Δευτέρα 3 Δεκεμβρίου 2012

Σημαντική εκδήλωση για την ποίηση του Κώστα Βάρναλη (Αναδημοσίευση από το Βαθύ Κόκκινο)



Αναδημοσιεύουμε το ρεπορτάζ που υπογράφουν οι β. ariaditis και  kokkiniotis στο «Βαθύ Κόκκινο» για την εκδήλωση – παρουσίαση του βιβλίου «Ο άγνωστος Βάρναλης και 19 αδημοσίευτα ποιήματά του» στις 20 Νοέμβρη 2012 στο τσιπουράδικο «Ο Μπούσουλας» στην Καισαριανή. Το κείμενο συνοδεύεται και από βίντεο με πλάνα από την κηδεία του Κώστα Βάρναλη. Το βίντεο (όπως και το κείμενο) μπορείτε να το βρείτε εδώ.
 

Σημαντική εκδήλωση για την ποίηση του Κώστα Βάρναλη (Βίντεο)
Γράφουν: β. ariaditis και  kokkiniotis
Είχαμε την αίσθηση ότι στις μέρες μας ο ποιητής Κώστας Βάρναλης και το έργο του ξαναέρχονται στην επικαιρότητα. Για πολλούς λόγους, στους οποίους θα επανέλθουμε. Προγραμματίζαμε μάλιστα μια σχετική ανάρτηση με αφορμή την επέτειο του θανάτου του το Δεκέμβρη. Μας πρόλαβαν όμως …οι εξελίξεις!
Την προηγούμενη Τρίτη 20 του Νοέμβρη, στην πλατεία της Καισαριανής, στο γνωστό τσιπουράδικο «Ο Μπούσουλας» έγινε η παρουσίαση του βιβλίου του δημοσιογράφου του Ριζοσπάστη και συγγραφέα Ηρακλή Κακαβάνη «Ο άγνωστος Βάρναλης και 19 αδημοσίευτα ποιήματά του» (Εκδόσεις ΕΝΤΟΣ).
Για τον Κώστα Βάρναλη μίλησαν οι:
Γεωργία Λαδογιάννη, επίκουρος καθηγήτρια Νεοελληνικής Λογοτεχνίας και Δραματουργίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων
Διονύσης Τσακνής, συνθέτης, στιχουργός και ερμηνευτής
Γιώργος Σαρρής, στιχουργός – ερμηνευτής.
Το ρόλο του συντονιστή είχε ο δημοσιογράφος Νίκος Μπογιόπουλος.
Εξαιρετικοί ήταν οι ηθοποιοί Κατερίνα Φωτιάδου και Στέλιος Γερανής στην θεατρική απαγγελία του σατιρικού διαλόγου του Βάρναλη «Ο Άντρας και η Γυναίκα – ΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΠΡΑΞΙΣ» (σελίδα 200 στο βιβλίο του Ηρακλή Κακαβάνη).
Στο έδαφος του –σπαρταριστού μερικές φορές- διαλόγου της απλοϊκής Μαριγούλας με τον μεταφυσικό Γιάννη Κολοκυθάκη, ο Βάρναλης «κεντάει» τη σύγκρουση των ιδεολογικών ρευμάτων του υλισμού και του ιδεαλισμού.
Πέρα από την παρουσίαση του εξαιρετικά χρήσιμου, ιδιαίτερα στις μέρες μας, βιβλίου και το σπάνιο υλικό που φέρνει στο φως, η εκδήλωση αυτή είχε κατά τη γνώμη μας μια ξεχωριστή σημασία. Ήταν ένα αυτόνομο καλλιτεχνικό και πολιτιστικό γεγονός με ευρύτερες θα λέγαμε πολιτικές διαστάσεις.
Πραγματοποιήθηκε στην πλατεία της Καισαριανής, σε ένα χώρο που οι τοίχοι του αναγράφουν ποιήματα Ελλήνων ποιητών (εκεί που καθόμασταν εμείς υπήρχε «Η Πόλις» του Κ. Καβάφη).
Συγκέντρωσε ανθρώπους που είναι η ζωντανή ιστορία της Αριστεράς (όπως ο αειθαλής χαράκτης και λογοτέχνης Γιώργος Φαρσακίδης).
Είχε σαν περιεχόμενο τον πολιτισμό και την ποίηση. Ένα περιεχόμενο που όλο και αραιότερα συναντούσαμε στα προηγούμενα χρόνια της καπιταλιστικής ‘ευμάρειας’. Ένα περιεχόμενο που –κάνουμε την πρόβλεψη-  όλο και συχνότερα θα συναντάμε από δω και πέρα.
Με την ευκαιρία, να δώσουμε κι εμείς μια σύντομη πρόχειρη απάντηση στο πολυσυζητημένο ερώτημα –τέθηκε καίρια και στην συζήτηση που ακολούθησε την παρουσίαση του βιβλίου: «Πού είναι οι διανοούμενοι;»
Οι διανοούμενοι παλιά, είχαν ενεργό συμμετοχή και συμπορεύονταν με το λαϊκό κίνημα.
Αργότερα περιορίστηκαν στις λίστες υποστήριξης ψηφοδελτίων της αριστεράς στην αρχή, του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ στη συνέχεια.
Μεσολάβησε η φάση που πολλοί άνθρωποι του πνεύματος κοιμόντουσαν τον ύπνο του δικαίου ενώ γύρω τους γινότανε της κακομοίρας. Πρόσφατα είχαμε μια ποιοτική αλλαγή. Από το στάδιο της αναρώτησης «Γιατί δεν μιλάνε οι διανούμενοι;», φτάσαμε στο σημείο, μερικές φορές, να παρακαλάμε να μην ανοίξουνε το στόμα τους…
Πρόκειται για μεταμορφώσεις που ίσως εξηγούνται από τον «μεταμορφισμό» των διανοουμένων όπως τον αναλύει ο Γκράμσι.
’’Αχ. πούσαι νιότη πούδειχνες πως θα γινόμουν άλλος…’’, έλεγε ο Βάρναλης.
Χωρίς φυσικά να απαξιώνουμε τους σύγχρονους δημιουργούς και το έργο τους, κάνουμε ωστόσο την αισιόδοξη πρόβλεψη, πως όσο ‘σφίγγουν τα πράγματα’, θα ξεπηδήσουν πολύ περισσότεροι νέοι ποιητές, εικαστικοί, κινηματογραφιστές, συγγραφείς και καλλιτέχνες που θα αναβιώσουν τη ‘χρυσή εποχή’ της πολιτιστικής δημιουργίας μέσα στους κόλπους του ευρύτερου λαϊκού κινήματος και μιας αριστεράς ανατρεπτικής και νικηφόρας.
Για να επανέλθουμε στο βιβλίο για τον άγνωστο Βάρναλη και την παρουσίασή του, σημαντικό κατά τη γνώμη μας ήταν και το γεγονός ότι βρέθηκαν μαζί, γνωρίστηκαν και συζήτησαν δημιουργικά αγωνιστές της αριστεράς.
Χωρίς να το θέλουμε, μας ήρθαν στο μυαλό εικόνες από την κηδεία του ποιητή της εργατιάς Κώστα Βάρναλη στις 18 Δεκέμβρη 1974. Η σορός του εκτέθηκε σε λαϊκό προσκύνημα στο παρεκκλήσι της Μητρόπολης και μια παλλαϊκή πορεία τον συνόδεψε στο Α΄Νεκροταφείο. Τα συνθήματα «Ποιητή της εργατιάς  -Είσαι Οδηγητής για μας», «Ο λαός δεν ξεχνά-Τους αγωνιστές τιμά»  και «Δεν πεθαίνει ο ποιητής –Είναι πάντα Οδηγητής» δονούσαν το χώρο του Α΄ Νεκροταφείου.
Εκεί πάλι ο Βάρναλης ένωσε τον κόσμο της αριστεράς σε ένα μεγάλο λαϊκό ποτάμι, παρά τα μικρά ‘παρατράγουδα’ που έγιναν μπροστά στον ανοιχτό τάφο του για το ποιο έντυπο θα τον συνοδέψει στην τελευταία του κατοικία.
Δυο μέρες πριν, στις 16 του Δεκέμβρη στο θέατρο «Αλίκη» είχε γίνει μέσα σε μεγάλη κοσμοσυρροή μια τιμητική εκδήλωση για τον Κώστα Βάρναλη.  Ο ίδιος δεν μπόρεσε να παρευρεθεί για λόγους υγείας, πρόλαβε να μάθει όμως τι έγινε. Έμαθε και για το ποίημα που είχε γράψει προς τιμήν του το 1956 και διάβασε ο ίδιος ο Γιάννης Ρίτσος:
«Ποιητή, σ” είδαμε πάντα στο πλευρό του λαού μας με σκέψη και με πράξη. Ο λόγος σου σπαθί, νυστέρι και φωτιά που φωτάει και φως που καίει. Σ” είδαμε πάντα με την παλάμη σου ανοιχτή, δίπλα στ” αυτί, για ν” αφουγκράζεσαι πίσω απ” τα τείχη τη στρογγυλή βουή του Ιστορικού, αναπότρεπτου ήλιου. Αυτόν τον ήλιο μας έδειξες!»
Δεν θα προχωρήσουμε στην περιγραφή της εκδήλωσης της Καισαριανής και το περιεχόμενο των παρεμβάσεων. Το έχουν κάνει πολύ εύστοχα και χαρακτηριστικά, με λογοτεχνικές μάλιστα αξιώσεις, άλλοι σύντροφοι στα ιστολόγια Οικοδόμος και Σφυροδρέπανο. Περισσότερα μπορεί κανείς να βρει στο μπλογκ Ο άγνωστος ΒΑΡΝΑΛΗΣ και αδημοσίευτα ποιήματά του που γράφει στην προμετωπίδα του:
«Αρκετά χρόνια μετά το θάνατο του Κώστα Βάρναλη κι όμως συνεχίζουμε να αγνοούμε πολλά για το έργο του. Σκοπός του Blog να γνωρίσουμε καλύτερα τον εκπαιδευτικό, τον ποιητή, τον χρονογράφο, τον κριτικό, το δοκιμιογράφο, το μεταφραστή, το θεατρικό συγγραφέα, μα πάνω απ” όλα τον ανατρεπτικό, τολμηρό και επίκαιρο διανοητή Κώστα Βάρναλη.»
Στη Σεισάχθεια επίσης μπορείτε να διαβάσετε μια ενδιαφέρουσα παρέμβαση για το έργο του Βάρναλη.
Θα αναφερθούμε μόνο σε μια δημιουργική στιγμή της βραδιάς, όταν ‘άναψαν’ δημιουργικά τα ‘αίματα’ με τη γλωσσολογική ‘κόντρα’ της πολύ ενδιαφέρουσας τοποθέτησης της φιλολόγου Ρίτας Νικολαΐδη που απάντησε σε σχετική αποστροφή του λόγου του Διονύση Τσακνή.
Πίνοντας τα πρώτα ποτηράκια κρασί, ασυναίσθητα μας ήρθε στο μυαλό το ένα από τα δύο ‘θέματα’ που λάτρευε ο ποιητής: το καλό κρασί. Έκανε “έρευνες” στα ταβερνάκια και αντάλλασε απόψεις με τους φίλους του. Όταν κάποιος φίλος του μιλούσε για ένα καινούργιο ταβερνάκι, αμέσως αυτός ρωτούσε: «Έχει καλό;»
Η βραδιά τελείωσε βρίσκοντας όλους να τραγουδάμε, συντροφικά όπως παλιά τα τραγούδια μας. Σημαντικότατη βέβαια ήταν και εδώ η συμβολή του Γιώργου Σαρρή.
Θα επανέλθουμε στο έργο του Κ. Βάρναλη καθώς και στο σημαντικότατο βιβλίο του Ηρακλή Κακαβάνη. Θα κάνουμε μάλιστα και μια εκπομπή παρουσίασης της εκδήλωσης στο διαδικτυακό ραδιοσταθμό μας. Προς το παρόν θα τελειώσουμε –τι άλλο;-με κάποιους στίχους του Βάρναλη.
Από το πασίγνωστο ποίημα «Οι μοιραίοι» κάποια όχι τόσο γνωστή στροφή:
«Του ενού ο πατέρας χρόνια δέκα
παράλυτος –ίδιο στοιχειό
του άλλου η κοντόμερη γυναίκα
στο σπίτι λιώνει από χτικιό.
Στο Παλαμήδι ο γιός του Μάζη
κι η κόρη του Γιαβή στο Γκάζι.»
 «Η ποίηση του Βάρναλη δε μύριζε ποτέ γάλα. Μύριζε από την αρχή μπαρούτι», έγραψε κάποτε ο Μενέλαος Λουντέμης. Ανασύραμε λοιπόν από τη μνήμη άλλους δυο στίχους, εξαιρετικά επίκαιρους και σήμερα νομίζουμε:
«Απ’ τα τσακάλια δε γλιτώνεις μ’ εφκές και παρακάλια» είναι ο ένας. Και ο άλλος:
«Κι αν είναι ο λάκκος σου πολύ βαθύς,
χρέος με τα χέρια σου να σηκωθείς.»

Κυριακή 2 Δεκεμβρίου 2012

Ομιλία Σαρρή (β΄μέρος)



Ο Γιώργος Σαρρής άνοιξε τον κύκλο των ομιλητών. Θέμα του η επαναστατική Τέχνη. Ολόκληρη την ομιλία μπορείτε να τη διαβάσετε εδώ. Λίγο πριν κλείσει η εκδήλωση, μίλησε χωρίς χειρόγραφο για την εικόνα του ανθρώπου Βάρναλη που αποκόμισε διαβάζοντας το βιβλίο «Ο άγνωστος Βάρναλης και 19 αδημοσίευτα ποιήματά του»:   



Είχα το βιβλίο εδώ και 15 μέρες οπότε είχα την ευκαιρία να ρίξω μια ματιά, θέλω να πω ότι αξίζει πραγματικά τον  κόπο όσοι ενδιαφέρονται για την ποίηση να το διαβάσουν σε κάθε του λεπτομέρεια. Γιατί έχει μια σειρά από πράγματα που έχουν να κάνουν με την ίδια την ιστορία της ελληνικής ποίησης αλλά και της λογοτεχνίας τον τελευταίο αιώνα που έζησε ο Βάρναλης αλλά και γιατί υπάρχουν μια σειρά από ιστορικές λεπτομέρειες αλλά επίσης υπάρχουν και μια σειρά λεπτομέρειες στη ζωή του ίδιου του Βάρναλη. Δηλαδή, εγώ η πρώτη μου γνωριμία με τον Βάρναλη, πριν ακόμα μάθω ποια ακριβώς ποια ήταν η ζωή του και η παρέμβασή του στα πράγματα, μικρός - εικοσάχρονος εικοσιπεντάχρονος - δεν ξέρω γιατί, είχα μέσα μου τη υποψία  ότι όλα αυτά που έκανε τα έκανε επειδή πραγματικά ήταν κομμουνιστής ή επειδή είχε μια τάση να αντιδρά στον καθωσπρεπισμό. Είχε ένα τέτοιο στοιχεί του χαρακτήρα. Βέβαια μελετώντας μετά και βλέποντας όλη αυτή τη μελέτη που έκανε πάνω στο μαρξισμό και στην ταξική κατεύθυνση που πρέπει να υπάρχει στην Τέχνη, το ερώτημά μου απαντήθηκε αλλά από στιγμιότυπα που είδα στο βιβλίο, όπως αυτό που διαλέγει το ψευδώνυμό του, που διαλέγει το όνομα Δήμος Τανάλιας (το Δήμος από το λαό) στο «Φως που καίει» το1 922 και εξηγεί κιόλας ότι το Δήμος Τανάλιας το επιλέγει για να κάνει πλάκα, να κράξει ουσιαστικά αυτούς που ήταν με λόγια ονόματα, τους ποιητές με εύηχα και κουλτουριάρικα ονόματα. Και το αστείο είναι το στιγμιότυπο που έχει από το «Ριζοσπάστη», δεν το ήξερα αυτό, πρώτη φορά το διάβασα,  όπου σε μια κουβέντα που κάνει με τον Λουντέμη, του θυμίζει ο Λουντέμης την ιστορία με αυτό το ψευδώνυμο. Βάζει τα γέλια ο Βάρναλης και του λέει, πού να ήξερες πως αντί για Δήμος Τανάλιας το πρώτο που διάλεξα ήταν Σφύρος Δρεπάνης. Τέτοιος άνθρωπος ήτανε. Όπως και το στιγμιότυπο πάλι, εκεί στο νοσοκομείο με το συντάκτη μπροστά της  «Αυγής» που έχει πάει για να του πάρει συνέντευξη, όπου κρυφά την ώρα που μπαίνει η γυναίκα του, του λέει δε τη χωνεύω αυτή, αφού του έχει πει πρώτα ότι η ζωή θέλει Κορωπί και Φάληρο, δηλαδή κρασί, θάλασσα και ψάρι . Την επόμενη μέρα ήταν να πάει εκδρομή για να πάει να φάει και να πιει και λέει δε τη χωνεύω αυτή γιατί με κάρφωσε στο γιατρό ότι αύριο θα πάω και θα πιω, κα θα γλεντήσω. Εκεί δείχνει αυτή τη φοβερή παιδικότητά του.

Σάββατο 1 Δεκεμβρίου 2012

Η ομιλία του Νίκου Μπογιόπουλου



Ο Νίκος Μπογιόπουλος ήταν ο συντονιστής της συζήτησης στην παρουσίαση του βιβλίου του Ηρακλή Κακαβάνη «Ο άγνωστος Βάρναλης και 19 αδημοσίευτα ποιήματά του» (20 Νοέμβρη 2012).
Ξεκίνησε με την παρουσίαση του κειμένου που απέδωσαν θεατρικά ο Στέλιος Γεράνης και η Κατερίνα Φωτιάδη:
  
«Τη δεκαετία του 1920 ξεσπά η σύγκρουση υλισμού – ιδεαλισμού. Ο Βάρναλης από τη μια πλευρά, Φώτος Πολίτης και Γιάννης Αποστολάκης από την άλλη. Ξεκίνησε το 1921 με ένα κείμενο του ιδεαλιστή Φώτου Πολίτη και τη σκυτάλη των ιδεαλιστικών απόψεων πήρε στη συνέχεια ο Γιάννης Αποστολάκης. Είναι αρκετά τα κείμενα που έγραψε ο Βάρναλης στα πλαίσια αυτής της διαμάχης. Ένα από αυτά είναι το «Λόγια και πράξις», μια σατιρική αντιμετώπιση των αισθητικών απόψεων του Αποστολάκη. Συζητούν η Μαριγούλα, μια απλοϊκή γυναίκα κάτω των 25 και ο Γιάννης Κλοκυθάκης, μεταφυσικός, πάνω από 45.
Είναι ένα κείμενο από αυτά που περιλαμβάνται στο βιβλίο, άγνωστο ακόμη και στους μελετητές.
Ο Πικαιφής που αναφέρεται στο κείμενο είναι ο Φώτος Πολίτης».

Με το ξεκίνημα του κυρίως μέρους της εκδήλωσης ο «μπογιόπουλος έκανε μια σύντομη εισαγωγική τοποθέτηση μιλώντας για «τον παππού των λαϊκών αγώνων», όπως τον είχε χαρακτηρίσει ο ρίτσος, τον ιδρυτή της επαναστατικής τέχνης στην ελλάδα, που αναποδογύρισε μια έτοιμη ζωή, κι άρχισε να γράφει για αυτούς που δεν ξέρουν να διαβάζουν (λειβαδίτης), χωρίς όμως να τους χαϊδεύει, ώστε να πάψουν να είναι θύμα, ψώνιο, σύμβολο αιώνιο.

Στη συνέχεια περιορίστηκε στο ρόλο του συντονιστή, κάνοντας μικρές γέφυρες μεταξύ των άλλων ομιλητών, τις οποίες διάνθιζε με δηλώσεις από συνεντεύξεις του βάρναλη...
-όλες οι τέχνες πολιτεύονται, είτε το ξέρουν είτε όχι. Η διαφορά της επαναστατικής τέχνης είναι ότι το γνωρίζει. Γιατί αν κάποιος είναι αντιδραστικός από συνήθεια, μόνο με τη γνώση και τη συνείδηση μπορεί να το αλλάξει.
…ή με σπαρταριστά περιστατικά από τη ζωή του –όπως τη γνωριμία του με μια νεαρή ποιήτρια, που συστήθηκε στο δάσκαλο ως αθανασία κι αυτός άρχισε να την πιάνει και να την πασπατεύει λέγοντας: αθανασία, αθανασία, εσένα γύρευα σε όλη μου τη ζωή…» (από το Σφυροδρέπανο εδώ)




Η αρχική τοποθέτηση του Νίκου Μπογιόπουλου:
Η ανταπόκριση στο σημερινό κάλεσμα επιβεβαιώνει αφενός ότι ο Βάρναλης αυτός ο τόσο μεγάλος, αναγνωρισμένος, πασίγνωστος αλλά και - σχήμα οξύμωρο, αλλά όχι ανεξήγητο - άγνωστος ποιητής, παραμένει ζωντανός παρά τα 130 του χρόνια.
Αφετέρου ότι δουλειές σαν αυτή του Ηρακλή είναι πολύτιμες, τόσο πολύτιμες όσο ακριβώς οριοθετούν οι καταστάσεις που ζούμε και τα όσα μας ετοιμάζουν.
*
Μες στην ισόγεια την ταβέρνα, λοιπόν, με όσο γίνεται λιγότερους καπνούς και χωρίς βρισιές
θα μιλήσουμε για έναν ποιητή που όμως δεν ήταν «μόνο» ποιητής. Και αυτό το «μόνο» μπορεί για οποιονδήποτε άλλο να ακουγόταν κακόηχο, ειδικά όταν αναφερόμαστε στην ποίηση. Αλλά στην περίπτωση του Βάρναλη ακόμα και αυτός ο προσδιορισμός, η τόσο ευρύχωρη και πλατιά ιδιότητα του ποιητή είναι στενή, μιας και όταν μιλάμε για τον Βαρναλη μιλάμε στην ουσία για αυτό που έλεγε ο Ρίτσος. Δηλαδή για την «φωνή του λαού» και για τον «παππού των λαικών αγώνων».
***
Εφτά χρόνια πριν ο Βάρναλης γράψει το «Φως που Καίει», στο περιοδικό Νουμάς δημοσιεύτηκε ένα Μανιφέστο. Ηταν το Μανιφέστο του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη.
«... Εχω μέσα μου αίμα ηρώων. Μην ακούς όσα λένε οι μικροί. Είναι ανίδεοι από βίαιους παλμούς και ψηλά πετάγματα, κοιτάνε πολύ προς τα Κείμενα και τα Καθιερωμένα. Την ψυχή τους δε σφυρηλάτησε τ' Ονειρο, δεν καθαγίασεν η Σκέψη. Ξέρουνε ένα "πρέπει" και τίποτ' άλλο, είναι η πιο μουγκή εκδήλωση της Ζωής...
Εμείς όμως, οι Τεχνίτες, οι Εμπνευσμένοι, τι ψηλά που στεκόμαστε, τι ευγενικά νοσταλγούμε, τι ηρωικά ποθούμε.
Αηδιασμένος απ' το γύρω μου καθεστώς, φτύνοντας απάνου στη Ρωμαίικη Τέχνη καθώς την κατάντησαν οι ανθρωπάκοι των γραμμάτων, αποφασισμένος για τρανούς αγώνες, λυτρωμένος απ' τις ταπεινές ελπίδες των προλήψεων και των μικροσυμφερόντων, σήμερα, πρώτη φορά, κρούω το πολεμόχαρο τραγούδι μου πλατύστομα και ειλικρινά.
Είναι τώρα κάμποσος καιρός, που - ντροπή μας - ένα σωρό μικράνθρωποι μπήκαν μες στο άλσος της Τέχνης και κουρέψανε τις δάφνες (...) ανεχόμαστε ν' ανεβαίνουν το πορφυρό θρονί παράσιτα και χίλια μαλάκια, στενοκέφαλοι κι αντιπαθητικοί, και μακάριοι φχαριστούμαστε διαβάζοντας πως ο κ. Α ή Β εποιήσατο ενώπιον εκλεκτού ακροατηρίου διάλεξιν περί κτλ., ο σοφός ομιλητής κατεχειροκροτήθη". Κι εμείς ξέρουμε πως ο κ. Α ή Β είναι μια μετριότητα αξιοπεριφρόνητη και κωμική, και στη ζωή και στην Τέχνη, ένας αυθάδης παρείσακτος, που αλλού μήτε γι' ακροατής διαλέξεων δε θα 'κανε...
*
Γι' αυτά και γι' άλλα, καλώ το Νέο Ελληνικό Πνεύμα να συνεργαστεί μαζί μου στο γκρέμνισμα των Ψεύτικων Ειδώλων που κυριαρχούν, χάρη στην εγκληματική τους νωχέλεια κι αδιαφορία (...)
Καλώ τους Νέους, που βράζει μέσα τους το αίμα, κι είναι καλεσμένοι γι' αυριανούς θριάμβους, να συντρίψουμε τα είδωλα και να μπούμε εμείς μπροστά.
Να ρίξουμε ό,τι ξέρουμε για ψεύτικο και για πλαστό, να σεβαστούμε μοναχά ό,τι στέκεται Ιερό και ό,τι καθοσίωσεν η Αγνή Εμπνευση.
Σας περιμένω».
***
Με τη δημοσίευση του Μανιφέστου ξέσπασε σάλος.
Τότε ο Βάρναλης είχε ήδη περάσει τα 30, ήταν ήδη ποιητής και με στρωμένη ζωή. Μια ζωή που ο Βάρναλης την αναποδογύρισε και με το έργο του - έτσι τουλάχιστον το αισθάνομαι - έγινε ο σημαιοφόρος κάθε μορφής αγώνα ενάντια στο «βούρκο» και τη στασιμότητα, ενάντια σε κάθε λογής «μικρανθρωπάκους» και «παράσιτα», κάνοντας εκέινη τη μεγάλη επιλογή:
Να γράψει όπως - έλεγε ο Λειβαδίτης - «για εκείνους που δεν ξέρουν να διαβάσουν, για τους εργάτες που γυρίζουνε το βράδυ με τα μάτια κόκκινα απ'τον άμμο...».
Ο Βάρναλης και με την προσωπική του ζωή και με την Τέχνη του έκανε αυτό ακριβώς που είχε πει ο Λουντέμης στον πρόεδρο του δικαστηρίου - στη δίκη όπου ο Βάρναλης προσήλθε ως μάρτυρας υπεράσπισής του - όταν ο πρόεδρος του έκανε την παραίνεση να κάνει μια «δήλωση μετανοίας» και αποκήρυξης των ιδεών του για να πάψει να «τραβιέται» στα ξερονήσια:
«Κύριε πρόεδρε - απάντησε - ο άνθρωπος έκανε κάτι εκατομμύρια χρόνια για να σταθεί στα δυο του πόδια. Δεν θα τον ξαναγυρίσω εγώ στα τέσσερα»!
***
ο Βαρναλης έγραψε χωρίς να χαιδευει εκείνον στον οποίο απευθυνόταν, τον λαό, χωρίς να τον θωπεύει, χωρίς να τον αφήνει έξω από την ευθύνη του, την προσωπική του ευθύνη, να πάψει να είναι «θύμα, ψώνιο και σύμβολο αιώνιο» της μοίρας του.
Εζησε πέρα από κάθε σεμνοπρέπεια και σοβαροφάνεια. Ανατρεπτικός και σαρκαστικός σε όλα.
Οταν τη δεκαετία του '50 νεαρός δημοσιογράφος τον ρώτησε ποια είναι τα σημαντικότερα ιδανικά της ζωής, ο απίθανος Βάρναλης του απαντά:
«Οι γυναίκες, η θάλασσα, η φασουλάδα και να βλέπεις να πάιζουν τάβλι στο "Βυζάντιο"..»
Ο Βάρναλης, ο κομμουνιστής Βάρναλης, έγραψε με πλήρη επίγνωση ότι «όλες οι τέχνες "πολιτεύονται", είτε το ξέρουνε είτε όχι, είτε τους φαίνεται είτε όχι. Κι η επαναστατική τέχνη "πολιτεύεται" - έλεγε ο Βάρναλης - με τη διαφορά, πως το ξέρει. Γιατί αν είναι κανείς συντηρητικός από κοινωνική Συνήθεια, γίνεται επαναστάτης μονάχα από γνώση της πραγματικότητας κι από αντίδραση στη Συνήθεια».
*
Το βιβλίο του Ηρακλή είναι σπουδαίο και αυτό μπορεί να το αποδείξει το ίδιο του το περιεχόμενο και η φροντίδα με την οποία δουλεύτηκε.
Και μόνο το γεγονός της παρουσίασης ενός σώματος 19 άγνωστων ποιημέτων του Κώστα Βάρναλη είναι από μόνο του σημαντικό πνευματικό και πολιτιστικό γεγονός.
Οπως ο ίδιος ο συγγραφέας, ο Ηρακλής, λέει, είναι «δύσκολο το τόλμημα να γράψεις για τον Βάρναλη». Και γίνεται δυσκολότερο όταν θέλεις να αγγίξεις το κεντρικό ζήτημα στη μελέτη του βαρναλικού έργου: Γιατί γράφει, πότε γράφει, γιατί κάποια από τα ποιήματά του τα ξαναδουλεύει, γιατί άλλα τα αφήνει στην άκρη; Και είναι δύσκολο το εγχείρημα γιατί τελικά ο Βάρναλης είναι ο ιδρυτής της επαναστατικής Τέχνης στην Ελλάδα.
Τη σκυτάλη αυτή της δυσκολίας, να μιλήσεις για τον Βάρναλη, πράγμα όχι λιγότερο δύσκολο από το να γράψεις για αυτόν, με ανακούφιση πρέπει να πω, θα την παραδώσω στα σίγουρα χέρια μιας εκλεκτής συντροφιάς.

Η παρέμβασή του μετά την ομιλία του Γιύργου Σαρρή:
Πριν δώσω το λόγο στην κυρία Λαδογιάννη, είχανε ρωτήσει το Βάρναλη σε μια συνέντευξή του το 1958 για τους διανοουμενους
»Συζητούμε τώρα για τους διανοουμένους. Για τις ευθύνες τους απέναντι στα προβλήματα του καιρού τους.
» – Για τους διανοούμενους; ρωτά ο Βάρναλης. Άλλοι νοιώθουν κι’ άλλοι δε νοιώθουν την ευθύνη τους. Για τους δεύτερους θα δουλέψει η σκούπα της ιστορίας. Οι πρώτοι δημιουργούν ιστορία. Θέλεις να δεις ποιοι είναι σήμερα οι σκάρτοι; Κοίτα ψηλά. Εκεί σκαρφαλώνουν οι πίθηκοι. Αυτοί γρυλίζουν ξεδιάντροπα ότι σήμερα ξεπεράστηκε το ιδανικό της εθνικής αυτοτελείας και ανεξαρτησίας. Είναι, λένε, ιδανικό του περασμένου αιώνα!...
Αυτά έλεγε γι’ αυτού του τύπου τους διανοούμενους ο Βάρναλης.
Η κυρία Λαδογιάννη είναι Επίκουρος καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων έχοντας ως θεματικά πεδία διδασκαλίας και έρευνας τη νέα ελληνική λογοτεχνία, τη δραματουργία, την κριτική θεωρία και τα λογοτεχνικά περιοδικά.  Με ιδιαίτερη αγάπη για τον Βάρναλη, είναι από τους πιο σημαντικούς μελετητές του έργου του, με αφετηρία την ανάδειξη των επαναστατικών ιδεών και του ιστορικού υλισμού στο έργο του Κ. Βάρναλη.

Μετά την τοποθέτηση της κυρίας Λαδογιάννη:
Νομίζω ότι πρέπει να επισημάνουμε πως ο Βάρναλης ήταν ένας απίθανος τύπος, έτσι; Ήταν ένας τόσο απίθανος τύπος που για παράδειγμα νεαρός και στη δημοσιογραφική πιάτσα ο Μανώλης ο Μαθιουδάκης, τη δεκαετία του 50 του παίρνει μια συνέντευξη. Τον ρωτάει λοιπόν, έτσι με ένα δέος:
- Κύριε Βάρναλη, ποια κατά τη γνώμη σας, είναι τα καλύτερα ιδανικά της ζωής;
Και απαντάει ο Βάρναλης:
- Οι γυναίκες, η θάλασσα, η φασουλάδα, και να κάθεσαι να βλέπεις να παίζουν τάβλι στο «Βυζάντιο»...
Αυτός λοιπόν ο απίθανος τύπος είναι αυτός ο οποίος έλεγε το εξής, αυτό που έλεγε και ο Γιώργος προηγουμένως, ότι όλες οι τέχνες πολιτεύονται, είτε το ξέρουνε είτε όχι, είτε τους φαίνεται είτε όχι, και η επαναστατική τέχνη πολιτεύεται, με μια διαφορά, έλεγε ο Βάρναλης, πως αυτή το ξέρει ότι πολιτεύεται. Γιατί αν είναι κανείς συντηρητικός από κοινωνική συνήθεια, γίνεται επαναστάτης μονάχα από γνώση της πραγματικότητας και από αντίδραση στη συνήθεια.
Το λόγο στον κύριο Τσακνή. Έναν επαναστάτη χωρίς συνήθεια και από αντίδραση στην πραγματικότητα.

Η «γέφυρα» μετά την ομιλία του Διονύση Τσακνή
(Απευθυνόμενος στον Τσακνή) Μιας και αναφέρθηκες στη δίκη το Λουντέμη, θυμήθηκα τη δίκη, ο Λουντέμης νομίζω από κάποια εξορία τον είχανε φέρει για να τον δικάσουν, από τον Αϊ-Στράτη, λέει ο πρόεδρος του δικαστηρίου του Λουντέμη
-         Βρε παιδάκι μου, με τόση ταλαιπωρία που τραβάς, έχεις και οικογένεια, κάνε μια δηλωσούλα να τελειώνουμε
Και γυρνάει ο Λουντέμης και του λέει
-         Ακούστε κύριε πρόεδρε, ο άνθρωπος έκανε κάτι εκατομμύρια χρόνια για να σταθεί στα δύο, δε θα τον γυρίσω εγώ ξανά στα τέσσερα.
Το κλείσιμο της κουβέντας μετά την παρέμβαση της Ρίτας Νικολαΐδου:
Το βιβλίο του Ηρακλή είναι έτσι κι αλλιώς σπουδαίο και  αναφέρθηκε πόσο σπουδαίο είναι. Νομίζω για εμάς τους μη ειδικούς η αξία του βιβλίου κρίνεται από την αντοχή του στο χρόνο, όπως και για τους ειδικούς, και όταν λέω για την αξία του στο χρόνο έχει να κάνει με το πόσες φορές εμείς οι μη ειδικοί θα το αναζητήσουμε στη βιβλιοθήκη μας. Από αυτή την άποψη, είναι σίγουρο ότι το βιβλίο του Ηρακλή πολλές φορές θα διαπιστώσουμε πόσο αξίζει γιατί πολλές φορές θα το αναζητήσουμε. Επίσης το βιβλίο του Ηρακλή είναι σπουδαίο και από μια ακόμα άποψη, γιατί κατάφερε σήμερα, να μαζέψει εδώ πολύ' σημαντικούς ανθρώπους. Θα μου επιτρέψετε μια ειδική αναφορά. Μία αναφορά η οποία δείχνει και το πνεύμα το βαρναλικό, δηλαδή μια  εποχής, μιας γενιάς, μιας κατηγορίας ανθρώπων. Δεσμώτης ο Φαρσακίδης, ο Γιώργος ο Φαρσακίδης εκείνη την εποχή, δεσμώτης, με μια μάνα η οποία δεν ήταν κομμουνίστρια, κάθε άλλο μάλλον, αλλά περήφανος άνθρωπος. Ο Φαρσακίδης κάποια στιγμή απολογείται στη μάνα του και της λέει «μάνα, δεν έκανα δήλωση, ούτε θα κάνω δήλωσης μετανοίας» Και η μάνα του Φαρσακίδη του απαντάει «Ήξερα ότι είσαι μπουμπουνοκέφαλος αλλά αλίμονό σου αν μου γύρναγες πίσω και με σκυμμένο το κεφάλι» Δάσκαλε να είσαι γερός και δυνατός, σε ευχαριστούμε που υπήρξες, που υπάρχεις και που θα υπάρχεις.
Εκλεισε αφηγούμενος ένα περιστατικό από αυτά που περιγράφει η Ελλη Αλεξίου στο βιβλίο της «Υπό εχεμύθιαν».