισμό και από ιδεαλιστής εθνικιστής έγινε κομμουνιστής, και μάλιστα σε σχετικά ώριμη ηλικία, με κλεισμένα τα 35 του χρόνια. Το πόσο σημάδεψε το Παρίσι τη ζωή του δεν έπαυε να το τονίζει όλα τα κατοπινά χρόνια. «Εκεί λέω πως ωρίμασα ιδεολογικά και τεχνικά», είπε το 1946 και, πιο δραματικά, ένα-δυο χρόνια πριν από τον θάνατό του: «Δε γνώρισα ανθρωπιά και ελευθερία παρά στα λίγα χρόνια που έζησα στο Παρίσι». Οπότε, τα ταξιδιωτικά αυτά χρονογραφήματα, τα πρώτα που έγραψε για το Παρίσι, αποκτούν μια ιδιαίτερη βαρύτητα.
Να προσθέσω επίσης ότι το Παρίσι (αλλά και το σπίτι του φίλου του Γιάννη Κεφαλληνού στο χωριό Σεν-Μαρ-Λα-Πιλ, έξω από την Τουρ) στάθηκε φιλόξενο λιμάνι για τον Βάρναλη εκείνα τα χρόνια, κάθε φορά που τα πράγματα δυσκόλευαν· ειδικά το 1926 δεν ήταν πολύ εύκολη χρονιά γι’ αυτόν: στην αρχή του χρόνου είχε απολυθεί από τη μέση εκπαίδευση εξαιτίας της εμπλοκής του στο «σκάνδαλο» των Μαρασλειακών, την επίθεση δηλαδή που εξαπέλυσε η αντιδραστική παράταξη, συμπεριλαμβανομένης της συντηρητικής μερίδας των βενιζελικών, στην εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του Γληνού-Δελμούζου, ενώ στη χώρα είχε εγκαθιδρυθεί το δικτατορικό καθεστώς του Πάγκαλου — ιδιόρρυθμο ίσως, αλλά πάντως δικτατορικό.

Δευτέρα 28 Οκτωβρίου 2013

Το ΟΧΙ του λαού




Το ποίημα «Το ΟΧΙ του λαού» είναι ένα από τα άγνωστα ποιήματα του Κώστα Βάρναλη που βρήκε στο αρχείο του ποιητή ο Ηρακλής Κακαβάνης και δημοσίευσε στο βιβλίο του «Ο άγνωστος Βάρναλης και 19 αδημοσίευτα ποιήματα». Τον ποίημα στο αρχείο είναι άτιτλο, εμπνευσμένο από το ΟΧΙ και τους αγώνες του λαού. Τον τίτλο τον έδωσε η επιμελήτρια του αρχείου Θεανώ Μιχαηλίδου. Όπως φαίνεται στη φωτογραφία που συνοδεύει την ανάρτηση στο κάτω μέρος του χειρογράφου υπάρχει η λέξη ΟΧΙ. Το πιθανότερο ότι είναι η ετυμηγορία του ποιητή για μη δημοσίευση του ποιήματος.
Παρουσιάζοντας το βιβλίο «Ο άγνωστος Βάρναλης και 19 αδημοσίευτα ποιήματα» δημοσίευσε στο Blog  του ο Νίκος Σαραντάκος.



Το ΟΧΙ του λαού

Ποιος είναι κείνος ο λαός, που λέει στους ξένους «όχι»
και που κρατάει κατάκορφα της λεφτεριάς τη λόχη
κι όντας οι λίγοι αφέντες του, που τον διαφεντεύγουν
τον παρατάν μεσοστρατίς και ασκώνονται και φεύγουν;

Ποιος είναι κείνος ο λαός, που στάθηκε λιοντάρι,
όντας του πέσανε μαζί δυο κολοσσοί κουρσάροι
κι από τα ξένα οι αφέντες του, αντί να τον βοηθήσουν,
τα φκιάνανε με τον Οχτρό για να ξαναγυρίσουν.

Ποιος είναι κείνος ο λαός, που πάντα προδομένος
πολέμαγεν αβόηθητος, ξυπόλυτος, δεμένος
και θάμπωνε τον ουρανό, τη γη και τα πελάη
κι ο πιο μεγάλος φάνταζε μικρός σ’ αφτόνε πλάι;

Ποιος είναι κείνος ο λαός, που με καρδιά τσελίκι
πολέμαγε για λεφτεριά και πέθαινε για νίκη
μα τούχωναν μπαμπέσικα, τη μαχαιριά στην πλάτη
του ξένου η αρπάχτρα κάκητα, του ντόπιου η δόλια απάτη;

Όλ’ οι λαοί κι όλοι μικροί μεγάλοι κάθε τόπου
που αγωνιστήκανε να σώσουν την τιμή τ’ ανθρώπου
μα πιότερο ο ελληνικός, ο πρώτος μες τους πρώτους
πρώτος μέσα στους νικητές και μες τους αλυτρώτους

Σάββατο 16 Μαρτίου 2013

Ακόμη ένα άγνωστο ποίημα του Κώστα Βάρναλη;


Ο Κώστας Βάρναλης σύχναζε σε ταβέρνες και καφενεία. Συναναστρεφόταν με τους θαμώνες και συχνά στιχουργούσε. Σε καφενείο της Αίγινας γράφτηκε το ποίημα «Μουνάκια» το καλοκαίρι του 1974, που πρωτοδημοσιεύτηκε στην  ιντερνετική λίστα συζήτησης Hellas και έκανε ευρύτερα γνωστό ο Νίκος Σαραντάκος    
Το ποίημα που αναδημοσιεύουμε σήμερα είναι από μαρτυρία του σκιτσογράφου Γιώργου Ψαρόπουλου  που καταθέτει στο blog του. Εμείς το αναδημοσιεύουμε και το θέτουμε υπόψη των ειδικών προς συζήτηση. Διερευνήσαμε τη δυνατότητα να έρθουμε σε επικοινωνία με τον κύριο Ψαρόπουλο, τόσο για να του ζητήσουμε τη συγκατάθεση για την αναδημοσίευση όσο και για κάποιες διευκρινιστικές ερωτήσεις. Δεν τα καταφέραμε να επικοινωνήσουμε. Ελπίζουμε όμως κάποια στιγμή να καταφέρουμε να επικοινωνήσουμε μαζί του και να επανέλθουμε στη σημερινή ανάρτηση.
  


Εκεί στην οδό Σωκράτους 9 και Θεάτρου στη Βαρβάκειο Αγορά, βρίσκεται μία υπόγεια ταβέρνα, καπηλειό θα λέγαμε, το «Δίπορτο».
Ταμπέλα δεν υπάρχει. Οι πόρτες είναι βαμμένες καφέ λαδομπογιά σκούρα.
Οι σκάλες από τη μια πλευρά  της Σωκράτους είναι απότομες και λίγο επικίνδυνες.
Από την άλλη είσοδο δηλαδή την οδό Θεάτρου είναι περισσότερο βατές και με μεγαλύτερο άνοιγμα.
Τα τραπέζια όλα και όλα καμμιά δεκαριά.
Άρα το πολύ – πολύ καμιά τριανταριά «νομάτοι» χωράνε όλοι και όλοι.
Βέβαια και δύο «παράθυρα», που μπαίνει ένα υποτυπώδες φως, καλύτερα θα τα λέγαμε φεγγίτες, των οποίων η οροφή είναι η «ισάδα» με το πεζοδρόμιο έξω και έχουν σκάρες σιδεριένιες.
Ταβέρνα χωρίς βαρέλια δεν γίνεται έτσι λοιπόν και εδώ έχουμε γύρω στα δέκα βαρέλια του κρασιού και από εκεί βάζει κρασί ο «κάπελας».
Για να δώσουμε μια ακόμη πιο ακριβή περιγραφή του χώρου, θα σας πω ότι κατεβαίνοντας από την είσοδο της Σωκράτους στο δεξί μας χέρι υπάρχει ο «νιπτήρας» για να πλένει κανείς τα χέρια του, δίπλα ένα ψυγείο και η λάντζα των ποτηριών με μια βρύση για το νερό.
Από την αριστερή πλευρά του «έμπα» υπάρχει ένα παράθυρο – «φεγγίτης», και ένα τραπέζι για τέσσερα άτομα, που πολλές φορές γίνεται και εξάρι ή οκτάρι, ανάλογα με την παρέα (διότι από την πλευρά του τοίχου υπάρχει ένας πάγκος).
Αυτό το τραπέζι είναι «ιστορικό».
Γιατί είναι ιστορικό όμως????
Σ’ αυτό το τραπέζι καθόταν και έγραφε κάπου κάπου κανένα ποίημα ή εν πάση περιπτώσει σε ώρες οίστρου απάγγελνε στην παρέα του, που συνήθως ήταν ένας ή δύο «νομάτοι»….
Ο Κώστας Βάρναλης.. ναι καλά διαβάσατε ο μέγας Κώστας Βάρναλης!!!
Εκεί λοιπόν τα μεσημέρια με το μισόκιλο απαραίτητη παρέα, κάπου κάπου καμία φάβα ή καμιά φασολάδα το χειμώνα, αλλά ενίοτε η σαρδέλα της σκάρας με τη συνοδεία της ντοματοσαλάτας με αγγούρι και πράσινη καυτερή πιπεριά και τις ελιές τις πράσινες τις τσακιστές.
Εκεί λοιπόν κάποιο μεσημέρι επειδή δεν υπήρχε άλλη θέση με έβαλε ο Μήτσος – ο σημερινός ιδιοκτήτης του «Δίπορτου» – να κάτσω μαζί με τον  μπάρμπα Κώστα… Ναι τον Κώστα Βάρναλη!!!!
Ένα γεροντάκι με ένα σακάκι ριγωτό, σταυρωτό, τριμμένο, ένα πουκάμισο που οι γιακάδες δεν είχαν μπανέλες και γύριζαν προς τα πάνω και με ένα πουλόβερ χειροποίητο, μπλεγμένο με χοντρή πλέξη.
Βλέπω το πρόσωπό του, είναι ένα οβάλ μακρυπρόσωπο κεφάλι ,με σπαστά ψαρρά μαλλιά, με χοντρά χείλη, που το κάτω κρεμότανε.
Στο αριστερό χέρι ένα τσιγάρο σέρτικο, χωρίς φίλτρο, κοιτάζοντας το τσιμεντένιο και «αφιασίδωτο» πάτωμα.
Το πρόσωπο σκαμμένο από τις βαθιές ρυτίδες.
Χαίρεται λέω!!
Μπορώ να καθίσω??
 «Κάτσε» μου λέει κοφτά.
Όμως αυτό το «κάτσε» δεν ήταν προσταγής, δεν ήταν συναίνεσης, ήταν ένα «κάτσε» ανοικτόκαρδο, φιλικό, έτσι όπως λέμε σε ένα μουσαφίρη που έχουμε να δούμε πολύ καιρό… και κάθισα!
Ήρθε ο Μήτσος και παράγγειλα το μισόκιλο, τη σαρδέλα και τη σαλάτα.
Έρχεται πρώτα η σαλάτα, το ψωμί μέσα στο χαρτί που στρώνει τα τραπέζια ο Μήτσος και το μισόκιλο.
Να προσφέρω λέω στο γέρο??? Με μια κίνηση μου φέρνει το άδειο ποτήρι του κοντά μου.
Του βάζω μέχρι τη μέση, έτσι όπως συνηθίζεται, βάζω και γω, τσουγκράμε, «εις υγεία» λέω, «γειά μας» μου αποκρίνεται … αυτή ήταν η αρχή!
Από εκείνη την ημέρα πήγαινα τακτικά στο Δίπορτο, όποτε βέβαια μπορούσα και δεν είχα δουλειά.
Εκεί έβρισκα πάντα ή σχεδόν πάντα τον μπάρμπα Κώστα, καθισμένο στην ίδια θέση.
Με την πλάτη στον τοίχο στον «καναπέ» και να βλέπει προς τη σκάλα και τον νιπτήρα.
Είχε δεν είχε θέση, εγώ στριμωχνόμουνα και καθόμουνα δίπλα του.
Ξέρετε οι περισσότεροι δεν γνώριζαν ποιος ήτανε και έτσι δεν τους ενδιέφερε.
Αυτοί θέλανε να φάνε τη φασολάδα τους ή να πιούνε την «κούπα» τους και να ξαναπάνε στη δουλειά τους ή να πάνε για «ξέζεμα» δηλαδή για το σπίτι.
Αυτή λοιπόν η παρέα μου με τον Βάρναλη είχε και επακόλουθα. Παρακαλούσα και τον προκαλούσα να μου πει κανένα ποίημα.
Και γω προσπαθούσα να το γράψω στο πακέτο των τσιγάρων μου που είχε χώρο, διότι ήταν κασετίνα «Δελφοί» φίλτρο.
Έτσι λοιπόν προσπαθούσα να γράψω τα ποιήματά του. Όμως τις περισσότερες φορές δεν τον προλάβαινα.  Τότε λοιπόν παρακαλούσα τον μπάρμπα Κώστα να μου το ξαναπεί.
Σας παρακαλώ μπάρμπα Κώστα μου ξαναλέτε την προηγούμενη στροφή?
«Αύριο πάλι Γιωργάκη με άλλο μισόκιλο» έλεγε χαμογελώντας.
Το βάζω τώρα έλεγα εγώ….
«Όχι τώρα να μη μεθύσουμε κιόλας»!!
Για να γράψω το ποίημα που ακολουθεί πλήρωσα αρκετά μισόκιλα…..
Χαλάλι του όμως γιατί αξίζει και βέβαια δεν είναι γραμμένο στα άπαντά του.. είναι ανέκδοτο …
Το παραθέτω!
Κρατώ στα χέρια μου εκατό σαράντα φράγκα!
Δούλεψα μια βδομάδα για να τ’ αποκτήσω
Πρέπει με αυτά να ζήσω
Και είναι μια καλοκαιριάτικη βραδιά
Λιώνει  από πόθο η καρδιά
Μα δε μπορώ να προχωρήσω

Σε ένα στενόμακρο γραφείο καθισμένος
Εγώ που θα’ μουν ποιητής φιρμαρισμένος
Ενώ άλλοι τον έρωτα ζουν
Οι έμποροι του θανάτου της  σαρκός
Φαίνονται γίγαντες, ενώ είναι νάνοι
Μα τους επλάνεψε και ο καιρός και η πλάνη

Κρατώ στα χέρια μου εκατόν σαράντα φράγκα
Μα στα πετώ στα μούτρα ψεύτρα κοινωνία

Μ’ αυτά τι να αγοράσω
Φάρμακα για την άρρωστη τη μάνα
Πιστόλι για να αυτοκτονήσω
ή μια μεγάλη χάλκινη καμπάνα
στους σκλάβους ή τους νεκρούς για να ξυπνήσω?
Αυτό το ποίημα είναι ανέκδοτο, αλλά άξιζε τον κόπο να το αναφέρουμε, ιδιαιτέρως για την τελευταία στροφή του!
Σαν ελάχιστο φόρο τιμής στον μπάρμπα Κώστα του έκανα ένα σκίτσο και το  έβαλα πάνω από το τραπέζι, που καθότανε!

 

Τετάρτη 19 Δεκεμβρίου 2012

Η ομιλία του Νίκου Σαραντάκου



Αριστερά ο Χρίστος Αλεξίου και δεξιά ο Νίκος Σαραντάκος -
Αθήνα (Αίθουσα εκδηλώσεων ΕΔΟΕΑΠ) 17 Δεκέμβρη 2012



Για το βιβλίο του Ηρακλή Κακαβάνη

Ευχαριστώ τον Ηρακλή Κακαβάνη και τις εκδόσεις Εντός για την τιμητική πρόσκληση να πάρω μέρος στην παρουσίαση του βιβλίου Ο άγνωστος Βάρναλης, σας ευχαριστώ πολύ όλους εσάς που ήρθατε σ’ αυτή τη φιλόξενη αίθουσα, ευχαριστώ τη Σοφία Αδαμίδου για την κολακευτική παρουσίαση. Θα σας μιλήσω για ένα βιβλίο που το ξέρω καλά μια και το έχω διαβάσει πάνω από μία φορά και σε περισσότερες από μία μορφές, διότι το είχα δει και σε δακτυλόγραφο κατά το στάδιο της συγγραφής του, επομένως φέρω κι εγώ ένα μερίδιο ευθύνης για τα τυχόν λαθάκια που θα βρείτε. Να πούμε βέβαια ότι το προηγούμενο βιβλίο του Ηρακλή, που επίσης είχα την τιμή να παρουσιάσω, είχε σαν θέμα του τα τυπογραφικά λάθη, οπότε ο Ηρακλής άνοιξε παρτίδες με τον δαίμονα του τυπογραφείου και μια εκδίκηση από τον δαίμονα επόμενο είναι να την περιμένουμε.
Στο οπισθόφυλλο του βιβλίου, ο Κακαβάνης θέτει, ως κεντρικό ζήτημα του βαρναλικού έργου, τα εξής ερωτήματα: «Γιατί γράφει ο Βάρναλης;» και «Γιατί κάποια από τα ποιήματά του, ενώ τα δημοσίευσε στον καιρό τους, αργότερα δεν τα συμπεριέλαβε στις συλλογές ποιημάτων του;» Στις πρώτες σελίδες του βιβλίου, ο Κακαβάνης κάνει μιαν ακόμα νύξη για το ίδιο θέμα, όταν παρουσιάζει το χρονογράφημα του Βάρναλη «Καταλοιποθήραι» (σελ. 17-19) στο οποίο εξετάζει την άποψη του Βάρναλη, αλλά και τη δική του, σε σχέση με τη αξιοποίηση του αρχειακού υλικού ποιητών που δεν βρίσκονται πια στη ζωή.
Στο χρονογράφημα αυτό ο Βάρναλης εμφανίζεται ιδιαίτερα επικριτικός απέναντι σε όσους σκαλίζουν τα αρχεία των πεθαμένων ποιητών και βγάζουν στη δημοσιότητα παλιά ποιήματά τους, αλλά και υποστηρίζει (με παραδείγματα) ότι τα περισσότερα τέτοια ποιήματα είναι πρωτόλεια και κατώτερα του υπόλοιπου έργου, δεν είναι lege artis (δηλ. σύμφωνα με τους κανόνες της τέχνης) Βέβαια, ο ίδιος ο Βάρναλης αναγνωρίζει εξαιρέσεις, όπως την περίπτωση του Σολωμού, και γενικά των ποιητών που δεν μπορέσανε ή δεν προφτάσανε να εκδώσουν σε βιβλίο κάποια από τα ποιήματά τους· και εδώ θα εντάξουμε πολλούς ακόμα, τον Φιλύρα, τον Λαπαθιώτη, τον Κοτζιούλα. Πάντως, αυτά τα γράφει ο Βάρναλης το 1942, ενώ το 1963 πρέπει να είχε αλλάξει γνώμη γιατί ένα ακριβώς «κρυμμένο» καβαφικό ποίημα του έδωσε την έμπνευση για ένα δυνατό δικό του ποίημα που απαντά ευθέως στον Καβάφη εξετάζοντας το ίδιο περιστατικό, τη σφαγή των φελάχων στο Ντενσουάι της Αιγύπτου το 1906· τη συνάντηση Καβάφη και Βάρναλη την εξετάζει αναλυτικά ο Κακαβάνης στις σελ. 233-243 του βιβλίου του. Θα διαφωνήσω βέβαια με τον Κακαβάνη σε ένα επιμέρους σημείο, αν πρέπει να γίνεται πάντα σεβαστή η βούληση του συγγραφέα: θυμίζω ότι ο Κάφκα είχε δώσει ρητή εντολή στον φίλο του και εκτελεστή της διαθήκης του, επίσης συγγραφέα, τον Μαξ Μπροντ, να κάψει όλα του τα χειρόγραφα (και μάλιστα να μην τα διαβάσει καν). Αν ο Μπροντ είχε σεβαστεί τη θέληση του συγγραφέα, το μεγαλύτερο μέρος του έργου του Κάφκα θα είχε χαθεί. Νομίζω ότι δεν είναι ένδειξη εμπορευματοποίησης να δημοσιεύονται όλα τα έργα, αρκεί να επισημαίνεται ότι αυτά είναι πρωτόλεια, τα άλλα είναι ατελή, κρυμμένα ή αποκηρυγμένα. Όμως ο Κακαβάνης δεν δίνει αμέσως την απάντηση στα παραπάνω ερωτήματα, αλλά την κρατάει για το τέλος του βιβλίου, οπότε θα τη δούμε παρακάτω.
Το βιβλίο του Κακαβάνη είναι σημαντικό επειδή ξαναφέρνει τον Βάρναλη στην επικαιρότητα και επειδή είναι  βιβλίο που δίνει έναυσμα για να γίνουν κι άλλες εργασίες, να γραφτούν και άλλα βιβλία. Σε πολλές από τις ενότητές του αναδεικνύει θέματα που αξίζουν δικό τους βιβλίο. Παράδειγμα, η εξορία του Βάρναλη, ένα θέμα που ο Κακαβάνης το αναπτύσσει σε 23 σελίδες (209-232) αλλά που κάλλιστα μπορεί και πρέπει να αναπτυχθεί σε αυτοτελή μονογραφία. Ο Κακαβάνης εξηγεί με λίγα λόγια για ποιο λόγο στάλθηκε εξορία ο Βάρναλης (προληπτικές συλλήψεις, όχι μόνο αριστερών αλλά γενικά δημοκρατικών πολιτών), ποια κείμενα έγραψε από την εξορία ή για την εξορία, ποια αλληλογραφία υπάρχει στο αρχείο Βάρναλη από και προς τον Άη Στράτη. Αφηγείται μια κομματική χειρονομία του Βάρναλη, ο οποίος όταν επέστρεψε από την εξορία άρχισε να δημοσιεύει τις αναμνήσεις του στην εφημερίδα Ανεξάρτητος του Δ. Πουρνάρα, στην οποία άλλωστε ήταν μόνιμος συνεργάτης και πριν από την εξορία (ας πούμε, εκεί δημοσίεψε τις αναμνήσεις του που εκδόθηκαν το 1980 ως Φιλολογικά Απομνημονεύματα). Ο Δ. Πουρνάρας, παλιός συντάκτης του Ριζοσπάστη και μέλος του κόμματος στις αρχές της δεκαετίας του 1920, μια ζωή βρισκόταν στις παρυφές της αριστεράς, ως τη δεκαετία του 1960, και έβγαζε έντυπα «κεντροαριστερά», που απευθύνονταν και στους αριστερούς αναγνώστες (το έχουμε δει αυτό και στα κοντινά μας χρόνια). Το 1935 ο Ανεξάρτητος διαβαζόταν πολύ από εργάτες που συμπαθούσαν το ΚΚΕ, όμως ενόψει των εκλογών της 26.1.1936 έπαιξε ύπουλο ρόλο και το ΚΚΕ τον κατάγγειλε· αποτέλεσμα ήταν να διακόψει ο Βάρναλης απότομα τη συνεργασία του (μάλιστα, όπως λέει ο Κ., το τελευταίο δημοσιευμένο άρθρο έλεγε «Γι’ αυτό το ζήτημα θα τα πούμε αύριο»), παρόλο που έχανε έτσι τον μοναδικό σταθερό πόρο ζωής του, και λίγες μέρες αργότερα να ανακοινωθεί με ενθουσιασμό η συνεργασία του με τον Ριζοσπάστη. Μάλιστα, αναγγέλθηκε ότι οι εντυπώσεις του από τον Άη Στράτη πρόκειται να εκδοθούν σε βιβλίο από τον Ριζοσπάστη και, όπως μας πληροφορεί ο Κακ. στο βιβλίο, ο Βάρναλης πράγματι παρέδωσε το χειρόγραφο τον Ιούλιο του 1936, αλλά με τη δικτατορία του Μεταξά κάηκε κι έτσι χάθηκε για πάντα… Μεγάλη απώλεια, διότι, αν κρίνουμε από τα λιγοστά κείμενα που δημοσιεύτηκαν, οι αναμνήσεις του Βάρναλη ήταν ζωντανά γραμμένες, με χιούμορ και φιλοσοφική διάθεση, αλλά και αληθινές, όπως μπόρεσα να διαπιστώσω. Ένα από τα χρονογραφήματα του Β. στον Ρ. για τη ζωή της εξορίας έχει τίτλο «Ο Σταφίδας» και περιγράφει έναν συνεξόριστο του Βάρναλη από τη Μπαρμπάσαινα της Ηλείας, θαρραλέον αγωνιστή αλλά και λίγο καυχησιάρη, και λίγο πονηρό, που κοιτάζει και λίγο να λουφάρει τις αγγαρείες, …. Αυτό το ανέβασα στην ιστοσελίδα μου και κάποια στιγμή πήρα γράμμα από έναν αναγνώστη, ο οποίος με πληροφόρησε, και αυτό το ανακοινώνω εδώ πρώτη φορά, ότι είχε γνωρίσει τον Σταφίδα. Ήταν ο μπαρμπα-Πάνος ο Τσώνης, που ζούσε ως τη δεκαετία του 1990 στη Μπαρμπάσαινα της Ηλείας και διηγόταν την εξορία με τον Βάρναλη και τον Γληνό!
          Το βιβλίο δεν θα μπορούσε να μην αφιερώσει πολλές σελίδες στο γλωσσικό, μια και η συμμετοχή του Βάρναλη στους γλωσσικούς αγώνες ήταν συνεχής και έντονη. Μάλιστα, το βιβλίο του Κακαβάνη έρχεται σε επίκαιρη στιγμή, αφού πρόσφατα κυκλοφόρησε ένα βιβλίο για τα Μαρασλειακά, της ιστορικού (και βουλευτίνας) Μαρίας Ρεπούση, η οποία προσπαθεί να επιβάλει την άποψη ότι τα Μαρασλειακά έγιναν (το λέω απλουστευτικά) περίπου  για να χτυπηθεί ο φεμινισμός στο πρόσωπο της Ρόζας Ιμβριώτη και αποσιωπά εντελώς τις διώξεις του Βάρναλη και ότι πριν δημιουργηθεί καν το ζήτημα με την Ιμβριώτη και την εκ μέρους της διδασκαλία της ιστορίας (που έγινε μετά τον Απρίλιο του 1925) ο Βάρναλης είχε ήδη τιμωρηθεί με εξάμηνη παύση από τη θέση του στην Παιδαγωγική Ακαδημία, ύστερα από εκστρατεία εναντίον του που ξεκίνησε τον Νοέμβριο του 1924. Και είναι παράξενο που μία ιστορικός υποβαθμίζει τις επιθέσεις των αντιδραστικών κατά της γλωσσοεκπαιδευτικής μεταρρύθμισης, που μαίνονταν όλο το 1924, επειδή δεν βολεύουν το συμπέρασμα που θέλει να βγάλει και ίσως να παραλληλίσει και την περίπτωση της (απαράδεκτης) εναντίον της εκστρατείας για το βιβλίο Ιστορίας της 6ης Δημοτικού με την εκστρατεία εναντίον της Ιμβριώτη. Αλλά σας ζητώ συγνώμη για την παρέκβαση, δεν παρουσιάζω το βιβλίο της κ. Ρεπούση άλλωστε, αλλά το βιβλίο του Ηρακλή Κακαβάνη, το οποίο, στις σελ. 140-160 αναλύει υποδειγματικά τα Μαρασλειακά.
Μιλάει και για τη γλώσσα του Βάρναλη ο Κακαβάνης (σελ. 174) και εδώ, με την άδειά σας, θα επεκταθώ λίγο. Η δημοτική του  Βάρναλη είναι η γνήσια, ανόθευτη νεοελληνική δημοτική και ταυτόχρονα η πιο κοντινή στον ψυχαρικό κανόνα. Όσοι θεωρούν ότι ο ψυχαρισμός έχει προσφέρει κακότεχνα έργα, ας διαβάσουν το αριστούργημα που λέγεται «Η αληθινή απολογία του Σωκράτη».
 Γεννημένος ο Βάρναλης σε μιαν άκρη του ελληνόφωνου χώρου, δεν φαίνεται να έχει φέρει στις αποσκευές του ιδιωματισμούς της ιδιαίτερης πατρίδας του: διαφέρει σε τούτο π.χ. από τον Καζαντζάκη, που το ιδιωματικό του λεξιλόγιο είναι ως επί το πλείστον κρητικό, από τον Μυριβήλη που έχει κυρίως λεσβιακές διαλεκτικές λέξεις, από τον πολύ νεότερο έστω Γ. Κοτζιούλα, που έχει ηπειρώτικους ιδιωματισμούς στα ποιήματά του (και που πίστευε ότι η δημοτική μπορεί να ανανεωθεί αν μπολιαστεί με το ιδιωματικό λεξιλόγιο). Οι ιδιωματισμοί του Βάρναλη είναι πανελλήνιοι ή μαζεμένοι απ’ όλες τις γωνίες του ελληνόφωνου χώρου. Για παράδειγμα, στο Φως που καίει (στην οριστική, έμμετρη έκδοση) έχει τον στίχο «η θύμησή μου μάταια αναθιβάνει» (αναπολεί) που είναι κρητική λέξη· σε ένα ποίημα από τα μεταπολεμικά, παρομοιάζει τον Τσόρτσιλ με «σάπιο σαντάρδο της εσχάτης πειρατείας»· σαντάρδο είναι ναυτική λέξη ιταλικής ετυμολογίας (το κοντάρι της σημαίας και η ίδια η σημαία των πλοίων), πιο πολύ επτανήσιοι τη λένε· έπειτα, στο βιβλίο του Ηρακλή, το τελευταίο ποίημα έχει «με καρδιά τσελίκι», παναπεί ατσάλι, τούρκικο δάνειο.
Το κακό είναι ότι καθώς η κοινωνία μας εκσυγχρονίζεται και καθώς η εκπαίδευση μάς μαθαίνει να λατρεύουμε κατά τρόπο στείρο την αρχαία γραμματεία και τα αρχαία ελληνικά και να περιφρονούμε τα νέα ελληνικά, ο σημερινός αναγνώστης, καθώς δεν έχει ασκηθεί, κινδυνεύει να σπάσει τα δόντια του στο βαρναλικό έργο, μια και θα συναντήσει πολλές λέξεις που δεν τις έχουν τα νεότερα λεξικά
«κορνιζαρισμένα με χρυσόξυλο κι αμπανό», Ιστορία του Άγιου Παχώμιου
«Αντραλίζομαι, πεινώ» (Μέντιος)
«Εχάθη ο ήλιος άρατος» (ΦπΚ)
«γαζετατζήδες, γαλονάδες, μπαγκέρηδες με τον παρά…» (Εξαγνισμός)
«τσούπα την αγούρμαστη, της μάνα της χρυσάφι» (Καλός πολίτης)
 «μονάχοι φταίχτες οι τρεις παλιανθρώποι, που τονε κατατρέξανε το ζάβαλη» (Απολ)
«Το ζαναέτι, βλέπεις, τον κάνει να λογαριάζει πιότερο τα πετσιά κι απ’ τον υπέρ πατρίδος θάνατο» (Απολ)
«στο κρουστό σου ζνίχι το μαυριδερό» (Ζούγκλα)
«μου κάνανε μεγάλα ικράμια και μ’ ακούγανε με κατάνυξη και θαμασμό» (Απολ)
«Κάθε τους πάσο και κομπάσο που μετράει τη Σφαίρα»
 «Α, με τον γύφτικο ζουρνά, με νταγερέ που κουδουνά, σύρε χορόν αντάμικο» (Τρελός)
«Κάνε θάμα, πλόσκα μου, ξύλο τσιμισίρι, γίνε βρύση γάργαρη με χιλιάδες πείροι!» (Καλός Πολίτης)
«να διαλέγω μοναχός μου ποιος κλέφτης θα με κλέβει και ποιος τζελάτης θα με κόβει» (Απολ)
«και με τους διάκους ο δεσπότης / τζιλβέδες και καμώματα» (Τρελός)
«τον θρέφουν για τσεσίτι» (Μαϊμού)
 «που ’χε καρφώσ’ η παγωνιά τ’ αργά νερά στη χούνη» (Ατιμία)

Το βιβλίο διατήρησε την ορθογραφία των πρωτοτύπων κι έτσι μπορούμε να δούμε και τις ορθογραφικές ιδιοτυπίες του Βάρναλη (νεβρικός, λέφτερος), αλλά έτσι κι αλλιώς η ορθογραφία είναι ένα μάλλον επουσιώδες θέμα.
Φυσικά, για πολλούς, και δικαιολογημένα, το ατού του βιβλίου είναι τα άγνωστα ποιήματα του Βάρναλη, που τα ανέσυρε ο Κακαβάνης από το αρχείο του, ή τα αθησαύριστα, και μ’ αυτό τον όρο εννοούμε ποιήματα που είχαν αρχικά δημοσιευτεί σε κάποιο έντυπο αλλά που δεν συμπεριλήφθηκαν σε μεταγενέστερη συγκεντρωτική έκδοση των έργων του συγγραφέα, με αποτέλεσμα να είναι άγνωστα στις σημερινές γενιές. Υπάρχουν βέβαια και ποιήματα που έχουν θησαυριστεί μετά την πρώτη τους δημοσίευση, αλλά δεν παύουν να είναι δυσεύρετα, όπως π.χ. τα ποιήματα που δημοσίευσε ο Βάρναλης στην Ηγησώ το 1907. Για να συνεννοούμαστε όμως, θα κρατήσουμε τον όρο αθησαύριστα για όσα βαρναλικά ποιήματα δεν περιλαμβάνονται ούτε στις εκδόσεις Βάρναλη, ούτε στα άρθρα του Σαββίδη και του Αργυρίου. Επομένως, τα σκόρπια ποιήματα του Βάρναλη, εκείνα δηλαδή που δεν ανήκουν σε καμιάν ποιητική συλλογή ή ποιητική σύνθεση, μπορούμε να τα διακρίνουμε ως εξής:
α) Πρωτόλεια Είναι τα ποιήματα που δημοσίευσε ίσαμε τα 18 του χρόνια σε έντυπα της ομογένειας, στη Βουλγαρία, πριν κατέβει στην Αθήνα (έχουν δημοσιευτεί στα Αιολικά Γράμματα του Βαλέτα)
β) Καταγραμμένα αλλά εκτός Απάντων: Είναι όσα ποιήματα έχουν καταγράψει οι Σαββίδης-Αργυρίου στο περιοδικό Ηριδανός το 1975 (αν μέτρησα καλά είναι 36).
γ) Αθησαύριστα: Πολλά από τα ποιήματα που περιλαμβάνει ο Κακαβάνης στο βιβλίο του, τα τρία σονέτα και η μία παρωδία που είχε ανακοινώσει ο ΜΜΠαπαϊωάννου στο περιοδικό Πολιτιστική το 1985, τα Εγκαίνια της Κοριτσίστικης ελικιάς που ανακάλυψα εγώ.
δ) Αδημοσίευτα/Ατελή: Ποιήματα που βρέθηκαν σε χειρόγραφο στο αρχείο του ποιητή και που απ’ όσο ξέρουμε δεν έχουν δημοσιευτεί ποτέ, όπως το Όχι που περιλαμβάνεται, τελευταίο στη σειρά, στο βιβλίο του Κακαβάνη.
Όταν λέω ότι ανακάλυψα το ποίημα του Βάρναλη, μη φανταστείτε πολύχρονες έρευνες. Θυμόμουν ότι ο Σαββίδης στο άρθρο του στον Ηριδανό, είχε υποθέσει ότι η συγκομιδή αθησαύριστων βαρναλικών ποιημάτων θα ήταν πλουσιότερη αν είχε κατορθώσει να βρει το περιοδικό Παν, που εξέδιδε το 1908-9 ο Άριστος Καμπάνης, και το οποίο συγκατέλεγε τον Βάρναλη στους τακτικούς συνεργάτες του, αλλά το πλήρες σώμα του δεν υπήρχε σε καμιά βιβλιοθήκη. Πρόσφατα, ψάχνοντας για κάτι άλλο στη βιβλιοθήκη του ΕΛΙΑ, βρήκα το σώμα του περιοδικού Παν και μπόρεσα να διαπιστώσω ότι η εικασία του Σαββίδη ήταν σωστή: βρέθηκε πράγματι ένα ποίημα του Βάρναλη, άγνωστο ως σήμερα, άρα αθησαύριστο, και που ούτε στο αρχείο υπάρχει. Είναι ένα ποίημα διονυσιακό, σε ελεύθερο στίχο, που το έχω δημοσιεύσει στο ιστολόγιό μου και στην εφημερίδα Αυγή, οπότε μπορείτε να το βρείτε εκεί.
Συνολικά δηλαδή, είναι πολλά, πάνω από πενήντα, και μερικά πολύ αξιόλογα, τα ποιήματα του Βάρναλη που δεν βρίσκονται σε βιβλίο και δεν είναι προσιτά στον σημερινό μέσο αναγνώστη, ή και στον απαιτητικό αναγνώστη, διότι ακόμα και όσα κατέγραψαν οι Σαββίδης-Αργυρίου βρίσκονται σε ένα δυσεύρετο περιοδικό του 1975, τον Ηριδανό, άρα πρέπει να πάει κανείς στη Γεννάδιο Βιβλιοθήκη για να τα βρει. Θα έλεγα μάλιστα ότι αποτελεί φιλολογικό παράδοξο το ότι διαθέτουμε τα άπαντα πολλών ποιητών μας που, όπως και να το κάνουμε, δεν μπορούν να συγκριθούν με τον Βάρναλη, που είναι ποιητής της απολύτως πρώτης γραμμής, κι όμως τα ποιητικά Άπαντα του Βάρναλη δεν υπάρχουν.
Βέβαια, σ’ αυτό «φταίει» και ο ίδιος ο Βάρναλης ο οποίος, το λέει και ο Κακ. στο βιβλίο του (σελ. 299), στις προηγούμενες συγκεντρωτικές εκδόσεις έργων του απέφυγε να συμπεριλάβει πολλά νεανικά του ποιήματα, στα οποία συμπεριφέρθηκε με άκρα αυστηρότητα: δημοσίεψε λίγα, «ξαναδουλεμένα όσο σηκώνανε», και «που χαραχτηρίζουνε την πνευματική πορεία όχι μόνο τη δικιά μου παρά της εποχής εκείνης». Όπως αναφέρει ο Κακαβάνης, ο Μ.Μ.Παπαϊωάννου, ο κορυφαίος βαρναλιστής μας, προσπαθώντας να εξηγήσει τη στάση αυτή του Βάρναλη, προτείνει δυο αιτίες, τη γνωστή τελειομανία του Βάρναλη και το φόβο του μήπως κάποια νεανικά του ποιήματα γίνουν αφορμή να υποστεί διώξεις.
Ως προς το τελευταίο, ο Κακαβάνης δεν συμφωνεί, τονίζοντας ότι ο Βάρναλης δεν μάσαγε τα λόγια του, ακόμα και σε δύσκολους καιρούς. Πιστεύω όμως ότι μερικά ποιήματα, όπως ο Εξαγνισμός, έμειναν έξω από την έκδοση του 1959 για έναν άλλου είδους φόβο: σε μια εποχή όπου όλα τάσκιαζε η εθνικοφροσύνη και η αριστερά θεωριόταν ξενόδουλη και αντεθνική, ο Β. υποθέτω πως φοβήθηκε μήπως αυτό το «αντιπατριωτικό» του ποίημα γίνει αντικείμενο εκμετάλλευσης από τους εθνικοπαράφρονες, παρόλο που ταίριαζε κουτί και στη μετεμφυλιακή περίοδο, όταν ταγματασφαλίτες και δοσίλογοι βρέθηκαν σε βουλευτικά έδρανα και υπουργικούς θώκους.
Είναι πάντως αλήθεια ότι πολλά ποιήματα ο Βάρναλης τα άφησε έξω λόγω της τελειομανίας του, που τον έσπρωχνε συνέχεια να τα αλλάζει, γι’ αυτό και δεν θυμόταν κανένα ποίημά του απέξω (σελ. 299-300 του βιβλίου). Επίσης, ήταν εξαιρετικά αυστηρός απέναντι στον εαυτό του, και έχει γράψει ότι αισθανόταν πανικό μήπως κάποτε βρεθούν τα νεανικά ποιήματα που είχε στείλει στον Παλαμά (πρόκειται για τη συλλογή Πυθμένες που τη βρήκε στη δεκαετία του 1980 στο αρχείο Παλαμά ο Κ.Γ.Κασίνης και την εξέδωσε). Άλλωστε και το ίδιο το «Φως που καίει», όταν το ξανακοίταξε αργότερα του φάνηκε πως δεν «ήτανε και πολύ ώριμο, δεν ήτανε δουλεμένο lege artis», και το παρουσίασε αλλαγμένο άρδην (αφήνοντας απέξω κάποιες αιχμηρές σελίδες), ενώ εκτεταμένες αλλαγές έκανε και στους Σκλάβους Πολιορκημένους, όπου και πάλι έμειναν απέξω κάποιες «αντιπατριωτικές» στροφές. (Στις επανεκδόσεις των δύο ποιητικών συνθέσεων από τον Κέδρο, σε υποδειγματική επιμέλεια του Γιάννη Δάλλα, παρατίθενται όλες οι παραλλαγές).
Πέρα όμως από την τελειομανία και τον φόβο, ο Κακαβάνης προτείνει και μιαν άλλη αιτία: ο Βάρναλης δεν εκφραζόταν μόνο μέσα από την ποίηση, Με την ένταξή του στο επαναστατικό κίνημα απέκτησε κι άλλες μορφές έκφρασης (σελ. 300) και αφού η δημοσίευση των ποιημάτων δεν ήταν αυτοσκοπός, αν ένα ποίημά του που είχε γραφτεί για μια συγκεκριμένη περίσταση δεν του φαινόταν πια να έχει λόγο ύπαρξης, δεν το συμπεριλάμβανε στα συγκεντρωμένα έργα του. Για τον ίδιον άλλωστε λόγο απάλειψε από το ποίημά του Λευτεριά την τελευταία στροφή (σπαράζαν τους μωρούς ποιητές οι λύκοι, σελ. 281-294). Ο συγκεκριμένος στίχος εξυπηρέτησε έναν σκοπό, έδωσε ένα τσουχτερό κέντημα στον Παλαμά, αλλά ο Β. δεν βρήκε λόγο να τον διαιωνίσει.
Είπα πολλά και σας κούρασα ίσως, αλλά δεν κάλυψα όλα τα θέματα που αναδεικνύει το βιβλίο του Ηρακλή. Δεν αναφέρθηκα, ας πούμε, στις ιδεολογικές αντιπαραθέσεις με τον Δελμούζο και τον Αποστολάκη, ή στα Αθεϊκά, ή στη δίκη Λουντέμη, ή σε άλλα τόσα ενδιαφέροντα θέματα. Δεν θα επεκταθώ όμως περισσότερο, αλλά θα χαιρετίσω το βιβλίο του Κακαβάνη σαν μια σημαντική προσφορά στις βαρναλικές σπουδές για έναν επιπλέον λόγο, πέρα από όσα ανέφερα. Θα σας μεταφέρω το σχόλιο που έκανε στο ιστολόγιό μου ένας αναγνώστης, που υπογράφει ως Οικοδόμος και είναι πράγματι, απ’ όσο ξέρω, οικοδόμος:
Το βιβλίο τού Ηρακλή Κακαβάνη ερευνά άγνωστες ή λιγότερο γνωστές πλευρές του Βάρναλη και φέρνει στο φως της δημοσιότητας 19 ποιήματα. Όμως εκτός από αυτά -και άλλα- πολύ σημαντικά, η σπουδαιότητά του έγκειται στο γεγονός ότι φέρνει τον ποιητή πιο κοντά στους «ανίδεους» σαν και του λόγου μου, που επιπλέαμε στην επιφάνεια του έργου του με τη σιγουριά ότι ταξιδεύαμε σε γνωστά νερά. Το βιβλίο τού Κακαβάνη μας δίνει τη δυνατότητα να βουτήξουμε σ’ αυτά τα βαθιά νερά και να θαυμάσουμε την ομορφιά και τον πλούτο τους.
Νομίζω ότι ένας τέτοιος έπαινος δεν είναι ευκαταφρόνητος και βρίσκω ταιριαστό να κλείσω την ομιλία μου μ’ αυτόν. Σας ευχαριστώ πολύ.