Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΑΒΑΦΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΑΒΑΦΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 6 Ιουνίου 2014

Μοναδικός, ανόμοιαστος κι ανεπανάληπτος

Συνεχίζουμε τη σειρά που ξεκινήσαμε προ καιρού με κείμενα του Κώστα Βάρναλη για τον Κ.Π. Καβάφη. Είναι η ομιλία του Κώστα Βάρναλη στην τιμητική βραδιά που οργάνωσε η εταιρία Ελλήνων Λογοτεχνών την 1 Δεκέμβρη 1963 στο θέατρο «Παπά». Δημοσιεύτηκε στο τεύχος που αφιέρωσε το περιοδικό «Επιθεώρηση Τέχνης» στον Αλεξανδρινό ποιητή (αρ. τεύχ. 108, Δεκέμβρης 1963). Αντίγραφο του θέματος αρχικά προμηθευτήκαμε από το Εθνικό Κέντρο Τεκμηρίωσης το οποίο και ευχαριστούμε, στη συνέχεια όμως αποκτήσαμε το τεύχος όπως και σχεδόν τα περισσότερα τεύχη του περιοδικού.  

Μοναδικός, ανόμοιαστος κι ανεπανάληπτος


Νομίζω, πως άργησε πολύ ο πνευματικός κόσμος της Ελλάδος να τιμήσει «δημοσία» κ' επίσημα το μεγάλο Αλεξαντρινό Ποιητή. Της πρέπει έπαινος της Εταιρίας μας, του αρχαιότερου λογοτεχνικού σωματείου της χώρας, για την πρω­τοβουλία της να γιορτάσει τα εκατόχρονα του Ποιητή.
Μ' ευχαρίστηση μου δέχτηκα το χρέος να προλογίσω εγώ, σαν ο πρεσβύτερος από τους ομοτέχνους μου, την σημερινή γιορτή. Αλλά και με κάποιο φόβο: μες τα λίγα λεφτά της ομιλίας μου δε θα μπορέσει ο θαυμασμός μου να φτάσει το μέγεθος της ποιητικής αξίας του Καβάφη. Ευτυχώς άλλοι αγαπητοί συνάδελφοι, αρμοδιότεροι μελετητές του έργου του και γνώστες του ανθρώπου, θα ικανοποιήσουνε και το δικό σας και το δικό μου θαυμασμό.
Ο Καβάφης μπορεί ν' ανήκει στη δοξασμένη γενιά των «καταραμένων ποιητών». Αλλ' είναι από τους πρώτους! Μοναδικός, ανόμοιαστος κι ανεπανάληπτος. Μοναδικός και προσωπικός και στη σκέψη τoυ και στην τέχνη του και στη γλώσ­σα του.
Είναι στα χρόνια μας ο περισσότερο διαβαζόμενος και συζητούμενος ποιητής. Για κανένα άλλο δε γραφτήκανε και δε γράφονται τόσο πολλά βιβλία και μελέτες (ύστερ' από το Σολωμό και τον Παλαμά) όσα γι’ αυτόν. Και το αξίζει. Αποτελεί το πιο ενδιαφέρο πρόβλημα των νεοελληνικών γραμμάτων και για τούς θαυμαστές του και για τους αρνητές του.
Και πραγματικά είναι από τους ποιητές, που δεν τους διαβάζεις μια φορά κ' ύστερα τους αφήνεις. Τουναντίον πάντα ξαναγυρίζεις σ' αυτούς και πάντα τους βρίσκεις καλύτερους και πάντα επίκαιρους σε κάθε περίσταση. Γιατί ο λόγος του έχει πολύ βάθος και μιλάει πολύ άμεσα σ' όλες τις ψυχές.
Πόσο αντίθετος με το Σολωμό - όσο αντίθετοι κ΄ οι καιροί που ζήσανε! Μα κ΄ οι δυο τους νιώσανε κ΄ εκφράσανε αυθεντικά και τελειωτικά, ο ένας τα νιάτα κι ο άλλος τα γερατειά του καιρού τους. Ο Σολωμός έζησε τα χρόνια της ανόδου του «νέου κόσμου» κ΄ έψαλε με πάθος το μέγα κι άφταστο ιδανικό κάθε καιρού και τόπου την ελευθερία: εθνική, πολιτική, πνευματική. Ο Καβάφης πρόφτασε να ιδεί τις στερνές αναλαμπές αυτού του κόσμου, που έσβηνε· και είδε την κατηφοριά του. Την είδε με τραγική ειρωνεία και συγγνώμη. Είδε και ξεσκέπασε, «αφ' υψηλού» τη ματαιότητα των πίστεων και των προλήψεων, των αρετών και των αμαρτιών, αμαρτωλός κι αυτός, αλλά και σοφός κ' ενάρετος - αν θεωρήσου­με, κατά τη γνώμη του, πρώτη σοφία κι αρετή την ποίηση.
Η ποίηση του Καβάφη ομολογεί με καταπληχτικήν ειλικρίνεια τις αδυναμίες τις δικές του και τάχα του παρελθόντος, πραγματικά όμως του παρόντος - κάθε τέτοιου ιστορικού παρόντος.
Η ποίηση αυτή πηγάζει κυρίως από τη Σκέψη κι αποτείνεται στη σκέψη. Ο Καβάφης είναι από τούς λίγους τεχνίτες του Λόγου, που είχε νουν. Και λέγω νουν όχι την πολυμάθεια παρά τη ρεαλιστική όραση και κρίση: την ικανότητα να κρίνει, να κατανοεί ο σκεφτόμενος άνθρωπος πώς και πού βαδίζει ο κόσμος και πού πρέπει να βρίσκεται ο ίδιος.
Τον καιρό, που οι περισσότεροι συγκαιρινοί του υπηρετούσανε με την πέννα το Δημόσιο Ψέμα, ο Καβάφης το αρνήθηκε θαρρετά με τη Γνώση του. Κ' έμεινε αρνητής. Δεν τονε βοήθησε ο καιρός του να γίνει οδηγός.

Ο λόγος του είναι απλός, ακριβολόγος, ουσιαστικός, χωρίς τίποτα το περιττό, γιατί η Αλήθεια αποκρούει τα στολίδια. Eίναι λόγος σχεδόν πεζογραφικός. Εχθρός του μάταιου λυρισμού, στάθηκε ένας από τους μεγαλύτερους λυρικούς του νεοελληνικού Παρνασσού.

Κυριακή 23 Μαρτίου 2014

«Υπέρ της Αχαϊκής Συμπολιτείας»



Αναδημοσιεύουμε από τα «Αισθητικά - Κριτικά – Σολωμικά», σελίδες 193-194. Συνέχεια του χρονογραφήματος «Ο ιστορισμός του Καβάφη»:


«ΥΠΕΡ ΤΗΣ ΑΧΑΪΚΗΣ ΣΥΜΠΟΛΙΤΕΙΑΣ»

Ώρες: 350! Τόσες περίπου χρειαστήκανε, όπως ο ίδιος λέγει, στον Αλεξαντρινό συγγραφέα κ. Τίμο Μαλάνο, για ν' αντικρούσει μια γνώμη το ποιητή Σεφέρη σχετικά με την ερμηνεία του καβαφικού ποιήματος «Υπέρ της Αχαϊκής Συμπολιτείας πολεμήσαντες»!
Ο κ. Σεφέρης νομίζει, πως αυτό το ποίημα, που το δημοσίεψε ο Καβάφης στα 1922 και που, ασφαλώς, το έγραψε νωρί­τερα, απηχεί την «εθνική» συμφορά της μικρασιατικής φυγής.
Τα επιχειρήματα του κ. Μαλάνου εναντίον αυτής της γνώ­μης είναι πειστικά. Αλλ' άδικα ξόδεψε, λέει, 350 ώρες! Γιατί υπάρχει ομολογία του ίδιου του Καβάφη, πως το ποίημά του αυτό «δεν είχε καμιάν οποιαδήποτε σχέση με σύγχρονα γεγο­νότα».
Αλλ' ας διαβάσουμε πρώτα το ποίημα:
Ανδρείοι, εσείς που πολεμήσατε και πέσατ' ευκλεώς τους πανταχού νικήσαντας μη φοβη&έντες.
Αμωμοι σεις, αν έπταισαν ο Δίαιος κι ο Κριτόλαος,
όταν θα θέλονν οι Ελληνες να καυχηθούν:
«Τέτοιους βγάζει το έθνος μας» θα λένε
για σας. Ετσι θαυμάσιος θα 'ναι ο έπαινός σας!

Εγράφη εν Αλεξανδρεία υπό Αχαιο ΄
έβδομον έτος Πτολεμαίου Λαθύρου.

Το ποίημα δεν έχει καμιά σχέση με τη μικρασιατική κα­ταστροφή. Δεν είναι «θρήνος», μα δεν είναι και εγκώμιο. Δεν είναι «υπέρ κλπ.». Είναι ειρωνεία. Και γι’ αυτό ο Καβάφης χρησιμοποιεί με σοβαροφάνεια τις συνηθισμένες κοινοτυπίες των πατριωτικών ρητόρων. Ο Καβάφης, προκειμένου για τα ιστορι­κά του ποιήματα, δεν έγραψε ποτές εγκώμιο (όσο θυμούμαι τώ­ρα) δεν έκανε δηλ. «δοξάσματα αγαπημένων πραγμάτων», όπως θα έλεγε ο Ράσκιν για όλη την Τέχνη γενικά.
Ό Καβάφης το αντίθετο κάνει, θέλει να δείξει τη ματαιό­τητα και την ψευτιά των λόγων μπροστά στη βαθύτερην ουσία κι αλήθεια των πραγμάτων. Ο Δίαιος κι ο Κριτόλαος ήταν ανίκανοι, δωροδόκοι, συμφεροντολόγοι. Κι ο λαός; Σκοτώθηκε για ένα «μπράβο»! «Τέτοιους βγάζει το έθνος μας»!
Για τον σκεπτικιστική Καβάφη, τον πέραν του καλού και του κακού· για τον Καβάφη τον δίχως προλήψεις σε μιαν εποχή γενικής απιστίας και ψεύτικων ειδώλων, ο έπαινος «υπέρ» ήτανε τόσο «λόγος» όσο κ' η Αρετή για το Βρούτο.
Ό Καβάφης με τα ιστορικά του ποιήματα χρησιμοποιεί τη ματαιότητα του παρελθόντος για να ειρωνευθεί τη ματαιότητα του παρόντος. Δε ζητάει να διδάξει παρά να ξεγυμνώσει τα «δεδιδαγμένα». Δε ζητάει να δώσει μεγαλείο σε ασήμαντα γεγο­νότα παρά να γυμνώσει από το μεγαλείο τους και τα σημαντικά.
Οτι το ποίημα είναι ειρωνικό, φαίνεται από το θέμα του - και κυρίως από το τέλος του. Είναι σα να λέει: «Τέτοιους προδομένους βγάζει το έθνος μας»! Και τους «υμνεί» τόσο υπερ­βολικά σα να ήταν Μαραθωνομάχοι. Κι ακριβώς αυτός ο ψηλός τόνος είναι ο τόνος της ειρωνείας.
Η «ουρά» του ποιήματος είναι το κλειδί του νοήματός του. Κάποιος Μοραΐτης, ύστερ' από εκατό περίπου χρόνια μέσα στην κοσμοπολιτική κι απάτριδα Αλεξάντρεια των αιμομιχτών Πτο­λεμαίων, λίγο πριν από την αισχρήν υποδούλωση της Αιγύπτου από τους ίδιους «απανταχού νικήσαντας» Ρωμαίους, κάθεται και θυμάται πράματ’ άκαιρα, άλλ' άντ' άλλων : «Τους υπέρ της Αχαϊκής Συμπολιτείας πολεμήσαντες»! Άι στο καλό, χρι­στιανέ μου.
Κι ακριβώς, ο Καβάφης, για να μην τον παρεξηγήσουν, πως σοβαρεύεται πρόσθεσε την «ουρά» σα να μας λέει:
-         Τον κακομοίρη τον Αχαιό


Πέμπτη 20 Μαρτίου 2014

Αντιρατσιστικό ποίημα του Κώστα Βάρναλη: «Αλαμπάμα»

Παγκόσμια Ημέρα κατά του Ρατσισμού - Ημερα της Ποίησης σήμερα και αναδημοσιεύουμε από το «Ριζοσπάστη» (18/12/2001) που παρουσιάζει ένα άγνωστο αντιρατσιστικό ποίημα του Κώστα Βάρναλη. 


ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ
Οδηγητής - ποιητής που χτυπάει την αδικία
Τριάντα εφτά χρόνια από το θάνατο του μεγάλου ποιητή παρουσιάζουμε δύο από τα λιγότερο γνωστά ποιήματα για το ρατσισμό και την κοινωνική αδικία
Ο 14χρονος Εμιτι Τιλ και δίπλα το κατακρεουργημένο, από τους λευκούς βασανιστές του, σώμα στο φέρετρο
Στις 16 Δεκέμβρη 1974, ο μεγάλος κομμουνιστής ποιητής Κώστας Βάρναλης έφυγε από τη ζωή 90 χρόνων, γεμάτος χρόνια και πλούσιο έργο. Πενήντα χρόνια δημιουργίας χωρίς ποτέ να λιποτακτήσει από το χρέος του...Με αφορμή την επέτειο παρουσιάζουμε ένα άγνωστο ποίημα του Βάρναλη. Το ποίημα «Αλαμπάμα» που γράφτηκε στις 15/9/58 στο νοσοκομείο «Ευαγγελισμός» όπου νοσηλευόταν ο ποιητής για επτά μήνες περίπου, δημοσιεύτηκε στην «Αυγή» στις 21/9/58 και δε δημοσιεύτηκε σε καμία συλλογή.
O Βάρναλης ήταν ιδιαίτερα επιλεκτικός στο ποια ποιήματά του θα συμπεριλάβει στις συλλογές του. Δεν επεδίωξε τη συγκέντρωση όλου του έργου του. Για διάφορους λόγους άφησε πολλά ποιήματα έξω από τις συλλογές. Ακόμη και σήμερα βρίσκουμε ποιήματα του ποιητή που οι μελετητές του κατατάσσουν στην κατηγορία των «αθησαύριστων». Ποιήματα που δεν έχουν καταγραφεί μετά την πρώτη τους δημοσίευση σε περιοδικό ή εφημερίδα. Κατά καιρούς παρουσιάζονται περιπτώσεις τέτοιων ποιημάτων.
Μαζί με το «Αλαμπάμα» παρουσιάζουμε και ένα άλλο ποίημα, από τα λιγότερο γνωστά του, το «Ντενσουάι 27 Ιουνίου 1906» που γράφτηκε ως απάντηση σε ποίημα του Καβάφη εμπνευσμένο από ένα περιστατικό ωμής βίας των Αγγλων αποικιοκρατών στην Αίγυπτο.
Στο μεν πρώτο προτρέπει τον άνθρωπο, που μπροστά στο κακό εύχεται να μην είχε γεννηθεί, όπως εκφράζεται από τους στίχους του «αμάραντου», με τα ίδια του τα χέρια να γκρεμίσει στην άβυσσο τους δράκοντες του κόσμου. Στο δεύτερο απευθύνεται στον ποιητή που γράφει μόνο για τον εαυτό του, για την προσωπική του κάθαρση. Στον ποιητή που βλέπει το άδικο μα όχι τους «αδικητάδες».
Πώς γράφτηκε το «Αλαμπάμα»
Ο απαγχονισμός ενός από τους τέσσερις ιθαγενείς καταδικασμένους, παρουσία των αγγλικών αρχών (φωτογραφία της εποχής, από το γαλλικό περιοδικό «L' Illoustration», της 28ης Ιούλη 1906)
Στις 2 Σεπτέμβρη 1958 ο ποιητής διάβασε στην «Αυγή» (τότε εφημερίδα της ΕΔΑ) την ακόλουθη σύντομη είδηση: Στο Μοντγκόμερι της πολιτείας Αλαμπάμα ένας αστυνομικός δολοφόνησε μέσα σε τηλεφωνικό θάλαμο έναν νεαρό νέγρο είκοσι ετών. Ισχυρίστηκε ότι ο νεαρός Γκας Φόστερ παρενοχλούσε ...από τηλεφώνου με χυδαίες εκφράσεις μια παντρεμένη λευκή κάτοικο του Μοντγκόμερι. Ο επικεφαλής της Αστυνομίας δήλωσε στους δημοσιογράφους: «Επρόκειτο για δικαιολογημένη ενέργεια»!Με αφορμή αυτό το γεγονός, θυμάται ένα από τα τραγικότερα φαινόμενα ωμής ρατσιστικής βίας που συγκλόνισε την παγκόσμια κοινή γνώμη, που δημοσιεύτηκε στον Τύπο τρία χρόνια νωρίτερα.
Ηταν Αύγουστος του 1955, ο 14χρονος Emmett Till από το Ιλινόις φιλοξενούνταν στις διακοπές από συγγενείς του στο χωριό Money στο Mississippi. Ενα απόγευμα μαζί με τα ξαδέλφια του πήγαν να πάρουν γλυκά από το παντοπωλείο του χωριού. O Emmett, πληρώνοντας για τα γλυκά του, έκανε ένα κολακευτικό σχόλιο στην όμορφη, αλλά λευκή Carolyn και έφυγε σφυρίζοντας. Η Carolyn, θεωρώντας μεγάλη προσβολή το περιστατικό, το περιέγραψε σε άλλους πελάτες εκείνης της ημέρας και σύντομα η «απρέπεια» του μικρού Αφρο-αμερικάνου μαθεύτηκε στη μικρή κοινωνία του χωριού του Mississippi διανθισμένη με τις συνήθεις υπερβολές. Λίγες μέρες αργότερα ο άντρας της Carolyn επέστρεψε από το ταξίδι του και έμαθε και αυτός τι είχε συμβεί. Προσβεβλημένος, συμφώνησε με τον αδελφό του «να δώσουν ένα μάθημα» στον 14χρονο «νέγρο» που τόλμησε να σηκώσει τα μάτια του στη γυναίκα του. Πήγαν στο σπίτι όπου φιλοξενούνταν ο μικρός, τον πήραν βίαια και τον πήγαν στην αυλή του σπιτιού του. Εκεί η Carolyn τον αναγνώρισε σαν αυτόν που της είχε σφυρίξει λίγες μέρες πριν στο μαγαζί της. Εβαλαν τον μικρό στο αμάξι και τον οδήγησαν στις όχθες του ποταμού Tallahatchie. Εκεί τα δύο αδέρφια ξυλοκόπησαν το 14χρονο αγόρι χρησιμοποιώντας μεταξύ άλλων τις λαβές των όπλων τους. Το παιδί μην αντέχοντας τα επαναλαμβανόμενα χτυπήματα 2 ενήλικων αντρών σωριάστηκε αιμόφυρτο και ενώ ήταν ακόμα εν ζωή τού ξερίζωσαν τα μάτια. Σέρνοντας τον μικρό που ψυχορραγούσε πάνω σε μια ξύλινη εξέδρα στην όχθη του ποταμού έδεσαν στο λαιμό του, με αγκαθωτό σύρμα, ένα παλαιό κόπτη βαμβακιού για αντίβαρο. Στη συνέχεια τον πυροβόλησαν στο κεφάλι και τον πέταξαν στο ποτάμι. Τρεις μέρες αργότερα βρέθηκε το φριχτά παραμορφωμένο σώμα του 14χρονου αγοριού. Η αστυνομία του Mississippi έδρασε αστραπιαία. Παρέλαβε τον μικρό, τον έβαλε σε ένα ξύλινο κασόνι το σφράγισε και σχεδόν τον έθαψε την ίδια μέρα που ανακαλύφθηκε το πτώμα του. Στο μεταξύ η μητέρα του Emmett που έμαθε τι είχε συμβεί, αποφάσισε η κηδεία του παιδιού να γίνει στη γενέτειρά του. Η αστυνομία του Mississippi αναγκάστηκε να ξεθάψει τον μικρό και να στείλει με τρένο τη σορό του στο Chicago. Η Mamie Till πήγε στο σταθμό για να παραλάβει τη σορό του παιδιού. Η αστυνομία του Mississippi της απαγόρευσε να ανοίξει το φέρετρο που ήταν σφραγισμένο. Απαιτώντας να δει για τελευταία φορά τον γιο της απείλησε ότι αν δεν το άνοιγαν εκείνοι, θα το έκανε η ίδια. Το άνοιξαν. Στη θέα του άψυχου σώματος του παιδιού οι παριστάμενοι παρέλυσαν. Η Mammie κατέρρευσε. Πνίγοντας τον πόνο της αποφάσισε η κηδεία του μικρού να γίνει με ανοικτό το φέρετρο. Δέχτηκε πιέσεις από την πολιτεία του Chicago να μην το πράξει. Η ίδια αντιστάθηκε, λέγοντας: «Θέλω όλος ο κόσμος να δει τι έκαναν στο μωρό μου». Το φριχτά παραμορφωμένο σώμα του φωτογραφήθηκε και η εικόνα αυτή έκανε το γύρο του κόσμου, προκαλώντας διεθνή κατακραυγή. Στο εσωτερικό της χώρας το γεγονός πυροδότησε αντιδράσεις εναντίον της καταπίεσης που δέχονταν αιώνες τώρα οι Αφρο-αμερικανοί από λευκούς συμπολίτες τους, αλλά και την επίσημη πολιτεία. Οι δύο ένοχοι Roy Bryant και ο J. W. Milam δικάστηκαν από σώμα λευκών ενόρκων και αθωώθηκαν ομόφωνα. Το γεγονός προκάλεσε νέο κύμα αντιδράσεων σε παγκόσμιο επίπεδο. Ενα χρόνο μετά την αθώωσή τους σε συνέντευξη που παραχώρησαν στο αμερικανικό περιοδικό «LOOK», σίγουροι - βάσει νόμου - ότι δε θα διωχθούν ποινικά, ομολόγησαν το έγκλημά τους χωρίς ίχνος μεταμέλειας.
Φελάχες του Ντενσουάι αμέσως μετά τις εκτελέσεις (φωτογραφία της εποχής, από το γαλλικό περιοδικό «L' Illoustration», της 28ης Ιούλη 1906)
Στο ποίημα ο Emmett Till αναφέρεται ως Εμμερυ Τιλλ (ή Χιλλ στον τίτλο). Αυτό μάλλον οφείλεται σε λανθασμένη μετεγγραφή του ονόματος στον ελληνικό Τύπο. (Συνηθισμένο φαινόμενο αυτή την εποχή). Οπως και το Γκυ Φόστερ αντί ο Γκας.
Αίγυπτος, Ιούνης 1906
Για την Αίγυπτο η 27 Ιούνη 1906 είναι κάτι αντίστοιχο με τη δική μας Πρωτομαγιά του 1944: Ομαδική εκτέλεση αθώων ανθρώπων από τον κατακτητή.
Είναι αρχές καλοκαιριού του 1906. Μια ομάδα Βρετανών δραγόνων μπαίνει σε ένα μικρό χωριουδάκι, το Ντενσουάι. Αρχίζουν να πυροβολούν τα ήρεμα περιστέρια που ανέτρεφαν στους περιστερώνες τους οι φελάχοι. Βάλανε φωτιά σε έναν αχυρώνα, κάψανε ένα σπίτι και μια μητέρα 26 χρόνων. Τότε τους ρίχτηκαν οι φελάχοι με πλίνθους και ρόπαλα. Οι Αγγλοι αμυνόμενοι πλέον άρχισαν να πυροβολούν και πλήγωσαν 4 άντρες. Οι φελάχοι τους αφόπλισαν και τους ξυλοφόρτωσαν. Ενας μόνο κατόρθωσε να ξεφύγει, ο γιατρός του τάγματος, καπετάν Μπουλλ, που πληγωμένος στον κρόταφο από πέτρα κατάφερε μέσα στον καύσωνα να διανύσει όλη την απόσταση και να φτάσει στο στρατόπεδο. Οπου και πέθανε λίγο αργότερα από ηλίαση. Στο μεταξύ και οι υπόλοιποι κατάφεραν να πάρουν τα άλογά τους και να γυρίσουν πίσω. Αποθηριωμένοι οι Αγγλοι και διψώντας για εκδίκηση ξεχύθηκαν σε γειτονικό χωριό και σκότωσαν ένα φελάχο συντρίβοντάς του το κεφάλι. Οι κατοχικές αρχές με την ωμή παρέμβαση των Αγγλων, με γρήγορες διαδικασίες και προειλημμένη την απόφαση, οδήγησαν τους κατοίκους του Ντενσαυάι σε δίκη στις 24 Ιουνίου. Μια κατοχική εφημερίδα είχε προαναγγείλει το στήσιμο της αγχόνης. Ετσι το έκτακτο δικαστήριο τους δίκασε με συνοπτικές διαδικασίες. Στις 27 Ιούνη βγαίνει η απόφαση. Τέσσερις Αιγύπτιοι σε απαγχονισμό, δύο σε ισόβια καταναγκαστικά, ένας σε 15 χρόνια καταναγκαστικά, έξι σε 7 χρόνια καταναγκαστικά, τρεις σε φυλάκιση ενός χρόνου και σε δημόσια μαστίγωση και πέντε σε δημόσια μαστίγωση χωρίς φυλακή. Την επομένη το απόγευμα στο σημείο της συμπλοκής στο Ντενσουάι, οι τέσσερις καταδικασθέντες απαγχονίζονται για παραδειγματισμό.
Το Φλεβάρη του 1908 ο Καβάφης με αφορμή αυτό το γεγονός γράφει το ποίημα «Ντενσουάι 27 Ιουνίου 1906 2μ.μ.». Βάζει ως τίτλο την ημερομηνία 27 Ιούνη, ημέρα της έκδοσης της απόφασης και όχι της εκτέλεσης ή της συμπλοκής. Ο Καβάφης θέλει να στηλιτεύσει την άδικη απόφαση. Σαν μια δική του συγγνώμη για αυτό που συνέβη «παίρνει δι' ελέου και φόβου την των τοιούτων παθημάτων κάθαρρσιν». Μα αυτός ήταν ο Καβάφης. Αρνητής της αδικίας, μα ποτέ του οδηγός.
Επαναστάτης - οδηγητής
Ο Βάρναλης είναι μαστιγωτής της αδικίας και των «Αδικητάδων». Στο δικό του ομότιτλο ποίημα εστιάζει στο γεγονός, στην αιτία και στον ένοχο. Γνώστης της αιτίας. Παντού και πάντα οι «αδικητάδες» θέλουνε «δικά τους/ τα περιστέρια, τα καλύβια, την πατρίδα». Και για να τα έχουν χρειάζονται τη βία. Στον Καβάφη υπενθυμίζει αργότερα, με άλλο του ποίημα («Ελεύθερος κόσμος» μια σάτιρα της «Πόλις» του Καβάφη, 1968), «"ο ελεύθερός σου κόσμος" είναι εδώ/ κόσμος θανάτου, απάτης και φαλλού». Σε αυτόν τον κόσμο «Χιλιάδες μίλια πέρα, αιώνες πίσω/ φτηνά πουλιέται το κρέας το ανθρωπίσο».
Σατιριστής του κοινωνικού κακού, της μοιρολατρίας, της παραίτησης, της ηττοπάθειας προτρέπει τον Καβάφη και κάθε καταπιεσμένο, «Αν ζητάς ανθρωπιά και δίκαιο νόμο/ δεν είναι εκεί που πας. Να αλλάξεις δρόμο». Να ακολουθήσουν το δρόμο της υπεράσπισης της ζωής, του πολιτισμού και της ελευθερίας. Αυτόν που οδηγεί στην αλλαγή της κοινωνίας.
Γράφει ο ίδιος: «Το σπουδαίο δεν είναι το τι γράφει και τι έγραψε κανείς μα το "γιατί γράφει" και "για ποιους"...».
Αφυπνιστής, θέλει να ξυπνήσει «το θύμα, το ψώνιο». Να καταλάβει ότι η δύναμη είναι στα χέρια του. Μόνο έτσι «θα έρθει ανάποδα ο ντουνιάς». Προτρέπει τους Σκλάβους πολιορκημένους: «Aν είναι ο λάκκος σου πολύ βαθύς χρέος με τα χέρια σου να σηκωθείς». Και «Μ' αυτά τα χέρια μας στα βάθη της αβύσσου/ Να τους γκρεμοτσακίσουμε τους δράκοντες του κόσμου!».
Επαναστάτης - οδηγητής. Με το έργο του αναδεικνύει την εργατική τάξη ως τη δύναμη που μπορεί και πρέπει να ανατρέψει την τάξη των εκμεταλλευτών και τους θεσμούς της, αλλά και θα οικοδομήσει μια νέα, ανώτερη μορφή κοινωνία, την κομμουνιστική.

Ηρακλής ΚΑΚΑΒΑΝΗΣ
«Αλαμπάμα»
Εμμερυ Χιλλ (sic) - Γκυ Φόστερ
Αμα ο Θεός αμόλησεν τους άξιους πρωτόπλαστους
απ' το στενόν παράδεισο, κι όλης της γης την άπλα
τους χάρισε βασίλειό τους, Αμέρικα - Ιγγλιτέρα,
την πύρινη ρομφαία του τους έδωσε κι: - «Αμέτι»!
Με της ρομφαίας μου τη φωτιά με της ρομφαίας την κόψη
στη Γης να διαφεντεύετε το Δίκιο, την Ειρήνη!
***
Λαός δεν έμεινε λευκός ή κίτρινος ή μαύρος
που να μη χάρηκε βαθιά στα κόκκαλα το Δίκιο
κα να μην τρώγει και αίματα και μ' ίδρο την μπουκιά του
και που να μην πεθαίνει αυτός να ζει τ' αφεντικό του.
***
Ενα νεγράκι, Εμμερυ Τιλλ, κατράμι των αιώνων,
εσφύριξε σε μια λευκή νεράιδα που περνούσε
κ' ευτύς του κόψαν τ' απαυτά να μην ξανασφυρίξει
παράδειγμα και μάθημα για κάθε Τιλλ του κόσμου.
Με μαύρα γράμματα σε ήλιου και φεγγαριού το δίσκο
Εμμερυ Τιλλ εγράψανε να βλέπουν να φοβούνται
άσπροι, μαύροι και κίτρινοι να μην ποτέ σφυρίξουν
μα να φιλούν ευλαβικά την άγιαν άλυσό τος.
***
Και να τώρα ξανάγραψεν η Θεά Δικαιοσύνη
δεύτερο μαύρον όνομα και σ' ήλιο και φεγγάρι
Γκυ Φόστερ, δεκαφτά χρονών, μαύρος κι αυτός μιας μαύρης
μοναχοπαίδι, στήριγμα κ' ελπίδα της φυλής του
τι μίλησε σε μια λευκή από να δρόμο σ' άλλο.
Και τότε ο άγγελος φρουρός της Παξ Αμερικάνα
του φύτεψε μιαν πιστολιά στο μαύρο του κροτάφι
για να σωθούν ολ' οι λαοί κίτρινοι, μαύροι κι άσπροι.
***
Προσπέφτουμε στα γόνατα για να προσευχηθούμε
να κόβει μέρες μας ο Θεός και να σας δίνει χρόνους
ξεσοϊσμένοι Θούληδες κι αισχροί Νεοκοσμίτες
να δώσετε μιαν πιστολιά σ' όλης της Γης το μαύρο
κροτάφι, μάιδε να σφυράει και μάιδε να μιλάει!
***
«Για ιδέστε τον αμάραντο σε τι γκρεμό κρατιέται
τον τρων τα λάφια και ψοφούν, τ' αρκούδια και μερώνουν
να χε τον φάει κ' η μάνα μας να μη μας εγεννούσε».
Οχι!... Μ' αυτά τα χέρια μας στα βάθη της αβύσσου,
να τους γκρεμοτσακίσουμε τους Δράκοντες του κόσμου!
ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ
«Ευαγγελισμός» 15/9/58


Ντενσουάι 27 Ιουνίου 1906 2 μ.μ.
Σαν τόφεραν οι Χριστιανοί να το κρεμάσουν
το δεκαεφτά χρονώ αθώο παιδί,
η μάνα του που στην κρεμάλα εκεί κοντά
σέρνονταν και χτυπιούνταν μες στα χώματα
κάτω απ' τον μεσημεριανό, τον άγριον ήλιο
πότε ούρλιαζε, και κραύγαζε σα λύκος, σα θηρίο
και πότε εξαντλημένη η μάρτυσσα μοιρολογούσε
«Δεκαεφτά χρόνια μοναχά με τάζησες παιδί μου»
Κι όταν το ανέβασαν την σκάλα της κρεμάλας
κ' επέρασάν το σκοινί και τόπνιξαν
το δεκαεφτά χρονώ αθώο παιδί,
κ' ελεεινά κρεμνιούνταν στο κενόν,
με τους σπασμούς της μαύρης του αγωνίας
το εφηβικόν ωραία καμωμένο σώμα,
η μάνα η μάρτυσσα κυλιούντανε στα χώματα
και δεν μοιρολογούσε πια για χρόνια τώρα
«Δεκαεφτά μέρες μοναχά» μοιρολογούσε,
«Δεκαεφτά μέρες μοναχά σε χάρηκα παιδί μου».
Κ. ΚΑΒΑΦΗΣ

Ντενσουάι 27 Ιουνίου 1906*
ήγουν
παντού τα πάντα κι όποιοι
Στο φίλο μου Στρατή Τσίρκα
Τι κλάματα, κατάρες, ουρλιαχτά κι αντάρα!
Ηλιος - φωτιά, μεσημεριάτης τ' Αλωνάρη
φλέγει την άμμο, την ανάσα και τα μάτια
Μαννάδες αραπίνες μαβρομαντηλούσες
χτυπιούνται χάμου και δαγκώνουνε τα χέρια.
Γέροι και γράδες και μωρά και σκύλοι ουρλιάζουν.
***
Παντόγυρα ομορφόπαιδα στα γιορτινά τους
καβάλα και πεζούρα - κι όλα τους καινούρια:
νιάτα, στολή, σπαθιά, ντουφέκια - αθανασία!
Χαρούμενα και λέφτερα κ' ερωτευμένα
σε ξένον τόπο ξένοι αφέντες σταβροφόροι,
στο πανηγύρι του θανάτου χορεφτάδες.
***
Στη μέση ο λόρδος καπετάνπασας, κολόνα
πάνου στον άσπρο βουκεφάλα του, φαρμάκι
κατάχρυσο, θαμπώνει πιότερο από τον ήλιο.
Ασπρα χέρια και μάγουλα, μοσκομυρίζει,
γαλάζιον αίμ', αλλού κοιτάει, μακριά βιγλίζει.
Αντρας και δυο και τρεις φορές μπρος σε δεμένα
παλιόσκυλα, μα σαν κουρνιάζουνε στο πάρκο
τα κοτσύφια, στον μπάγκο γυναικούλα - μέλι!
***
Τέζα οι ξυπόλυτοι φελάχοι στη θελιά τους
με μάτια πεταμένα, κρεμασμένη γλώσσα
ντροπιάζουνε την άγια εικόνα του Κυρίου!
Και στα παλούκια δίπλ' άλλοι δεμένοι φταίχτες
τους κομματιάζει ο βούρδουλας κι αφτοί σπαράζουν,
στην αρχή ξεφωνάνε κ' ύστερα σωπαίνουν...
Και τα μάβρα καθάρματα, που τους προδώσαν,
τους βαράνε περσότερο και χαχανίζουν.
***
Οντας ανάσκελα η ξανθή χαρά του Γκαίτε,
η παιδούλα Μπετίνα, κλώτσαγε τον ήλιο,
από τον Ελυμπο ψηλά ο μουρντάρης Δίας
κρυφογελώντας χάηδεβε τ' άσπρα του γένια.
Ομοια ο τριπλός των χριστιανώνε Πηλοπλάστης
χαιρότανε να βλέπει τους αδικητάδες
να τους κουνάει ο Αιώνιος Νόμος στον αγέρα
κι άλλους να τους σωριάζει χάμου, κρέας κομμένο.
Μεγάλοι αμαρτωλοί, που θέλανε δικά τους
τα περιστέρια, τα καλύβια, την πατρίδα!
***
Κι ο Σατανάς, π' όλο γελάει και μοναχός του,
έκλαιγε τώρ' απ' το κακό του: - «Οι σατανάδες
του Κάτου Κόσμου τρισχειρότεροι από μένα»!
ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ
Γενάρης του 1964
*Το ποίημα αυτό είναι σαν απάντηση στο ανέκδοτο ποίημα του Καβάφη, που δημοσιεύτηκε στο τεύχος της «Επιθεώρησης Τέχνης» το αφιερωμένο στον Αλεξανδρινό ποιητή.
Κ. Β.
(σ.σ. Το ποίημα του Καβάφη δημοσιεύτηκε στο τεύχος Δεκέμβρη 1963 και του Βάρναλη στο τεύχος Φλεβάρη 1964)

Τρίτη 18 Μαρτίου 2014

Ο ΙΣΤΟΡΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΚΑΒΑΦΗ



Το χρονογράφημα ο Ιστορισμός του Καβάφη δημοσιεύτηκε στην «Πρωΐα» στις 12/3/1943 και αναδημοσιεύτηκε στα «Αισθητικά Κριτικά – Σολωμικά» στις σελίδες 191-193, από όπου και το αναδημοσιεύουμε.

Ο ΙΣΤΟΡΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΚΑΒΑΦΗ

ΠΟΛΛΟΙ συγγραφείς, ποιητές, πεζογράφοι και δραματικοί καταπιάνονται με θέματα — πρόσωπα, γεγονότα, πράγματα — παλιά, δηλαδή Ιστορικά. Εξω από την επιστήμη της Ιστορίας που προσπαθεί να εξακριβώσει τη ζωή των ατόμων, και των λαών που παίξανε κάποιο ρόλο στον καιρό τους, να ταχτοποιήσει χρονο­λογικά τα γεγονότα και να βρει την αιτιατική τους αλληλουχία, οι συγγραφείς ζητάνε να ζωντανέψουνε τα περασμένα όχι για σκοπούς γνωστικούς παρά αισθητικούς. Κάνουνε δημιουργία κι όχι επιστήμη. Και μπορεί καμιά φορά να δίνουνε την αλήθεια περισ­σότερο απ’ τους «ειδικούς», που συχνά (όσοι κυρίως νομίζουνε, πώς τον κόσμο τον κινούν ορισμένοι «ήρωες», αάλά Καρλάυλ κι αγνοούν πως αυτοί οι ήρωες είναι αγωγοί πολύ μεγαλυτέρων τους υπερατομικών δυνάμεων) γράφουνε μάλλον μυθιστορίες παρά Ιστορίες. Ευτυχώς που πολλά απ’ αυτά τα ιστορικά έργα έχουνε μεγάλη λογοτεχνική αξία κι από την άποψην αυτή μείνανε στις γραμματείες των διαφόρων λαών ως «μνημεία ες αεί».
Η νεότερή μας λογοτεχνία είναι πλούσια σ' έργα με ιστο­ρικά περιεχόμενο. Πρώτο και καλύτερο οι «Ελεύθεροι Πολιορ­κημένοι» του Σολωμού. Ακλουθούνε τα περισσότερα ποιήματα του Βαλαωρίτη λυρικά κ’ επικά και πολλά άλλα σύγχρονα (βιο­γραφίες και δράματα). Ολ' αυτά είναι κυρίως έργα «εθνικά». Αυτός ο χαραχτηρισμός δε σημαίνει πώς δεν έχουνε και στο­χασμέ και λογοτεχνική αξία, μεγάλην ή μικρή.
Ο ιστορισμός όμως του Καβάφη είναι άλλο πράμα. Οπως κ’ η ποίησή του ολάκερη. Ο Καβάφης δε ζήτησε να μετου­σιώσει ποιητικά τα μεγάλα πρόσωπα και τα μεγάλα γεγονότα της ελληνικής ιστορίας. Εκανε την αντίθετη δουλειά. Ζήτησε ν' αναστήσει τα πιο ασήμαντα γεγονότα και τα πιο άγνωστα πρόσωπα, που δεν παίξανε κανένα ρόλο καλόν ή κακό στην πο­ρεία του Ιστορικού γίγνεσθαι. Και τα έκανε σύμβολα της σκο­τεινής ζωής, που υπάρχει παντού και πάντα κατά ένα τρόπο, ανάλογο. Τους έδωσε σημασία όχι ηρωικήν αλλ' ανθρώπινη. Γι' αυτό και διάλεξε τα θέματά του από την εποχή της παρακμής - θέ­ματα φθοράς και ματαιότητας της ζωής και της σκέψης. Κι όσα πρόσωπα και πράγματα είχανε καθ’ εαυτά κάποιαν ιστορική ση­μασία τα «ερμήνεψε» διαφορετικά απ' ό,τι η «επίσημη» ιστορία τα ερμηνεύει - τα δοξάζει ή τα καταδικάζει. Ο Καβάφης τα δικαίωσε όλα με τον τρόπο του.
Είπανε μερικοί από τούς κριτικούς του, πως δεν έκανέ τί­ποτες άλλο παρά να βάζει σε στίχους τα λογής faitis dlvers της ιστορίας. Βέβαια τα περισσότερα ποιήματά του έχουν αυτόν το χαραχτήρα. Ομως νομίζω, πώς γίνεται κάποιο λάθος στην εξήγηση της μεθόδου του.
Αυτά τα faitis dlvers τα βρήκε ή τα έφκιασε μόνος του; Ο ίδιος είχε μεγάλη Ιστορική μάθηση κ' η βιβλιοθήκη του ήτανε γεμάτη από Ιστορικούς της παρακμής. Και μάλιστα είπε κάποτες: «Αν δεν ήμουνα ποιητής, θα ήμουνα Ιστορικός - κι όχι απ' τους χειρότερους». Δεν υπάρχει αμφιβολία, πως δε θα τανε απ' τούς χειρότερους γιατί τανε... ποιητής και μάλιστα φιλοσοφημένος. Αλλά καθώς φαίνεται, δεν έψαχνε στις παλιές φυλλάδες να βρει θέματα ή αφορμές - δεν αποκλείεται κι αυτό. Πιο πιθανό φαίνεται, πώς τα συγκαιρινά του γεγονότα τα μετα­τόπιζε στα περασμένα (τ' ανάλογα περασμένα) κ' έπλαθε τα faitis dlvers: τον «Αμμόνη που πέθανε 29 ετών στα 600», «Το Μύρη της Αλεξανδρείας του 340 π.Χ.», τη «Μεγάλη ελληνική αποικία του 200 π.Χ.» κλπ. Είναι ποιήματα όχι ιστορικά, μα γεγονότα «βιωμένα», που τα έντυσε με μιαν όποιαν ιστορικότητα, για να μη φαίνονται ατομικά.
Κ' εδώ πρέπει ν' αναθεωρηθεί κ' έν' άλλο λάθος, που κά­νουμε για την ποίηση του Καβάφη, πώς είναι ποίηση διανο­ητική, εγκεφαλική. Αφού είναι ποίηση «βιωμένη» (poesie vecue) είναι πρώτ' απ' όλα ποίηση συναισθηματική. Κι ο στοχασμός, που περιέχει, είναι στοχασμός συγκινημένος, ήγουν «μουσικός». Κ' η ειρωνεία τους είναι ειρωνεία του ματιού, που εποπτεύει τα πάθη, τους πόθους, τ' αμαρτήματα από τη σκοπιά της ματαιότητας των ανθρωπίνων - κ' επομένως της αιώνιας δικαίωσης και συγγνώμης.

Πέμπτη 6 Μαρτίου 2014

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΒΑΦΗΣ



Ο Κώστας Βάρναλης έγραψε αρκετές φορές για τον Κωνσταντίνο Καβάφη, τον οποίο και θεωρούσε μία από τις κορυφές της ελληνικής ποίησης. Κάποια από τα κείμενα αυτά θα αναδημοσιεύσουμε το επόμενο διάστημα. Ξεκινάμε με το πρώτο κείμενο που δημοσιεύτηκε στα 1937 στην «Πρωία», ανυπόγραφο, στη σειρά «Φυσιογνομίαι λογοτεχνών που έλειψαν» (σελ. 1).  


ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΒΑΦΗΣ

(Πρωΐα 19/7/1937).
Ο κ. Ξενόπουλος μπορεί να παραδέχεται «με τρόπο», πως μέσα στο απέραντο λογοτεχνικό του έργο πιθανόν να υπάρχουνε και στιγμές αδυναμίας («Νεοελληνικά Σημειώματα» χρονιά 1937 τεύχ. 4ο), όμως μέσα στο κριτικό του έργο εμείς τουλάχιστο δε θυμόμαστε να υπάρχει κανένα φάλτσο. Παρ' όλη του τη φυσική συντηρητικότητα συχνά μίλησε πρώτος και θαρρετά για ό,τι αξιόλογο παρουσιάστηκε τις τελευταίες δεκαετίες στα νεοελληνικά γράμματα και πάντα μίλησε σωστά και με τρόπο οριστικό. Ο,τι πρόβλεψε για τη σταδιοδρομία ενός νέου συγγραφέα αποδείχτηκε αληθινό. Ο Ξενόπουλος είναι ο πνευματικός πατέρας πολλών από τους σημερινούς «μεγάλους» λογοτέχνες.
Έτσι στα 1903 παρουσίασε πρώτος στο ελληνικό κοινό τον ποιητή των δεκαπέντε όλο όλο ίσαμε τότε παράξενων ποιημάτων, τον Αλεξαντρινό Κωνσταντίνο Καβάφη του... Πέτρου. Η κριτική του μελέτη πρωτοδημοσιευμένη στα «Παναθήναια» εκείνης της χρονιάς και ξανατυπωμένη στη «Νέα Εστία» του 1933 εξακολουθεί μετά τριάντα τέσσαρα ολάκερα χρόνια να έχει τη φρεσκάδα του τωρινού και να είναι η αρτιότερη κ' η πιο στοχαστική από όσες αναλύουν το έργο του Καβάφη με κάποιο γενικότερο κοίταγμα.
***
Στα 1903 δεν είχανε ακόμα εκδοθεί η Ασάλευτη ζωή του Παλαμά, οι Ασφόδελοι του Μαλακάση, οι Σκαραβαίοι και Τερρακότες του Γρυπάρη, οι Σκιές του Πορφύρα για ν' αναφέρω τα σημαντικότερα μνημεία του νεοελληνικού λυρισμού - κι όμως υπήρχε μια στρωτή ποιητική παράδοση, που  σιγά-σιγά στερεω­νότανε συνειδητά. Αυτήν την παράδοση της Μητρό­πολης, που άρχι­ζε από το Σολω­μό, ερχότανε ένας άποικος ποιητής να τη χαλάσει.
***
Ο Καβάφης γεννήθηκε στην Αλεξάντρεια στα 1868, όπως λένε τα Λεξικά, στα 1863 στις 17 του Απρίλη, όπως βε­βαιώνει επίσημα το Πατριαρχείο της Αλεξάνδρει­ας. Φυσικά το Πατριαρχείο έχει δίκιο. Γιατί ο Καβάφης είχ’ τη γυναικεία αδυναμία να κρύβει τα χρόνια του.
Φοβότανε τα γερατειά, τις ρυτίδες, το θάνατο. Απόφευγε το πολύ φως του ήλου και της λάμπας για να μη φαίνεται, απάνου στην όψη του, το θλιβερό πέρασμα του χρόνου. Δεν ήθελε με κανένα τρόπο να παραιτηθεί από τα δικαιώματα του σώματος. Ο Καβάφης τότε εύρισκε την πνευματική του ολοκλήρωση όταν υποτασσότανε στις αισθήσεις του. Ηδονιστής, ωραιόπαθος πολύ εγκεφαλικός, απαισιόδοξος κι ατομικιστής ένοιωθε να υπάρχει και ως υλικός και ως πνευματικός άνθρωπος μονάχα μέσα στη φλογερή ζωή των απολαύσεων. Έτσι φοβότανε τον Καιρό, που φθείρει τις σωματικές και ψυχικές δυνάμεις, που προσθέτει στα περασμένα τον καημό της χαμένης ευτυχίας κι αφαιρεί από τα μελλούμενα την ελπίδα της επανάληψης. Κι αυτό το εσωτερικό του όραμα γινότανε ακόμα πιο οδυνηρό, όσο πίστευε, πως όλα τελεώνουν εδώ κάτου μια για πάντα. Η παρηγοριά της μεταθανάτιας επιβίωσης και της μεταθανάτιας δόξας δεν ήτανε για το δικό του μυαλό. Αυτός την αθανασία και τη δόξα τα ήθελε ενόσω ζούσε.   Έτσι το θεωρούσε χρέος και δικαίωμά του ν’ αφήνεται να πηγαίνει στις ηδονές, δικαίωμά του και χρέος να παραβαίνει όλα τα κοινωνικά veto, που τα θεωρούσε προορισμένα μονάχα για το μέσον όρο της ανθρώπινης μάζας.
***
Ο Καβάφης στα νιάτα του γύρισε πολύ τον κόσμο. Τα χρόνια όμως των πνευματικών του αναζητήσεων και της δημιουργικής του ωριμότητας τα πέρασε όλα στην Αλεξάντρεια. Στην Αθήνα ήρθε κάποτε στα 1901, κ' έφυγε απαρατήρητος. Ξανάρθε στα 1902[1] για να νοσηλευτεί στο Νοσοκομείο του Ερυθρού Σταυρού. Είχε καρκίνο στο λα­ρύγγι. Ήτανε πια φημισμένος. Τότες τρέξανε να τόνε γνωρίσουν από κοντά οι συγγραφείς κ' οι λόγιοι της Αθήνας. Πρωτύτερα κυκλοφορούσε στην Αθήνα ο μύθος Καβάφη. Πολλά λεγόντανε για τη φιλαρέσκειά του, τη ματαιοδοξία του, τον αισθησιασμό του, τη σοφία του, τον κλεισμένο εσωτερικό του κόσμο, τη μυστηριώδη ζωή του. Ήθελε όσοι τον πλησιάζουνε να τόνε λιβανίζουνε για το μοναδικό νεοέλληνα ποιητή, για τον πιο φίνο «κριτήν της φιλοκαλίας», για το πιο πολιτισμένο πνεύμα του καιρού του. Θεωρούσε κατώτερους του όλους τους άλλους ποιητές, μα το έκρυβε, μήπως το μάθουνε κ' έτσι χάσει το θαυμασμό που του είχανε. Περιφρονούσε φυσικά τους νεαρούς λιβανι­στές του, μα τους κολάκευε, γιατί τους είχε ανάγκη: ήτανε οι κράχτες του εκεί κ' εδώ. Άλλο δε σκεφτότανε και δεν έκαμνε παρά να κρύβει τη σκέψη του και τα αισθήματά του, να καλλιεργεί τις χρήσιμες φιλίες και να οργανώνει τη μεγάλη υπόθεση της διαφήμισής του.
Αν όμως τύχαινε κανένας από τους γνωστούς του να δυσαρεστηθεί μαζί του και ν’ αρχίσει να τον αρνείται ως ποιητή ή να τον πειράζει ως άνθρωπο, ο Καβάφης ο αλαζονικός, ο υπέροχος, ο μοναδικός, ο σαρκαστής και ο σχολάρχης, γινό­τανε πτώμα - όσο κ ' αν ήτανε α­σήμαντος ο εχθρός του.  Έχανε τη ζωτικότητά του, τα κέφια του - ό­λο του το μεγαλείο.
Και δεν υπόφερνε μοναχά όταν τον πειράζανε ως ποιητή ή ως άν­θρωπο. Υπόφερνε και όταν καταλάβανε πως δεν τον εύρισκες νέο ή ωραίο. Καπότες ο ξυλογράφος Γιάννης Κεφαληνός του έφκιασε το σκίτσο του με μελάνι. Ο Καβάφης περίμενε πως ο φίλος του καλλιτέχνης θα τον κολάκευε, όπως συνηθίζουνε να κάνουν οι φωτογράφοι. Μα ο Κεφαληνός τόνε σκιτσάρισε όπως τον έβλεπε με την καλλιτεχνική του όραση: έναν άνθρωπο εξηντάρη με πολύ πνευματική φυσιογνωμία, γεμάτην ειρωνική διάθεση, αλλά και καχυποψία, με μάτια που άλλου βλέπανε και αλλού κοιτάζανε. Ο Καβάφης, άμα είδε τη φάτσα του θύμωσε. Τι διάολο καλλιτέχνης ήτανε, αφού δεν ήξερε να ψεύδεται! Και ζήτησε από τον Κεφαληνό να σκίσει το χαρτί. Ο Κεφαληνός αρνήθηκε και τότες ο Καβάφης του απαγόρεψε να το δείξει πουθενά. Αυτό το σκίτσο δημοσιεύτηκε μετά το θάνατο του ποιητή στη «Νέα Εστία» (χρονιά 1933. τεύχ. 158ο).
Ο κ. Ξενόπουλος τόνε γνώρισε όταν ήρθε στην Αθήνα στα 1901. Και τον περιγράφει έτσι: «Είναι νέος. Αλλ’ όχι εις την πρώτην νεότητα. Βαθειά μελαχροινός ως γηγενής της Αιγύπτου, με μαύρον μουστακάκι, με γυαλιά μύωπος, με περιβολήν αλεξανδρινού κομψευομένου και με φυσιογνωμίαν συμπαθή... Υπό το εξωτερικόν εμπόρου γλωσσομαθούς, ευγενεστάτου και κοσμικού, κρύπτεται επιμελώς ο φι­λόσοφος και ο ποιητής». Ο κ. Α. Κόμης σε μια του μονογραφία γα τον Καβάφη (1935) τον περιγράφει ως έναν κύριο απλά ντυμένο, που πήγαινε μονόπαντα αργά αργά μπροστά μας σα να δυσκολευόταν να περπατήσει ή σαν κάτι να σκαφτόταν... μικρόσωμο κτλ. Το πρόσωπό του ξυρισμένο και κάπως μαυριδερό ήταν αδύνατο κ’ αυλακωμένο από βαθιές ρυτίδες. Η μύτη καμπουρωτή ... το στόμα ακίνητο και ζαρωμένο... μια σειρά κατάμαυρα θυσανωτά φρύδια... δυο άτια άγρια. Όταν πήγα στο νοσοκομείο να τον ιδώ θαύμασα το υπέροχο κεφάλι του με τη φωτει­νότερη πνευματι­κή έκφραση. Κι όμως ο άνθρωπος βρισκόταν σε κα­κά χάλια. Του είχανε περάσει ένα λαστιχένιο σωλή­να στο λαρύγγι για να ανασαίνει. Δε μπορούσε να μιλήσει. Είχε μπροστά του ένα καρνέ και έ­γραφε με τον στυλογράφο ό,τι ήθελε να πει. Σε μένα έγραψε: μήπως σας πειράζει το ρεύμα; (πόρτα και παράθυρα ήτανε ανοιχτά). Αυτό το καρνέ πολλοί πεθυμήσανε να το ζητήσουν ή να το κλέψουν. Δεν ξέρω ποιος στάθηκε τυχερός και το έχει σήμερα.
***
Xωρίς αμφιβολία ο Καβάφης είναι ένας μοναδικά ιδιότυ­πος ποιητής. Ασεβής σε όλα από τη Μορφή ίσαμε την ουσία. Η τεχνική του ελαττωματική. Ο στίχος του έχει χασμωδίες, κα­κές τομές, περισσευούμενες συλλαβές και ρίμες ή καθόλου ή παρηχητικές ή ομοιολεχτικές. Μουσικότητα καμιά. Η γλώσσα του ψεύτικη (κακή καθαρεύουσα ή κακή δημοτική), το λεξιλόγιο του φτωχό, χωρίς επίθετα, χωρίς σύνθετα, χωρίς παρομοιώσεις, χω­ρίς μεταφορές. Το περιεχόμενο αυτής της ποίησης είναι σχεδόν πάντα ένα επεισόδιο ιστορικό ή προσωπικό του ποιητή — κι αυτό το τελευταίο συχνά σε δεύτερο ή τρίτο πρόσωπο, άρα απρόσωπο. Κι αυτό το επεισόδιο περιγράφεται ή σκηνοθετείται χωρίς λυρικήν έξαρση, χωρίς πάθος, με χρονογραφική ξηρότητα. Δε φαίνεται να βγαίνει από την καρδιά παρά από το μυαλό. Πώς λοιπόν μας συγκινεί;.
Γιατί η ποίηση αυτή φαίνεται μεν λυρική στο σχήμα, αλλά στο βάθος της είναι δραματική. Έχει κίνηση, ηθοποιία, ζωντάνια, επιγραμματική λιτότητα, έχει πολλή σκέψη και πικρήν ειρωνεία και «περαίνει δι' ελέου και φόβου την των τοιού­των παθημάτων κάθαρσι». Και το δράμα αυτών των ποιημάτων έχει ένα μεγάλο προσόν, την καθολικότητα. Δεν είναι το δράμα ενός ατομικού ήρωα, μα ολάκερης της ανθρωπότητας. Είναι η ματαιότητα και η ανελέητη φθορά όλων των πρα­γμάτων του φυσικού, του ηθικού και του πνευματικού κόσμου. Όσο η ανθρωπότητα θ' αντικρίζει κουρασμένη και χωρίς οδηγό το φωτισμένο πνεύμα την αντίσταση και την κακία της Πράξης, θα κατέχε­ται πάντα από το φόβο της φθο­ράς, που οδηγεί στην παράλυση της θέλησης. Ετσι ό Καβάφης αποστέκεται στους νικημένους της ζωής. Κ' η ψυχολογία των νικημένων στα χρόνια της παρακμής έχει την αναμφισβήτητη καθολικότητα.
Η Ιδεα του Καβάφη μπορεί να καθαρίζεται μέσα στο μυαλό του, μα βγαίνει από την καρδιά του κι αποστέκεται στην καρδιά του «θεατη». Κι αυτή η ιδέα, επειδή δεν προσφέρεται δογματικά, σα μια γνωσιολογική σύλληψη, μα δραμα­τοποιείται, μετουσιώνεται από αναισθητική (διανοητική) σε αισθητική (ποιητική), γίνεται δηλ. «ωραία» και συγκινεί.
Όταν τα ποιήματα αυτά τα πάρουμε για μινιατούρες δραμάτων, τότε θα καταλάβουμε γιατί δεν τα βλάφτει ούτε η αντιλυρική τους στιχουργία και διάθεση, ούτε η πεζολογική διατύπωσή τους ούτε η καθαρεύουσα, η γλωσσά της... ιστορίας και της φιλοσοφίας και των παλαιών κειμένων.
***
Μα ο ποιητής δε φιλοσοφεί μονάχα για λογαριασμό των άλλων. Φιλοσοφεί πρώτα πρώτα για τον εαυτό του. Το δράμα των άλλων είναι και δικό του δράμα. Μέσα στη γενική φθορά τι σημασία μπορεί να έχει η δικιά του η αμαρτία; Όταν χάνονται ολάκεροι λαοί, βασίλεια, θρησκείες, μεγαλεία και δόξες και δεν μένει ούτε η στάχτη τους, τι μπορεί να μείνει από τη δικιά του παραστρατημένη ζωή; Αμοιβή; Τι­μωρία; Αστεία πράματα. Ετσι βγαίνει για συμπέρασμα πως ένα άτομο, που έχει κάποια αξία μπο­ρεί ν’ αφήνεται στις αδυναμίες του και να βλάφτει τον εαυτό του φτάνει να μη βλάφτει τους άλλους.
Αυτή ή λύση φαίνεται εύκολη και απλή, όμως είναι τραγική, γιατί πλερώνεται πολύ ακριβά και γιατί δεν έχει διάρκεια. Έρχεται το αίσχος των γηρατειών και βάζει τέ­λος σ' αυτού του είδους τις ελευθερίες, πολύ πριν απ' το θάνατο. Και τότες η αγάπη της ζωής μετα­βάλλεται σε μίσος ενάντια στη ζωή.
Έτσι ο «επικούρειος» που ξεκινά­ει με αλαλαγμούς θριάμβου σταματάει μια μέρα πνιγμένος από τους λυγμούς, μπροστά στην τελειωτική καταστροφή. Τότε καταλαβαίνει πως και η ηδονή είναι κι αυτή μια ματαιότητα.



[1] Τυπογραφικό λάθος. Ο Καβάφης νοσηλεύτηκε στον Ερυθρό Σταυρό στα 1932