Σάββατο 13 Φεβρουαρίου 2016

Κώστας Βάρναλης. Πώς ξεκίνησε να γράφει ποιήματα

Γράφει ο Ηρακλής Κακαβάνης //
Το ξεκίνημά του Κώστα Βάρναλη στην ποίηση δεν ήταν συνηθισμένο. Πήρε την ποίηση για παιχνίδι. Στην Γ’ Δημοτικού γράφει τους  πρώτους του στίχους. Ερωτικούς και σατιρικούς. Σατίριζε τους δασκάλους του.
Και στο γυμνάσιο εξακολουθεί να γράφει «ποιήματα». Τα τετράδια όπου τα έγραφε «Τα έδινα να μου τα φυλάγουν άλ­λοι “φρόνιμοι” συμμαθητές μου. Γιατί τα περισσότερα ποιήματα ήταν ερωτικά. Έγραφα βέβαια και για την άνοιξη, για τη… ση­μαία μας κ.τ.λ. Μα ένα ερωτικό ποίημα, αν έπεφτε στα χέρια των καθηγητών μου, έφτανε να με χαντακώσει. Γιατί σε κείνη την εφηβική ηλικία οι περισσότεροι μαθητές ήταν ερωτευμένοι με μαθή­τριες τού ελληνικού ή βουλγαρικού γυμνασίου κι είχανε τη σχετική τους αλληλογραφία και τα σχετικά ραντεβού. Κι ό έρωτας λογα­ριαζότανε για βαρύ αμάρτημα από τη σχολική… Εξουσία! Κι εγώ δεν ήμουνα ο λιγότερο αμαρτωλός. Μονάχα σαν τέλειωσα το γυμνάσιο δημοσίεψα δυο-τρία ποιήματα στις «Ειδήσεις του Αίμου» της Φιλιππούπολης».

Η συνέχεια στο ΑΤΕΧΝΩΣ

Τετάρτη 20 Ιανουαρίου 2016

Κώστα Βάρναλη: Το «ΑΝ» του Κίπλιγκ

Γράφει ο Ηρακλής Κακαβάνης //
Στις 18 Γενάρη 1936 πέθανε ο Τζόζεφ Ράντγιαρντ Κίπλινγκ, Αγγλος συγγραφέας και ποιητής, υμνητής του αγγλικού ιμπεριαλισμού. Γεννήθηκε στις 30 Δεκεμβρίου 1865 στη Βομβάη της Βρετανικής Ινδίας. Εζησε στην Ινδία, στη Βρετανία και στην Αμερική, ταξίδεψε πολύ σε όλον τον κόσμο και απέκτησε γρήγορα φήμη σπουδαίου συγγραφέα και ποιητή.
Το 1907 τιμήθηκε με Νόμπελ Λογοτεχνίας σε ηλικία 42 ετών και μέχρι σήμερα παραμένει ο νεότερος κάτοχος του βραβείου. Τρία χρόνια αργότερα δημοσίευσε το ποίημα του «Αν», με τις παραινέσεις ενός πατέρα προς τον γιο του, που αποτελεί μέχρι σήμερα το σήμα κατατεθέν της ποίησής του και το πιο διάσημο ποίημα.
Στο ελληνικό κοινό είναι γνωστός κυρίως για το παραινετικό ποίημά του «Αν» («If-») και τη συλλογή διηγημάτων «Το Βιβλίο της Ζούγκλας» με ήρωα τον Μόγλη.
Πετυχημένη είναι η παρωδία του ποιήματος «Αν» από τον Κώστα Βάρναλη. Ο Ρ. Κίπλινκ, την εποχή της αποικιοκρατίας, δίνει ευγενικές συμβουλές για το πώς θα γίνει καλός χριστιανός, πολιτισμένος και Καλός πολίτης ο Άγγλος συμπατριώτης του. Αυτός που κατά τη θέληση του Εγγλέζου πλουτοκράτη και για την εξυπηρέτηση των ιμπεριαλιστικών του επιδιώξεων, σκοτώνει, βασανίζει, λεηλατεί, μα ταυτόχρονα είναι θρήσκος. Για άφεση αμαρτιών, με τη Γραφή στο χέρι, πηγαίνει κάθε Κυριακή στην εκκλησία όπου συμμετέχει «ψυχή τε και σώματι». Ο Βάρναλης, αντίθετα, στην παρωδία του «Το ‘’Αν’’ του Κίπλιγκ», με τις συμβουλές του δείχνει το κυνικό πρόσωπο της ταξικής κοινωνίας, που αλλοτριώνει τον άνθρωπο από κάθε ηθική και κοινωνική αξία.
Κώστα Βάρναλη
Το «ΑΝ» του Κίπλιγκ
(Παρωδία)
Αν ημπορείς την παλαβή να κάνεις, όταν οι άλλοι
σου κάνουνε το γνωστικό κι όλοι σε λένε φταίχτη·
αν δεν πιστεύεις τίποτα κι άλλοι δε σε πιστεύουν·
αν σχωρνάς όλα τα δικά σου, τίποτα των άλλων·
κι αν το κακό, που πας να κάνεις, δεν το αναβάλλεις
κι αν σ’ όσα ψέματα σου λεν με πιότερ’ απανταίνεις·
κι αν να μισείς ευφραίνεσαι κι όσους δε σε μισούνε
κι αν πάντα τον πολύξερο και τον καλόνε κάνεις.
Αν περπατάς με την κοιλιά κι ονείρατα δεν κάνεις
κι αν να στοχάζεσαι μπορείς μονάχα το ιντερέσο·
το νικημένο αν παρατάς και πάντα διπλαρώνεις
το νικητή, μα και τους δυο ξετσίπωτα προδίνεις·
αν, ό,τι γράφεις κι ό,τι λες, το ξαναλέν κι οι άλλοι
γι’ αληθινό — να παγιδεύουν τον κουτό κοσμάκη·
αν, λόγια κι έργα σου καπνόν ο δυνατός αέρας
τα διαβολοσκορπά, και συ ξαναμολάς καινούριον.
Αν όσα κέρδισες μπορείς να τα πληθαίνεις πάντα
και την πατρίδα σου κορόνα γράμματα να παίζεις·
κι αν να πλερώνεις την πεντάρα, που χρωστάς, αρνιέσαι
και μόνο να πληρώνεσαι σωστό και δίκιο το ’χεις·
αν η καρδιά, τα νεύρα σου κι ο νους σου εν αμαρτίαις
γεράσανε κι όμως εσύ τα στύβεις ν’ αποδίδουν·
αν στέκεις πάντα δίβουλος και πάντα σου σκυμμένος
κι όταν φωνάζουν οι άλλοι «εμπρός»! εσύ φωνάζεις «πίσω»!
Αν στην πλεμπάγια να μιλάει αρνιέται η αρετή σου
κι όταν ζυγώνεις δυνατούς, στα δυο λυγάς στη μέση·
κι αν μήτε φίλους μήτ’ εχτρούς ποτέ σου λογαριάζεις
και κάνεις πως τους αγαπάς, αλλά ποτέ κανέναν·
αν δεν αφήνεις ευκαιρία κάπου να κακοβάνεις
και μόνο αν κάνεις το κακό, η ψυχή σου γαληνεύει,
δικιά σου θα ’ναι τούτ’ η Γης μ’ όλα τα κάλλη που ’χει
κι έξοχος θα ’σαι Κύριος, αλλ’ Άνθρωπος δε θα ’σαι

Ράντυαρντ Κίπλινγκ
ΑΝ ΜΠΟΡΕΙΣ…
Αν μπορείς να κρατάς το κεφάλι ψηλά όταν γύρω σου όλοι
τον εαυτό τους εχάσαν δειλά, και για τούτο μαζί σου τα βάζουν,
στον εαυτό σου αν μπορείς να ‘χεις πίστη όταν όλοι για σένα αμφιβάλλουν
μα κι αδιάφορος να ‘σαι κι ορθός στις δικές τους μπροστά αμφιβολίες,
αν μπορείς να υπομένεις χωρίς ν’ αποστάσεις ποτέ καρτερώντας,
ή μπλεγμένος με ψεύτες, μακριά να σταθείς, αν μπορείς απ’ το ψέμα
κι αν γενείς μισητός, να μη δείξεις στρατί στο δικό σου το μίσος,
κι ούτε τόσο καλός να φανείς κι ούτε τόσο σοφά να μιλήσεις,
αν μπορείς να ονειρεύεσαι δίχως να γίνεις του ονείρου σου σκλάβος,
αν μπορείς να στοχάζεσαι δίχως τη σκέψη να κάνεις σκοπό σου,
αν μπορείς την λαμπρήν ανταμώνοντας Νίκη ή τη μαύρη φουρτούνα,
να φερθείς με τον ίδιο τον τρόπο στους δυο κατεργάρηδες τούτους,
αν μπορείς να υποφέρεις ν’ ακούς την αλήθεια που ο ίδιος σου είπες,
στρεβλωμένη από αχρείους, να γενεί μια παγίδα για ηλίθιους ανθρώπους,
ή αν τα όσα η ζωή σού έχει δώσει αντικρίσεις συντρίμμια μπροστά σου,
κι αφού σκύψεις, ν’ αρχίσεις ξανά να τα χτίζεις με σκάρτα εργαλεία,
αν μπορείς να σωριάσεις μαζί τ’ αγαθά και τα κέρδη σου όλα,
κι αν τολμήσεις με μια σου ζαριά όλα για όλα να παίξεις
και να χάσεις τα πάντα και πάλι απ’ την πρώτη σου αρχή να κινήσεις,
και να μην ψιθυρίσεις ποτές ούτε λέξη για τα όσα έχεις χάσει,
κι αν μπορείς ν’ αναγκάσεις με βία, την καρδιά σου, τα νεύρα, το νου σου,
να δουλέψουν για σέναν ακόμα κι αφού τσακιστούνε στο μόχθο,
και ν’ αντέξεις σ’ αυτό σταθερά όταν τίποτε εντός σου δεν θα ‘χεις
άλλο εξόν απ’ τη θέληση που όρθια θα κράζει σε τούτα «Κρατάτε»,
αν μπορείς να μιλάς με τα πλήθη κι ακέριος στο ήθος να μένεις,
ή αν βρεθείς με ρηγάδες χωρίς τα μυαλά σου να πάρουν αέρα,
κι αν ποτέ, ούτε οι φίλοι ούτε οι εχθροί να σε κάνουν μπορούν να πονέσεις,
τον καθένα αν ζυγιάζεις σωστά και κανέναν πιο πρόσβαρα απ’ άλλον,
αν μπορείς να γεμίζεις το αμείλιχτο ένα λεφτό της κάθε ώρας
στην αξία των εξήντα μοιραίων δευτερόλεφτων της διαδρομής του,
τότε θα ‘ναι όλη η Γη σα δικιά σου, ως και κάθε που υπάρχει σε τούτη,
και —περισσότερο ακόμα— θε να ‘σαι ένας άνθρωπος πλέριος, παιδί μου.
Πηγή: atexnos.gr

Πέμπτη 24 Δεκεμβρίου 2015

ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΤΗΣ ΓΚΡΕΤΑΣ

Η ΓΚΡΕΤΑ ΜΠΕΛ (Θεοδώρα Θεοδωροπούλου), όταν παρα­μονές των Χριστουγέννων βγήκε από τη φυλακή, βρήκε την "Αθήνα, όπως την άφησε τότες - πριν από πέντε χρόνια - μέσα στα νερά, στις λάσπες και στους άνεμους.
Η Γκρέτα Μπελ ήταν «αστήρ του ελαφρού θεάτρου», μα τέτοιος «αστήρ», που τύφλωνε και τον ήλιο. Καλλιτέχνισσα και καλλιτέχνημα! Όμορφη, σβέλτη, ξυπνή, πανταχού παρούσα, πεισματάρα, εγωίστρια κι αποφασιστική. Και πάνου απ' όλα κα­κιά κ' εκδικητική. Μπορούσε να βγάλει τα μάτια κείνης που θα τολμούσε να της διεκδικήσει τα πρωτεία της νιότης, της ομορφιάς, της τέχνης και της εξυπνάδας.
Από δεκάξι χρονών αστράψανε στη σκηνή (της Αθήνας κι όχι των επαρχιών!) οι γάμπες της, τα ντεκολτέ της, τα φου­σκώματα της, τα τσακίσματα της, η αφοβιά της κι η κοντράλτα φωνή της. Περισσότερους προσκυνητάδες είχε τις νύχτες η Γκρέτα παρ’ όσους είχαν οι βρύσες των συνοικιών τα χαρά­ματα...
Τα χρόνια περνούσανε θριαμβικά, μα κείνη δεν εννοούσε να περάσει. Όλο και πιο νέα και πιο τεχνίτρα - μα και πιο σοφή.
Πολλοί «χτυπημένοι» τη ζητούσανε να την παντρεφτούνε. Μα η Γκρέτα δε βιαζότανε. Δεν ήθελε χαλκάδες. Δεν πήρε κα­νέναν απ’ αφτούς, που τηνε θέλανε παρά κείνον που δεν την ήθελε. για να μην τον πάρ' η «άλλη» - η αντίμαχή της και στο θέατρο και στον έρωτα, η σκρόφα, τρομαρα νά της έρθει!...
Έτσι τον κατάφερε να πει το «ναι» μιαν Κυριακή που ήταν κι αφτή και κείνος μεθυσμένοι.
Αφτός, ο Πότης και πότης, έστρωσε γρήγορα. Με τη μα­στοριά τη δικιά της και με τη ζήλεια τη δικιά του, τον έκανε να την αγαπήσει... Και περάσανε δεκαοχτώ χρονάκια γελαστά κ' εφτυχισμένα - γιατί κ' οι δυο τους δεν εννοούσανε να γεράσουνε και να σοβαρεφτούνε.
Είχανε και μια κορούλα, δεκάξι χρονώνε τώρα, την Αφρώ, που ήτανε σαν τη μάνα της - και την ξεπέρασε κιόλας στην τέχνη και στη ζωή: από δεκατριώ χρονώ πιτσιρίκι δεν είχε πια τίποτα να μάθει. Και πρώτους πρώτους έμαθε τους... πρώτους «φίλους» της μάνας της.
Τραγουδίστρα και χορέφτρα στο ίδιο θέατρο με τη μάνα της, πολύ νωρίς άρχισε να την παραμερίζει. Κ’ η μάνα της έλεγε:
—   Η πρώτη εντύπωση!...
Στο αναμεταξύ ο άντρας της είχε μπει στη δέφτερη νεό­τητα. Κείνη όμως δεν εννοούσε να το κουνήσει από την πρώτη! Είχανε παχύνει κ' οι δυο.
Ο Πότης (και πότης) «ξανακύλισε» στα συνήθια της πρώ­της του νιότης. Ξανάρχισε να πίνει. να μην τρώγει στο σπίτι. και να ξενυχτά.
Με άντρες μόνο;
Η Γκρέτα, που ήτανε διαλοτυλιμένη, δε γελάστηκε. Ο άντρας της τα χε ψήσει με την κόρη της «αλληνής» - μια μι­κρούλα σμέρνα, που όπου δάγκανε, έκοβε κομμάτια το κρέας...
Της Γκρέτας δε μπορούσε να της ξεφύγει τίποτες απ' ό,τι γινότανε κι απ' ό,τι μελλόντανε να γίνει - άσε πια τά περα­σμένα και ξεχασμένα!... Μόλις το λοιπόν «είδε» τι τρέχει, γί­νηκε θεριό, πιο θεριό παρ’ όσον ήτανε.
Το πρώτο που σκέφτηκε; να τον εκδικηθεί με τον ίδιον τρόπο. Να τα ψήσει με τον άντρα της «αλληνής». Αλλ' αφτός ήτανε χρόνια, μακαρίτης, ο βλάκας. Με το γιό του! Μα δεν είχε γιο. Τότε λοιπόν θα ξαναπάρει πίσω τον άντρα της σηκωτόν από το γιακά σα να ταν αχερένιος Ιούδας.
— Κάτσε κάτου, βλάκα! του λέει μια μέρα. Σου δωσα τα νιάτα μου, την ομορφιά μου και τη μαστοριά μου, που δεν τα χε καμιά στον απάνου κόσμο. Κατάλαβες; Τώρα λοιπόν αποφάσισε : ή... ή...
-          Τι εννοείς;
-         ‘Η θα βάλεις μυαλό ή θα σου βάλω - αφτό εννοώ!
-         Ακου δω! Σου δωσα μια κόρη μάλαμα. Αφτήνε να κοιτάς κ’ έμενα παράτα με...
-         Να σε παρατήσω να κοιτάς τις κόρες των άλλων. Με ξέρεις καλά;
-         Λόγια του κόσμου...
-         Αν δε βάλεις μυαλό, θα γίνω κ’ εγώ... του κόσμου!
-         Τώρα πια! της απάντησε κοροϊδεφτικά ο άντρας της.
-         Δηλαδή; Για ξηγήσου! (και το στόμα της γέμισε αφρούς).
-         Γέρασες!
Αί αφτό ήτανε! Δεν υπήρχε χειρότερη ατίμωση για τη Γκρέτα! Εβγαλε το πιστόλι από την τσάντα της και τον ξά­πλωσε χάμου...
-         Για να μάθεις πώς δε γέρασα...
Όταν βγήκε από τη φυλακή, δε βρήκε τίποτες αλλαγμένο μέσα της κι όξω της. Είχε μείνει λίγο στις φυλακές Αβέρωφ («φόνος έξ αμελείας»). Κ’ έτσι δεν πρόλαβε τίποτα ν' αλλάξει.
-         Θα ξαναρχίσω τη ζωή μου!
Δεν ήθελε να πάει στο σπίτι της για να μη συναντηθεί με την κόρη της, αν κ’ η μικρή ταξίδεβε μ' ένα θίασο στις επαρ­χίες. Ηξερε, πώς η κόρη της θα μισούσε τη μάνα της για φόνισσα του πατέρα της, όπως κ' η μάνα μισούσε την κόρη της για κόρη του αντρός της. Όμως πιότερο απ’ όλα μισούσε και φοβότανε το ίδιο της το σπίτι. Νόμιζε, πως ολ' οΕ τοίχοι θα της φωνάζουν ασταμάτητα την απαίσια φράση! 1
-          Γέρασες!
Φόρτωσε λοιπόν τα πράματά της σ' ένα ταξί και τράβηξε για κάποιο ξενοδοχείο της Ομόνοιας.
-         Ένα δωμάτιο στο πέμπτο (για να βλέπει τον κόσμο από ψηλά!).
Πήρε πρώτα ένα ζεστό μπάνιο. Βάφτηκε κατόπι, φόρεσε το μάβρο της το ταγιέρ και τράβηξε για το κουρείο. Έβαψε και φριζάρισε τα μαλλιά της, έκανέ μανικιούρ στα ωραία της τα νύχια, μασάζ στο μεσόφρυδο - κι όταν βγήκε όξω, σειστή και λυγιστή, στεκόταν ο κόσμος και την κοίταζε.
-          Δε σου το λεγα; μουρμούρισε μέσα της.
Πήγε να βρει τον παλιό της το θιασάρχη.
-         Βρε, καλώς τηνε. Η ίδια κι απαράλλαχτη, καλύτερη δηλαδή. Δυστυχώς για τώρα το προσωπικό του θιάσου είναι συμπληρωμένο.
Τράβηξε να βρει τους παλιούς της συναδέρφους στο καφε­νείο. Ολοι τη χαιρετήσανε, με φκιαχτόν ενθουσιασμό...
-         Ε! Στην αρχή... Με τον καιρό θα σιάξουνε τα πρά­ματα...
Αλλά μήτε την άλλη μέρα μήτε την παρ’ άλλη σιάξανε τα πράματα. Κανένας δεν την ήθελε - κι όσο μπορούσανε την αποφέβγανε.
-          Γιατί; έλεγε μέσα της. Με ζηλέβουν!.. Είμαι καλύτερη τους... Με φοβούνται... Μα θα βρω δουλειά - και θα τους αποφέβγω τότες εγώ...
Την παραμονή των Χριστουγέννων πήγε κι απομονώθηκε στην κάμαρά της. Αναψε όλα τα φώτα, κι άρχισε να γδύνεται μπροστά στο μεγάλο καθρέφτη της γκαρνταρόμπας.
-          Για να κοιταχτώ καλά.
Τανύστηκε, όσο μπορούσε. Τα στήθια της, τα κιτρολέιμονα σαν κουρασμένα. Οι γοφοί της σα να είχανε παραφουσκώσει και το λαμπαδιαστό της το κορμί σα να χε κοντύνει.
Πώς;
Κόλλησε το πρόσωπό της στο γυαλί. Τα μαλλιά της ήτανε πολλά κι αστραφτερά. Τα τσίνορα της μακριά και στριμμένα από μοναχά τους. Τα φρύδια της ψιλό γαϊτανάκι.  Αλλά τούτ' οι ίσκιοι, οι ρυτίδες, τι γυρέβανε στα διπλανά των χειλιών κι ανά­μεσα στα μάτια και στα κροτάφια
Κοιτάχτηκε γύρα της σα φοβισμένη μην την είδε κανείς.
-         Ώστε... γέρασα! συμπέρανε μ’ απελπισία.
Γιατί λοιπόν εσκότωσα τον άντρα μου;
Τυλίχτηκε στη ρόμπα της όπως όπως κι άρχισε να περ­πατάει πάνου κάτου στην κάμαρα της - και κάπνιζε το να κατόπι στ’ άλλο το γεμάτο πακέτο. Ολην τη νύχτα.  Ως την ώρα που αρχίσανε να χτυπάν οι καμπάνες· τ’ Άη - Κωνσταντίνου για τη λειτουργία της μεγάλης γιορτής...
Ανοιξε το παράθυρο κι έσκυψε να δει κάτου στο δρόμο, Κανείς. Η βροχή βαστούσε τόσες μέρες τώρα και τα φώτα φαινόντανε σαν τυλιγμένα σε κρεπ και νυσταγμένα.
Αφτές oι καμπάνες την εκνεβρίζανε.
-         Ώστε γέρασα; Πού να πάω; Όλα τα μπόρεσα... Όλους μπορούσα νά τους σκοτώσω... το χρόνο δε μπορώ!..
-         Τον εαφτό σου δεν μπορείς! μια φωνή της απάντησε μες από τα βάθη του είναι της.
-         Αφτό είναι!.. συλλογίστηκε.
Κι ανοίγοντας τα χέρια της σταβρό τινάχτηκ' έξω απ’ το παράθυρο. Πέφτοντας της έφυγε η ρόμπα... Και το γυμνό της σώμα κόλλησε στη λάσπη μέσα στα αίματα...
Οι δυο τρεις διαβάτες, που τρέχανε να ξεφύγουνε τη βρο­χή, δε σταθήκανε καν να ιδούνε.
- Μέρα που βρήκε! μουρμουρίσανε. Και χαθήκανε στο σκοτάδι.

Κι τότε ρωτήσανε να μάθουνε ποια είναι! Κ' ήταν η Γκρέτα Μπελ!...

___________________

Στο ΑΤΕΧΝΩΣ δημοσιεύται ένα αθησαύριστο χριστουγεννιάτικο διήγημα του Κώστα Βάρναλη με τίτλο «Χριστούγεννα διαρκείας»

Τετάρτη 16 Δεκεμβρίου 2015

Η τελευταία ημέρα του Κώστα Βάρναλη (16/12/1974)

Ήταν Δευτέρα 16 Δεκέμβρη 1974 το απόγευμα, και το θέατρο «Αλίκη» είχε πλημμυρίσει μέσα κι έξω από κόσμο – τόσος κόσμος που ήταν αδύνατο να χωρέσει ακόμη και σε άλλο χώρο με διπλάσια και τριπλάσια δυνατότητα. Χρειαζόταν στάδιο, θα γράψουν την άλλη μέρα οι εφημερίδες. Όπως θα πει ο ίδιος ο Κώστας Βάρναλης στην ευχαριστήρια επιστολή του:
Mε την ευκαιρία μπορώ να σας διαβεβαιώσω πως, σε όλη μου τη ζωή του δασκάλου, του λογοτέχνη και του δημοσιογράφου, ποτέ δεν έκανα ούτε έγραψα τίποτα παρά τη συνείδηση μου και εναντίον του λαού (εναντίον της ελευθερίας μου και των ελευθεριών του).
Η αποψινή τιμητική διάκριση έχει εξαιρετική σημασία για μένα, γιατί είναι η πρώτη, στα 88 μου χρόνια, που μου γίνεται στην Ελλάδα.
 Ο ποιητής δεν μπορεί να παραστεί στην εκδήλωση για λόγους υγείας. Το βράδυ της Τετάρτης 14 Δεκέμβρη 1974 είχε εισαχθεί επειγόντως στη Γενική Κλινική Αθηνών. Το πρωί της μέρας της εκδήλωσης της ΕΣΗΕΑ είχε πάρει εξιτήριο κι είχε επιστρέψει σπίτι του, χωρίς όμως να είναι σε θέση να υποστεί την ταλαιπωρία που θα επέβαλλε η παρουσία του στην τόσο τιμητική γι΄ αυτόν βραδιά της Ένωσης Συντακτών.
Η συνέχεια στο atexnos.gr

Παρασκευή 29 Μαΐου 2015

Οι …καβγάδες του Βάρναλη

Από το αφιερωμένο στην Ελλη Αλεξίου «Μονόγραμμα» αντλήσαμε δύο περιστατικά με λογοτεχνική και όχι μόνο αξία και πρωταγωνιστή τον Κώστα Βάρναλη.
Η Ελλη Αλεξίου θυμάται και αφηγείται:
Θυμούμαι έναν σπουδαίο επίσης καβγά και εκεί θυμούμαι, παρόλη την απειρία μου ακόμη, ότι είχα ταχθεί με φανατισμό με την πλευρά της Γαλάτειας (σ.σ. Καζαντζάκη). Είχε εκδώσει ο Γιάννης ο Αποστολάκης ένα βιβλίο του υπέρ αμυνόμενων στις απόψεις του Σολωμού στο «Ελεύθεροι πολιορκημένοι» και η Γαλάτεια είχε στεναχωρηθεί πολύ και είχε καβγαδίσει με τον Βάρναλη, που ο Βάρναλης εξεσπάθωσε κατά του Αποστολάκη μ’ έναν παράλληλο βιβλίο αντίθετο, με τίτλο «Σκλάβοι πολιορκημένοι». Και εκεί ειρωνευότανε τους Μεσολογγίτες, αν είναι δυνατόν, λέει, να τρώνε τα ποντίκια. Και ότι όλες αυτές οι τάχα μου θυσίες και πατριωτικές εξάρσεις είναι μόνο γελοιοποίηση και έξω της φυσικής πορείας των ανθρώπων.
Η Γαλάτεια όμως τότε είχε θηρίο γίνει και λέει, έλεγε του Βάρναλη, επειδή είσαι φαγάς εσύ και επειδή δεν μπορείς να στερηθείς τον έρωτά σου προς το καλό φαγητό, νομίζεις ότι δεν μπορούσε να υπάρξουνε και ήρωες που στερούνται τα πάντα χάρη της πατρίδας και που μη έχοντες τι να φάνε τρώνε χόρτα. Δεν μπορείς να το κατανοήσεις λόγω της φυσικής σου πορείας έναντι της τροφής.
Και ήτανε τέτοιος ο καβγάς τους, που σχεδόν όλη η παρέα είχε γίνει δύο κόμματα. Αλλά είμαι υπέρ της Γαλάτειας. Υστερα από κάμποσο καιρό, ύστερα από 2-3 χρόνια ο Βάρναλης σαν να συναισθάνθηκε πως το είχες παρατραβήξει έτσι το σχοινί και εις τα δεύτερά του έργα που έγραψε, εις το δοκίμιο που έγραψε μετά για το Σολωμό και που δεν δίνει πια τον τίτλο «Σκλάβοι πολιορκημένοι», παρά μόνο απλώς τα λέει Σολωμικά και κάνει και στην εισαγωγή του μια μικρή μικρή αυτοκριτική ότι εις αυτό το βιβλίο μερικές απόψεις θα τις δούμε αλλαγμένες κτλ. Είχε καταλάβει ότι πραγματικά ο πατριωτισμός, ο ηρωισμός, αυτά τα υψηλά αισθήματα έρχονται στιγμές που κατακτούνε τις καλές διάνοιες.
Τέτοιους καβγάδες θυμούμαι πολλούς. Και με τον Θεοτόκη θυμούμαι καβγάδες. Δηλαδή να καβγαδίζει ο Θεοτόκης με τον Βάρναλη. Να λέει ο Βάρναλης του Θεοτόκη ότι οι αντιλήψεις σου δεν είναι σοσιαλιστικές. Λες ότι είσαι σοσιαλιστής αλλά αυτά που λες ότι δεν πρέπει να τρέφεσαι από ένα κράτος που το υβρίζεις, αυτό είναι βλακεία. Διότι για εμένα, λέει, και εκεί φυσικά όλοι είχαμε καταλάβει ότι το άδικο το είχες ο Θεοτόκης, διότι τι θα πει, μήπως η Ελλάδα είναι ένα κράτος ενός βιομήχανου. Η Ελλάδα είναι ένα κράτος, ανήκει σ’ όλους μας και μπορούμε όλοινα την αγαπούμε και να τη βλέπουμε ως τιμή πατρίδα. Αλλά ο Θεοτόκης έβλεπε τότε την Ελλάδα σαν μια βιομηχανική υπηρεσία, μια επιχείρηση που δεν μπορεί να τη βρίζει και να τρώει απ’ αυτή.
Τέτοιους καβγάδες ωραίους, αλλά και οι καβγάδες ήταν πάντα υψηλού επιπέδου, υψηλών θεμάτων. Ηταν θέματα κοινωνικά, ηθικά, λογοτεχνικά…
Άλλος καβγάς πώς μετέφρασε ο Καζαντζάκης και αν ήταν σωστή η μετάφραση που έκανε του Ντάντε. Αν ο Ντάντε μεταχειριζόμενος όλο το γλωσσάριο το ιταλικό μπορούσε καν να συγγενέψει με τον Καζαντζάκη όταν χρησιμοποιούσε όλο το ελληνικό γλωσσάριο. Ότι δεν μπορούσε να αποκτήσει ο Καζαντζάκης αυτή την αίσθηση τη γλωσσική που είχε αποκτήσει ο Ντάντε εισάγοντας όλο το γλωσσολογικό πλούτο της Ιταλίας. Από τέτοιες, όλη η ζωή μας  ήταν τέτοιοι γι’ αυτό ενοχλούμε σήμερα που βλέπω τους ανθρώπους να ασημαντολογούν και να περιττολογούν όλη την ημέρα. Τα σπίτια μπορούσαν να γίνουν Ακαδημίες αν οι γονείς έδιναν άλλη τροπή στα ενδιαφέροντα τους.


Ευχαριστούμε τον Γιώργο και την Ηρώ Σγουράκη, παραγωγούς της εκπομπής «Μονόγραμμα»  που μας παραχώρησαν αντίγραφο της εκπομπής για την Ελλη Αλεξίου και την απομαγνητωφώνησή της. Η συγκεκριμένη εκπομπή υπάρχει και στο youtube.
ΠΗΓΗ ΑΤΕΧΝΩΣ

Τρίτη 21 Απριλίου 2015

Η «Συμφωνία»

Η «Συμφωνία»

Μόλις ήρθε η «Συμφωνία»
κι άρχισε να σπα κρανία.
Αμερικανοί ματρόζοι,
γκάγκστερ όλοι και μαφιόζοι.

Με την προστασία των νόμων
δίκαιοι κατά παρανόμων!
γροθιά και με σουγιά
τρεις μαφιόζοι έναν ραγιά!
Άντροι αυτοί κι εμείς μπικίνι,

ξένοι εμείς και ντόπιοι εκείνοι.
Κι ο λαός; Του τα ’χει κόψει
της διχτατορίας η κόψη!
Ξεφωνάει πεσμένος χάμου:
«Σφάξε με ν’ αγιάσω, αγά μου!»

Στην αισχρή ετεροδικία
αντιτάξου, Αυτοδικία!
διώχ’ την ξένη ετούτη λέρα

κι αυτουνούς που τηνε φέρα’.

(Από τη συλλογή «Οργή λαού»)

Κυριακή 1 Μαρτίου 2015

Καλό μήνα...


«Σαν καρδερίνα του Mαρτιού με τα φτερά τ’ αστραφτερά,
που σε βαθιά τριανταφυλλιά, πλάι σε τρεχάμενα νερά,
μ’ άχερα, λάσπη και μαλλί ζεστή φωλιά κρεμάει,
την κούνια σου παιδάκι μου, με ξύλα φτιάχνω ευωδερά
και βάνω προσκεφάλι σου τον ήλιο του Aνθομάη.»
Απόσπασμα από το ποίημα «Oι πόνοι της Παναγιάς» του Kώστα Bάρναλη



Κάποτ’ ήμουνα γερό,
κάθε φλέβα μου κι αηδόνι
κι όλον είχα τον καιρό
να χαρώ και για να σύρω
το χορό μπροστά και γύρω.

Στης αμυγδαλιάς τα χιόνια,
στις λιακάδες του Φλεβάρη,
στου Μαρτιού τα χελιδόνια
και στ’ Αυγούστου το φεγγάρι
είχες μου, καρδιά, σπαρτάρει.
(Απόσπασμα από το ποίημα «Το Κορμί κι η Ψυχή»)