Σάββατο 12 Ιουλίου 2014

Δημήτρης Γληνός «Ο ποιητής Κώστας Βάρναλης»

Βάρναλης και Γληνός ήταν συνοδοιπόροι στο δημοτικισμό και σύντροφοι στον αγώνα για κοινωνική αλλαγή. Δάσκαλό του θεωρούσε τον Γληνό ο Βάρναλης: «Ο Γληνός, ο Δάσκαλος όπως τον ελέγανε στην εξορία και στις φυλακές οι αγωνιστές του λαού και σύντροφοι του φασιστικού διωγμού είτανε και δάσκαλός μου». Ο Δ. Γληνός σύστησε στο ελληνικό προλεταριάτο τον ποιητή του, με το άρθρο του «Ο ποιητής Κώστας Βάρναλης» που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Νέοι Πρωτοπόροι», Τεύχος 2, Φλεβάρης 1935. Το βρήκαμε και το αναδημοσιεύουμε από το blog του Χρηστου Τσαντη

Ο ποιητής Κώστας Βάρναλης

Η απόφαση των Νέων πρωτοπόρων ν’ αφιερώσουνε σ’ ένα φυλλάδιό τους ξεχωριστή θέση για τον ποιητή Κώστα Βάρναλη με βρίσκει απόλυτα σύμφωνο και με γεμίζει χαρά…
Προσωπικά εγώ πιστεύω, πως η πνευματική προσωπικότητα του Βάρναλη ξεπερνάει πολύ τα σύνορα του τόπου μας και μπορεί να σταθεί μέσα στα καλύτερα ονόματα που έχει να δείξει η παγκόσμια επαναστατική λογοτεχνία.
Όταν, πριν από λίγον καιρό, βρέθηκα στην ολόασπρη σάλα με τις μαρμάρινες κολόνες στο «Σπίτι των συνδικάτων» της Μόσχας, μπροστά στο πλήθος των σοβιετικών λογοτεχνών και μπροστά στους ξένους, που ήτανε καλεσμένοι στο πρώτο λογοτεχνικό συνέδριο της Σοβιετικής Ένωσης και ήμουν υποχρεωμένος να πω κι εγώ δυο λόγια για την πνευματική κίνηση του τόπου μας, ένα μόνο όνομα μπόρεσα να προφέρω, με τη βαθιά πίστη, πώς δε μιλώ συμβατικά, το όνομα του Κώστα Βάρναλη.
Κι όμως το προλεταριάτο του τόπου μας δεν τονέ γνωρίζει αρκετά. Ίσως μάλιστα τον ξέρει πολύ λίγο. Το λάθος έχει πολλές αιτίες. Σκοπός μου δεν είναι σήμερα να δείξω τις αιτίες αυτές. Ίσως φανούνε μερικές προχωρώντας στη μελέτη μου παρακάτω. Σκοπός μου είναι να μιλήσω για το Βάρναλη, σαν ένας από κείνους που η τέχνη βρίσκει αντίλαλο βαθιά στο είναι τους. Δεν είμαι τεχνοκριτικός και δε θα κάνω γυμνάσματα βαθιάς ανάλυσης για να ξαφνιάσω τάχα τα πλήθη
Ο Κώστας Βάρναλης γεννήθηκε στον Πύργο της Βουλγαρίας στα 1884 από μικροαστική φαμίλια. Δεκατεσσάρων χρονών πήγε στα Ζαρίφεια Διδασκαλεία της Φιλιππούπολης και πήρε το απολυτήριο του σε τέσσερα χρόνια. Ήταν Εξαιρετικός μαθητής, έγραφε στίχους πατριωτικούς, έπαιρνε τα γράμματα, τα μάτια του έβγαζαν σπίθες, έδειχνε πως μπορεί να γίνει σπουδαίος «ιεροφάντης των Μουσών και λειτουργός της Παιδείας». Τον υποστήριξε λοιπόν ο δεσπότης Αγχιάλου και η κοινότητα Βάρνας και τον έστειλε να σπουδάσει φιλολογία στην Αθήνα.
Πίσω απ’ αυτή την απλή ιστορία, που χίλιες φορές σε χίλιες πολιτείες και χωριά του «αλύτρωτου ελληνισμού» με χίλια τόσα πρόσωπα επαναλήφτηκε όλο το δέκατο ένατο και τον εικοστό αιώνα, κρύβεται ένας κόσμος ολάκερος από ιδέες και ψυχόρμητα, που θα μπορούσανε να προδιαγράφουνε το δρόμο ενός στοχαστή, ενός επιστήμονα, ενός τεχνίτη για όλη του τη ζωή. Στις κοινότητες αυτές τις ελληνικές, τις σκορπισμένες από το Δούναβη ως το Μισίρι, έκαιγε ο πιο φλογερός πατριωτισμός στο βωμό της «μεγάλης ιδέας». Πως οι χώρες αυτές ήταν ελληνικές «από τού “Ίστρου μέχρι του Νείλου και από της Κάτω Ιταλίας μέχρι του Τίγρητος και του Εύφράτου», ήτανε δόγμα ασυζήτητο για τους δασκάλους, που πύρωναν και σφυροκοπούσαν τις ψυχές των παιδιών σ’ όλα τα σκολιά του δούλου ελληνισμού. Ο αρχαίος ελληνικός αποικισμός, ο μέγας Αλέξανδρος, οι βυζαντινοί αυτοκράτορες, είχανε “γράψει επάνω στο γρανίτη της ιστορίας τα απαράγραπτα δικαιώματα του ελληνισμού». Κ’ έσπερναν οι δάσκαλοι μέσα στις ψυχές των παιδιών την προσδοκία του Μεγάλου λυτρωτή, του Μαρμαρωμένου βασιλιά, που θ’ αναστηνότανε και θ’ ανάσταινε την αυτοκρατορία των Ελλήνων, καθώς και του μεγάλου ποιητή, που θ’ ανάσταινε τη γλώσσα των Ομήρων και των Πλατώνων.
Ένα κομμάτι πρωτοπόρο αυτής της αυτοκρατορίας, ένας τόπος όπου τ’ όνειρο αιώνων είχε γίνει υπέρλαμπρη πραγματικότητα, ήταν η «ελευθέρα ημών πατρίς», το βασίλειο της Ελλάδας. Μέσα σε τέτοιο χρυσοστέφανο έβλεπαν με τα μάτια της ψυχής των όλα τα νέα παιδιά, που φοιτούσανε στα σκολιά των ελληνικών κοινοτήτων και λαχταρούσανε την άγια στιγμή, που θα φιλούσανε το χώμα της.
Η στιγμή αυτή ήρθε για το Βάρναλη τον Οκτώβρη του 1902.
Μα ο Βάρναλης έσκυψε να φιλήσει το άγιο χώμα της «ιοστέφανης» πολιτείας, μύρισε την καβαλίνα και το κάτουρο, που ήτανε ζυμωμένα με τη βρωμερή λάσπη και τη σκόνη και αρωμάτιζαν τον «αβρόν και δίον αιθέρα» της χώρας των Ερεχθειδών. Και είδε, γιατί είχε μάτια που μπορούσαν να ιδούν και την τιμιότητα να πιστεύει στα μάτια του, μέσα στη λάσπη και τη σκόνη αυτή να κυλιούνται με τα ψηλά τους κολάρα και τα καλοσιδερωμένα ρούχα τους, θριαμβευτικά οι έμποροι της ψευτιάς, οι ψιλικατζήδες της πολιτικής, οι φαμφαρόνοι, οι γλωσσαμύντορες, οι θρησκειοκάπηλοι και οι κοντυλοφόροι.
Ο πρώτος αυτός τραγικός κλονισμός στάθηκε σωτήριος για την πνευματική εξέλιξη του Βάρναλη. Τον έβγαλε αμέσως από τα ψευτόνειρα, τον έφερε στη γη, τον έκλεισε προσωρινά στο εγώ του. Έγινε δημοτικιστής και όταν στα 1903 τ’ αφιονισμένα παιδιά, που σπούδαζαν στο πανεπιστήμιο, πήγανε να κάψουν το εθνικό θέατρο, γιατί είχε ανεβάσει την Ορέστεια του Αισχύλου μεταφρασμένη από το Σωτηριάδη σε μισοδημοτική γλώσσα, Ο Βάρναλης βρέθηκε στο αντίθετο στρατόπεδο μαζί με τους λίγους δημοτικιστικές του καιρού εκείνου.
Το αηδόνι, που περίμεναν από τον Πύργο και τη Φιλιππούπολη να συνεχίσει τα πατριωτικά τραγούδια του Αχιλλέα Παράσχου, όταν πρωτάνοιξε το στόμα του εδώ στην Αθήνα, τραγούδησε δικούς του προσωπικούς καημούς, είχε ξεχάσει ολότελα τη «μεγάλη ιδέα» και τον ελληνικό απολυτρωτισμό και δε μιλούσε για καμιά νεκρανάσταση, ούτε πολιτική ούτε πνευματική.
Το πρώτο του βιβλίο ήταν μια μικρή συλλογή με τον τίτλο Κηρήθρες(1905). Είναι καμιά τριανταριά τραγούδια από τρεις ή τέσσερις στροφές. Χωρίζονται σε τρία μέρη με τούς τίτλους: Σ’ ένα αδειανό βάθρο θεού, Ίρις και Τραγούδια τον σκότους. Τα θέματά τους είναι καθαρά προσωπικά, ένας χαμένος έρωτας, δράματα γυναικών, πόθοι, αναστεναγμοί, μελαγχολίες, ο ίσκιος του θανάτου, μπραβούρες νεανικών ονείρων.
Το βιβλίο το προλογίζει ο ζακυθινός ποιητής Στέφανος Μαρτζώκης. Παρουσιάζει το «μετριόφρονα νέο που μπορώ να το πω με μεγάλη μου χαρά ότι είναι αληθινός ποιητής… Και ιδού σήμερα σ’ αυτό το βιβλίο ένα ρυάκι του εσωτερικού του κόσμου, το όποιον δεν μοιάζει με άλλα ρυάκια, τα όποια δεν έχουν τίποτα δικό τους.
Και αληθινά, αν έχει κανείς να παρατηρήσει κάτι στα πρώτα ετούτα και αρκετά ακόμη άτεχνα και δυσκολογραμμένα δοκίμια του Βάρναλη, είναι πως δεν παρουσιάζουνε καμιά φανερή επίδραση από τους γύρω του. Ούτε του Παλαμά απήχηση βρίσκει κανείς στο στίχο του Βάρναλη, ούτε του Γρυπάρη, ούτε του Μαλακάση, ούτε πολύ λιγότερο του Δροσίνη, που όλοι αυτοί ήτανε τότε στην πρώτη γραμμή της ποιητικής δημιουργίας.
Ο Βάρναλης σπουδάζει φιλολογία, παίρνει το δίπλωμά του στα 1908 και διορίζεται ελληνοδιδάσκαλος στην Αμαλιάδα στα 1909. Στα 1911 βρίσκεται σχολάρχης στην Αργαλαστή, ανακατώνεται στ’ Αθεϊκά του Βόλου κι είναι κι αυτός ανάμεσα σε κείνους, που κατηγορήθηκαν μαζί με το Δελμούζο και το Σαράτση. Αθωώθηκε όμως με βούλευμα κι έτσι δεν ήταν στη δίκη των «άθεων» που έγινε στ’ Ανάπλι στα 1914.
Από τα 1912 ως τα 1915 υπηρέτησε σχολάρχης στα Μέγαρα και στο διάστημα αυτό ήρθε και στα Διδασκαλείο της μέσης παιδείας. Από τα 1915 ως τα 1917 υπηρέτησε σχολάρχης στην Κερατιά. Έπειτα τον μεταθέσανε καθηγητή στον Πειραιά, απ’ όπου το Φλεβάρη του 1919, ύστερ’ από διαγωνισμό, στάλθηκε υπότροφος στο Παρίσι για να σπουδάσει αισθητική και φιλολογία.
Στα δεκαπέντε αυτά χρόνια ωριμάζει το ποιητικό ταλέντο του Βάρναλη.
Ο ιδεολογικός του κόσμος ως τα 1919 δεν παρουσιάζει καμιά σοβαρή επίδραση ούτε από τους βαλκανικούς πολέμους, ούτε από τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, αν και φόρεσε το χακί και υπηρέτησε πολύν καιρό στρατιώτης.
Τα πατριωτικά όνειρα της παιδικής του ζωής δεν ξύπνησαν μέσα του, ούτε φαίνεται να τον αγγίζει διόλου η εξόρμηση της αστικής τάξης για την πραγμάτωση της «μεγάλης ιδέας». Αν τον εμπνέει κάτι πιο γενικό και πιο αντικειμενικό, έξω από τον υποκειμενικό του συναισθηματισμό, αυτό έρχεται από την αρχαία Ελλάδα, όχι όμως με το νόημα που την έβλεπαν οι κούφιοι άρχαιοπαρλαδόροι αλά Μιστριώτη.
Την αρχαία Ελλάδα την έβλεπε σα μιαν ενσάρκωση της ομορφιάς και της επικούρειας βιοθεωρίας. Ένας ωραιόπαθος, φυσιολατρικός συγκρατημένος ηδονισμός κυριαρχεί στην ψυχή του και η φόρμα που παίρνει η ποιητική δημιουργία του, βρίσκει την αντιστοιχία της στους γάλλους παρνασικούς. Ο Λεκόντ Ντελίλ, ο Σουλύ Πρυντόμ, ο Ζοζέ-Μαριά ντέ Ερεντιά είχανε βρει πολλούς μιμητές στην Ελλάδα. Ο Παλαμάς, ο Γρυπάρης, ο Μαβίλης κι άλλοι πολλοί δοκίμασαν να δώσουνε σε φόρμα καλοδουλεμένη, στη σφιχτή δαχτυλιδόπετρα του σονέτου, μορφές απ’ την αρχαία Ελλάδα, αναστημένης μέσα σ’ ένα πλαίσιο ολυμπικό, όπου τα πιο σφοδρά πάθη της ζωής υποτάσσονται στον υπέρτατο νόμο της αρμονίας, της συμμετρίας, της ομορφιάς. Η ιδεολογική του αυτή ροπή έφερε στην τέχνη του Βάρναλη δυο μεγάλα καλά. Δυνάμωσε μέσα του την αίσθηση της τέλειας φόρμας, τον έκανε να κυριαρχήσει απόλυτα τα πλαστικά του μέσα. Η γλώσσα ζυμώνεται πια στα χέρια του με μαεστρία και ολοένα πλησιάζει το ιδανικό της τέλειας αντιστοιχίας ανάμεσα στη θέληση του ποιητή και τη δύναμή του.
Το δεύτερο σπουδαίο καλό ήταν ένα γνώρισμα του παρνασσισμού που φάνηκε αργότερα και στον Καβάφη, με την ιδιότυπη σε τούτον εξέλιξη. Ο παρνασσισμός, προσπαθώντας τάχα ν’ αναστήσει πιστά τις αρχαίες μορφές με το πραγματικό περιεχόμενο του καιρού τους, όντας ένα είδος ιστορικοκλασικού νατουραλισμού, στ’ αλήθεια δεν έκανε τίποτ’ άλλο από το να προβάλει μέσα στον αρχαίο κόσμο τη συνείδηση της αστικής τάξης επάνω στη στιγμή της απόλυτης κυριαρχίας της. Του παρνασσισμού η πνοή ήτανε μετρημένη, βέβαια, ωστόσο συνήθιζε τον τεχνίτη να γεμίζει τα ιστορικά σύμβολα με περιεχόμενο, να τα ζωντανεύει. Και η τάση αυτή κ’ η γύμναση, που θα έμενε ένα απλό παιχνίδισμα, όπως έγινε με τον Παλαμά, το Γρυπάρη και το Μαβίλη και άλλους πολλούς, αν έμενε κι ο Βάρναλης κλεισμένος μέσα στα τείχη της αστικής ψυχοσύνθεσης, έδωκε αργότερα τους πιο εξαίσιους καρπούς, όταν ο Βάρναλης γκρέμισε τα τείχη και πέρασε στην επανάσταση.
Τα ποιήματα της λυρικής αυτής εποχής τού Βάρναλη από τα 1905 ως τα 1920 βρίσκονται σκορπισμένα σε διάφορα περιοδικά του καιρού εκείνου. Στο Νουμά, στην Ηγησώ, στα Γράμματα της Αλεξάνδρειας, στον Πάνα που έβγαζε ο Αρ. Καμπάνης, στη Νέα ζωή της Αλεξάνδρειας, στον Πυρσό, στους Βωμούς και σ’ άλλα. Σε βιβλίο δε βγήκαν ακόμη, γιατί και ο ίδιος ο ποιητής σήμερα δεν τα εκτιμά τα έργα του της εποχής εκείνης. Μα δεν έχει δίκιο. Βέβαια δε θα είχανε καμιά ξεχωριστή σημασία αν ο ποιητής δεν είχε την υστερότερη εξέλιξή του. Σήμερα όμως είναι σημάδια στο δρόμο του. Για δείγμα της τέχνης αυτής δίνουμε εδώ τον Ορέστη:
ΟΡΕΣΤΗΣ
Σέλινα τα μαλλιά σου μυρωμένα
λύσε τα, να φανείς ως είσαι, ωραίος
και διώξε από το νου σου πια το χρέος
του μεγάλου χρησμού μια και κανένα
τρόπο δεν έχεις άλλονε! Και μ’ ένα
χαμόγελον, ιδές πώς σ’ έφερ’ έως
στ’ Άργους την πόλη ο δρόμος σου ο μοιραίος
το σπλάχνο ν’ αφανίσεις πού σ’ εγέννα.
Κάνεις δε σε γνωρίζει εδώ. Και συ όμοια
τον εαυτό σου ξέχασέ τον κι άμε
στης χρυσής Πολιτείας τα σταυροδρόμια.
Και το έργο σου, σα να ’ταν άλλος, κάμε.
Έτσι κι αλλιώς θα παίρνει σε από πίσου
γιά το αίμα της μητρός σου, γιά η ντροπή σου.
Από την ποίηση αυτή δύσκολα μαντεύει κανείς το Βάρναλη της επαναστατικής εποχής και για ένα λόγο ακόμη. Είναι αξιοπαρατήρητο, πως στην ποιητική δημιουργία του Βάρναλη ως τα 1920 δε φανερώνεται ο σαρκασμός και η σάτιρα, το πικρό εκείνο γέλιο, που κρύβει τόση πείρα της ζωής και τόση επανάσταση μέσα του. Μόνο κάπου κάπου παρουσιάζεται ένας τόνος παιχνιδιάρικος, ένα τράβηγμα του διονυσιακού μεθυσιού ως την άκρη του, ένας νατουραλισμός, που έχει σταματήσει στον προθάλαμο της σάτιρας.
Η ΘΥΣΙΑ
Το μυτερό σου το σκουφί,
Μίδα, απ’ την άτριχη κορφή
πέτα κάτω
κι άμε να φέρεις απ’ τ’ αχούρι
το διχρονίτικο γαϊδούρι
το βαρβάτο.
Ποτ λάμπ’ η πέτσα του γυαλί
κι αφέντης δεν το καβαλεί
και τη νιότη
την απερνάει στα πισινά του
ολόρθο κ’ είναι τ’ αχαμνά του
όλο αξιότη.
Μ’ αυτό το ποίημα είχε εξαντλήσει ο Βάρναλης τα όρια της αστικής σεμνοτυφίας και είχε ξαφνιάσει τους μικροπόνηρους επαρχιώτες της Αθήνας, που αργότερα τον ονόμασαν «πορνογράφο».
Μα η περίοδο αυτή της ποιητικής δημιουργίας του Βάρναλη κορυφώνεται σ’ ένα ποίημα πολύ αξιοπρόσεκτο, πολύ σημαντικό για την εξέλιξη του ποιητή και πολύ χαρακτηριστικό για την πνευματική ζωή του τόπου μας.
Στα 1919 ο Βάρναλης βρίσκεται στο Παρίσι. Από κει στέλνει, στις 10 Αύγουστου, στο περιοδικό Μαύρος Γάτος, που έβγαζε τότες ο Γεράσιμος Σπαταλάς, ένα μεγάλο ποίημα από εξήντα οκτάστιχες στροφές με τον τίτλο Άσμα πρώτο, δ Προσκυνητής, αφιερωμένο του σοφού μου δασκάλου Ν. Γ. Πολίτη.
Είναι το μεγαλύτερο ποίημα, που είχε γράψει ως τότε ο Βάρναλης. Τα συνοδεύει με μια επιστολή, όπου λέει πως “το ποίημα αυτό είναι μια δικαιολογία στά πεταχτά των πίστεών μου. Όπου φαίνεται πως ομιλώ εγώ, ξέρε το, πως εγώ αληθινά δεν υπάρχω. Αντιπροσωπεύω κάποιον τρίτον ίσως εκείνον, που έπρεπε να υπάρχει. Κάποτε το ε γ ώ γίνετ’ εμείς, κάμνω τότε την αντίθεση της συνολικής ψυχής απέναντι των μονάδων, που παρανοούν το βάθος της. Και ο πόθος μου είναι, όντας συνεργάτης αυτής της ψυχής, να βρεθεί δημιουργός με τη δύναμή της”.
Τί είναι αυτό το ποίημα; Αυτή η γλώσσα η μυστηριακή; Όπου φαίνεται πώς μιλώ εγώ, ξέρε το, πώς εγώ αληθινά δεν υπάρχω. Αυτή η ιδεαλιστική φρασεολογία τί μας προμηνάει; Αν ο Βάρναλης σταματούσε μ’ αυτό το έργο, η αστική κριτική θα έλεγε πως ο Βάρναλης υψώθηκε στο τέλος της δημιουργίας του, στον πιο αγνό ιδεαλισμό και στην πιο καθαρή συνταύτιση της ιδέας με την αθάνατη Ελλάδα. Αφού με τη μελέτη της Αρχαίας Ελλάδας ποτίστηκε στις πιο κρυσταλλένιες πηγές της γνώσης και της ομορφιάς, αφού τα ηρωικά έργα των βαλκανικών πολέμων και τού ευρωπαϊκού εξαγνίσανε στα μάτια του και την τωρινή Ελλάδα, είδε στη φωτεινή ιστορική διαδρομή της φυλής του τρεις χιλιάδες τώρα χρόνια τη μοίρα του πρωτοπόρου οδηγού της ανθρωπότητας ολάκερης. Και ήρθε τέλος προσκυνητής και ψάλτης μεγαλόστομος αυτού του μεγαλείου. Λούζεται και καθαρίζεται πριν μιλήσει για την αιώνια Ελλάδα.
Πριχού νά γγίσω του Αγαθού τη ρίζα
πριχού η καρδιά γευτεί τ’ άγιο σου χώμα,
πάθη παλιά, παλαιά που την όριζα,
βαθιά τα ξεβοτάνισα• και σώμα
αχαμνό, κεφαλή και χαίτη γκρίζα,
τα χέρια μέσα κ’ έξω και το στόμα
τα λούσα με κρασί και με μπαχάρια
και σου τα φέρνω, ως έπρεπε, καθάρια.
Οραματίζεται λοιπόν και τραγουδάει τις ομορφιές της ελληνικής γης, που είναι όλης της γης αφάλι, οραματίζεται την ελληνική ιστορία από την ομηρική εποχή, έρχεται στην αρχαία Αθήνα, περνάει στο μεσαίωνα, στην κρητική πνευματική άνθιση, στα δημοτικά τραγούδια, στο Σολωμό. Με το δράμα αυτό της Ελλάδας ανεβαίνει όλο ψηλότερα και ποθεί τώρα κι αυτός να γίνει ένας δημιουργός, να γίνει συνεχιστής του δράματος. Η «μεγάλη φυλή» τον έχει μεθύσει από ενθουσιασμό.
Και στοχασμούς και λόγια κ’ έργα θεία.
Ω Θάματα που κουβαλείς μετά σου!
Χριστό κι Ορφέα, Αθηνά και Παναγία
κινάς και σμίγεις στα κινήματά σου.
Και οι Έλληνες, η συνολική ψυχή, το «εμείς», δεν είναι πια όντα θνητά σαν τους άλλους
ανθρώπους. Είναι ιδέες αθάνατες.
Πού πάμε; Ακούω πάσ’ άνοιξη τ’ αηδόνι
όλβια ζήση στο πάθος του να βρίσκει.
Δεν έχει χτες και σήμερα. Η Δωδώνη
κι ο άγιος Τάφος βαθιά μας όρθιος μνήσκει.
Κι αν καταρρέουν οι πίστες, μείς αιώνιοι
Περνάμε απ’ τη ζωή στο θάνατο, ήσκιοι
και στη ζωή απ’ το θάνατον ! Ό χ ι ό ν τ α, 
είμαστε Ιδέες, που ζούνε πολεμώντα!
Αληθινά ο Βάρναλης, τη στιγμή που γράφει αυτό το ποίημα, ζυγώνει στη μεγάλη κρίσιμη στιγμή της ζωής του. Το ποίημα αυτό είναι το φούσκωμα ενός μεγάλου ψυχικού ανακοχλασμού, που γίνεται μέσα του.
Η αστική Ελλάδα, που έσερνε πίσω της και τη μεγάλη μάζα του λαού, κάνοντας τη μεγάλη εξόρμησή της την πολεμική, είχε νικήσει σε δυο μεγάλους πολέμους μέσα σε λίγα χρόνια, στα 1912-13 και στα 1918. Τεράστια αυτοπεποίθηση είχε φουσκώσει περήφανα τα στήθια των Ελλήνων. Οι ραψωδοί της φυλής άρχισαν μεγαλόστομα να τραγουδούν τις νέες δόξες πλάι στις παλιές. Ο Παλαμάς είχε αρχίσει παλιότερα με το Δωδεκάλογο του γύφτου και τη Φλογέρα τον βασιλιά και ο Σικελιανός συνέχισε με τη Συνείδηση της φυλής μου, το Πάσχα των Ελλήνων και άλλα. 
Ο Βάρναλης απάνω σ’ αυτή τη στιγμή έρχεται στο Παρίσι. Είναι πια ώριμος ποιητής, κατέχει την τεχνική του στίχου, παίζει την αρμονία στα δάχτυλα κ’ η γλώσσα του είναι πλούσια και πολύχρωμη, μεστή από ολοζώντανα σύμβολα. Ο ορίζοντάς του, μόλις βγήκε από την Ελλάδα, πλαταίνει τεράστια, θέλει τώρα να γίνει αυτός πνευματικός οδηγός του λαού του, να τραγουδήσει καλύτερ’ απ’ όλους τους άλλους, να σύρει τα πλήθη πίσω από την ορφική του λύρα.
Και γράφει τον Προσκυνητή. Και όμως αυτό το Άσμα πρώτο του ιδεαλισμού του ήτανε το τελευταίο. Σε λίγον καιρό γίνεται μέσα του ένας τέτοιος τεράστιος κριτικός διαφωτισμός, όπου το σύμπαντο κυριολεχτικά αναποδογυρίζεται. Σχεδόν ταυτόχρονα ή αμέσως μετά τον Προσκυνητή, αρχίζει να γράφει Το φώς που καίει.
Η κρίσιμη στιγμή φυσικά από καιρό ετοιμαζότανε μέσα του. Από τον καιρό που έζησε το βαλκανικό πόλεμο και τον εθνικό θρίαμβο. Μιαν ανταρσία, μιαν αντίθεση με τα καθιερωμένα είχε πάντα μέσα του. Τώρα, όμως, στο Παρίσι, ήρθε σε αμεσότατη επαφή με τις μεγάλες κοινωνικές αντιθέσεις. Ο Ρομαίν Ρολλάν, ο Μπαρμπύς τον επηρεάζουνε. Ακούει την κριτική των αριστερών για το μεγάλο πόλεμο. Και πέρα στο βάθος του ορίζοντα ξεχωρίζει τις τεράστιες φλόγες της ρούσικης επανάστασης.
Και τότε γίνεται μέσα του η οριστική μεταστροφή. Ο νατουραλισμός του, η επικούρεια διάθεσή του, που δεν έβρισκαν τρόπο να συνδυαστούν αρμονικά μ μια ποίηση εθνική, θρησκευτική και ιδεαλιστική βρέθηκαν συνταιριασμένοι εξαίρετα με τη φλογερή σαρκαστική ορμή, που ξυπνάει τώρα μέσα του και με το διαλεκτικό ματεριαλισμό, που καταχτάει το νου του σαν ένα ψυχόρμητο. Ο Βάρναλης βρήκε τον αληθινό εαυτό του. Οι ιστορικές συμβολικές μορφές, που αγωνιζότανε μάταια να τις συλλάβει και να τις αναστήσει μέσα στη θολή και ψεύτικη ατμόσφαιρα του ιδεαλισμού, ξύπνησαν ολοζώντανες, γέμισαν από νόημα ανθρώπινο, πήρανε σάρκα και χρώμα και πνοή μόλις τις αντίκρισε ρεαλιστικά και επαναστατικά.
Τώρα μπορεί πια να επιχειρήσει τον τεράστιο άθλο να βάλει να μιλήσουνε ανθρώπινα και νοητά από σημερινούς ανθρώπους, τον Προμηθέα και το Χριστό και την Παναγία και το Σωκράτη. Οι άδειες σκιές, τα σκέλεθρα της ιστορίας περπάτησαν ανάμεσα μας, μίλησαν τη γλώσσα μας, άγγιξαν την καρδιά μας. Από τον καιρό που πρωτογράφει «Το φως που καίει» ίσαμε σήμερα, μια ενιαία γραμμή θαμαστής συνοχής και ζωντάνιας διαπνέει το έργο του Βάρναλη.
Η τέχνη του έφτασε στη μεγαλύτερη τελειότητά της. Ο στίχος του λαμπερός και συνάμα λεπτός, κάθε του λέξη ακριβοζυγιασμένη, μεστή από το νόημά της, αστράφτει με όλα της τα πλούτη. Αρμονικός, άνετος, πολύβουος, πολύτροπος, κυλάει ο στίχος του σ’ όλες τις νότες, σ’ όλους τους χρωματισμούς, λυγερός, τρυφερός, σαρκαστικός, σπαθάτος, κοφτερός, οργισμένος, καλοσυντεμένος, βαθύς, λαγαρός, όλος φως, όλος μουσική ο στίχος του Βάρναλη.
Μα ταυτόχρονα ο Βάρναλης φτάνει και στην κορφή της πρόζας. Πρώτος και μόνος αυτός, συνδυάζοντας στον τόπο μας την τέλεια κατοχή και της στιχουργικής μαεστρίας και της πεζογραφικής τελειότητας γράφει τον πιο καθαρό, τον πιο πλαστικό, τον πιο υποταγμένο, μα και τον πιο ορμητικό, τον πιο αρμονικό και τον πιο δυνατό πεζό λόγο στην Ελλάδα.
Από τα 1922 ως τα 1933 έβγαλε ο Βάρναλης τ’ ακόλουθα βιβλία: Το φώς που καίει (1922).  Ο λαός των μουνούχων (1923).  Ο Σολωμός χωρίς μεταφυσική (1925),  Σκλάβοι πολιορκημένοι (1927), Η αληθινή Απολογία του Σωκράτη (1931), Το φως που καίει, δεύτερη έκδοση ξαναπλασμένη (1933). Εξόν απ’ αυτά δημοσίευσε λίγα μετρημένα ποιήματα, τους Μοιραίους στη Νεολαία του 1922, τη Λευτεριά στη Μούσα (περιοδικό του Α. Κουκούλα), τον Καλό πολίτη, το Στο πέρασμά σου και αρκετά κριτικά σημειώματα στο περιοδικό Αναγέννηση (1926 — 28) και στους Πρωτοπόρους και Νέους Πρωτοπόρους.
Στη δεύτερη αυτή περίοδο της δημιουργίας του ο Βάρναλης είναι ο μεγάλος χαλαστής. Η πνευματική του προσωπικότητα υψώνεται μέσα στους ανθρωπάκηδες, τους τσανακογλύφτες, τους λακέδες, τούς φυγάδες και τους προδότες, που μελανώνουν γύρω τους το νερό. Η σκέψη του, η ποίησή του η ρωμαλέα, η αντρίκια του σάτιρα, το καταλυτικό γέλιο του, αστράφτει σα ρομφαία, που τη χτυπάει ο ήλιος.
Ο ήλιος που τον φωτίζει είναι ο διαλεκτικός ματεριαλισμός και η προλεταριακή επανάσταση. Υπεύθυνα, παλικαρίσια, άντρας αυτός μέσα στα γυμνοσαλιάγκια, πήρε επάνω του το χρέος το πνευματικό να μιλήσει με τη μορφή της τέχνης, τη γλώσσα της ατρόμητης και αναπλαστικής αλήθειας πέρα για πέρα. Βαθιά γνώση της ανθρώπινης ψυχής και της ανθρώπινης κοινωνίας τον οπλίζει με τη δύναμη του λυτρωτή σαρκασμού.
Καθαρός, αγνός, απόλυτα ειλικρινής, αληθινά έχει λούσει το στόμα και τα χέρια του και την ψυχή του, από τη στιγμή που επιτελεί το ιερό του χρέος. Ο Βάρναλης δεν είναι μόνο ο μεγάλος ποιητής, ο μεγαλύτερος ποιητής της νεότερης Ελλάδας, είναι συνάμα η πιο καθαρή, η πιο αγνή, η πιο τίμια πνευματική προσωπικότητα στον τόπο μας.
Στα έργα της δεύτερης, της μεγάλης δημιουργικής εποχής του Βάρναλη, πρέπει ν’ αφιερωθεί ξεχωριστή για το καθένα μελέτη. Και πρέπει να γίνει αυτό τώρα μέσα στους Νέους Πρωτοπόρους κα συνάμα ν’ ανοιχτεί συζήτηση απ’ αφορμή και με βάση το Βάρναλη, για την τέχνη και την επανάσταση.
Το θέμα είναι πλατύ και πολύ σημαντικό. Ας αρχίσει η δουλειά από την ανάλυση των έργων του Βάρναλη. Ας δοθούνε πλατιά στους προλετάριους οι στίχοι του και οι στοχασμοί του, που πρέπει να γίνουν χτήμα τους. Ν’ αστράφτουνε μέσα σε κάθε νου, να τους ξέρει κάθε στόμα. Και ας μελετηθεί ταυτόχρονα το ζήτημα: μπορεί να είναι ο Βάρναλης ο ποιητής της μάζας ; Ο ποιητής του σημερινού προλεταριάτου, που μάχεται; Και ίσως ακόμη θα μπορούσε να βγει ένας τόμος με τα πιο διαλεχτά, τα πιο χτυπητά, τα πιο επαναστατικά κομμάτια του Βάρναλη και να πουλιέται φτηνά, για να τα μάθουν όλοι, να ποτισθούν μ’ αυτά και να δυναμώσει μέσα τους η καταλυτική ορμή.
Δε δίνω λέξεις παρηγοριά
δίνω μαχαίρι σ’ ολουνούς,
καθώς το μπήγω μέσ’ το χώμα
γίνεται φώς, γίνεται νους.
Άκου πως παίρνουνε οι αγέρες
χιλιάδων χρόνων τη φωνή!
Μέσα στο λόγο το δικό μου
ολ’ η ανθρωπότητα πονεί.
Όθε περνά γκρεμίζει κάτου
σαν το βοριά, σαν το νοτιά,
όλα τα φονικά ρηγάτα
θεμελιωμένα στη ψευτιά
Κ’ ένα στυλώνει κι ανασταίνει
το ένα βασίλειο της Δουλειάς,
(ειρήνη, ειρήνη!) το βασίλειο
της Πανανθρώπινης Φιλιάς.



Δευτέρα 7 Ιουλίου 2014

Η αληθινή απολογία του Σωκράτη

Αναδημοσιεύουμε από το «Ριζοσπάστη» (28/3/1999) κείμενο της καθηγήτριας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων Γεωργίας Λαδογιάννη, για την «Αληθινή απολογία του Σωκράτη».


Η φωνή των κειμένων

Ο Βάρναλης διαβάζει Πλάτωνα, Αριστοφάνη και Ραμπελαί. Η αληθινή Απολογία του Σωκράτη


Ο Βάρναλης στα 1931 εκδίδει το πεζογράφημά του "Η αληθινή απολογίατου Σωκράτη", το οποίο αποτελεί ένα κορυφαίο σημείο της καλλιτεχνικής του ωριμότητας. Την ίδια εποχή, σταθεροποιούνται οι μαρξιστικές του προσλήψεις και ο συναφής ιδεολογικός και πολιτικός του προσανατολισμός. Είδαμε και σε παλιότερο άρθρο μας ότι ο Βάρναλης βρήκε έναν καλλιτεχνικό τρόπο, για να δείξει πόσο διαφορετικός είναι ο κόσμος, που θέλει να φτιάξει ο κομμουνιστής, από τον αστικό κόσμο της κοινωνικής εκμετάλλευσης. Αξιοποιώντας τη μαρξιστική αρχή περί ανατροπής - και όχι της απλής διόρθωσης του κόσμου - του άρεσε να "συνομιλεί" με παλαιότερα κείμενα. Ο σκοπός του ήταν να δείξει την ανάποδη, να δούνε οι αναγνώστες του την άλλη όψη. Κάτω από την αστραφτερή του σκέψη και τη χυμώδη σατιρική του ευλυγισία, τα πράγματα που αποτελούν το ευαγγέλιο του ταξικού κόσμου γέρνουν και συντρίβονται, γιατί μας έδειξε πόσο κάλπικα ήταν.
Η Αληθινή Απολογία του Σωκράτη είναι ένα άριστο δείγμα αυτής της τεχνικής. Ο Βάρναλης χρησιμοποιεί υλικό από έργα του Πλάτωνα, που μας πληροφορούν για τις τελευταίες στιγμές του Σωκράτη (Φαίδων, Κρίτων,Απολογία). Σε εκείνα τα έργα του, ο Πλάτωνας υψώνει σε παράδειγμα τονΣωκράτη για τον τρόπο με τον οποίο αντιμετώπισε το θάνατο: Εδειξε σεβασμό προς τη δικαιοσύνη και συνέπεια προς τη συνείδησή του. Ο Βάρναλης ανατρέπει αυτή την εικόνα και μας δείχνει τον Σωκράτη να συνειδητοποιεί ότι η τιμωρία του (η θανάτωσή του με κώνειο) είναι συνεπής εφαρμογή των νόμων του δικού του φιλοσοφικού συστήματος. Και έτσι, γίνεται ο ίδιος το θύμα του άδικου "Δικαίου" της κοινωνίας, που ο ίδιος είχε σ' όλη του τη ζωή υπηρετήσει.
Εκτός από τον Πλάτωνα, στην αληθινή απολογία, ο Βάρναλης "διαλέγεται" και με δύο ιδιοφυίες του κωμικού: Τον Αριστοφάνη ("Νεφέλες") και τον Ραμπελαί ("Γαργαντούας και Πανταγκρουέλ"). Μαζί τους μιλάει την ίδια γλώσσα: Της σάτιρας, της ελευθεροστομίας, του σαρκασμού, του κεφιού και του πληθωρικού γέλιου. Οπως μας λέει ο ίδιος ο Βάρναλης στα Απομνημονεύματά του, η πρώτη κοινή ανάγνωση όλων των παραπάνω, του Πλάτωνα, του Αριστοφάνη και του Γάλλου του 16ου αιώνα (του Ραμπελαί) και η ιδέα να τους βάλει να "συνεργάζονται" σε ένα δικό του έργο συμβαίνει στα 1924 και 1925, όταν βρίσκεται στο Παρίσι. Η αφορμή αυτής της σκέψης του, μας αποκαλύπτει ο ίδιος, ήταν οι δυο συνταρακτικές εμπειρίες: Του Παγκοσμίου Πολέμου και της προλεταριακής επανάστασης. Ας ακούσουμε τη χαρακτηριστική βαρναλική γλώσσα να μας τα αφηγείται:
"Τα ηχηρά γέλια και τα τσουχτερά φαρμάκια του Αριστοφάνη για την παλιά δημοκρατία, η ανοιχτόκαρδη σάτιρα του Ραμπελαί για τη γουρουνιά των καλογέρων, η ψηλή νότα της σωκρατικής σκέψης μπροστά στο άμαθο δικαστήριό του, οι κανονιές του παγκόσμιου πολέμου (...), ο κυνισμός των ιδεολόγων του πατριωτισμού (...), τα τύμπανα της προλεταριακής επανάστασης, που όλο και ζυγώνανε κοντύτερα (...)".
Οταν τα γράφει αυτά (1935), έχει μεσολαβήσει μία ακόμα μεγάλη εμπειρία. Είναι ο αντιφασιστικός αγώνας των κομμουνιστών της Ευρώπης εναντίον των καθεστώτων χιτλερικού τύπου, που επέβαλε ο καπιταλισμός σε μια σειρά από χώρες. Μια μεγάλη στιγμή εκείνου του αντιφασιστικού αγώνα ήταν η δίκη της Λειψίας (1933), που αθώωσε τους αντιφασίστες και αποκάλυψε την προβοκάτσια του Ράιχσταγκ. Οι διώξεις των αγωνιστών δίνουν μια ακόμα αφορμή στον Βάρναλη να βρει αναλογίες με τη δίκη και την καταδίκη του Σωκράτη. Η εμφάνιση και η ομιλία στη δίκη των Γερμανών και Βουλγάρων κομμουνιστών έδωσαν στον Βάρναλη την εικόνα του επαναστάτη και, τότε, θα ξαναθυμηθεί τον Σωκράτη του Πλάτωνα και την "πειθαρχημένη" στάση του. Οι επαναστάτες γίνανε "κατήγοροι", ενώ ο αρχαίος φιλόσοφος ποτέ δεν κατάλαβε τη σκοπιμότητα των διωκτών του, που, μάλιστα, τους θεωρούσε θύματα πλάνης. Μας λέει ο Βάρναλης:
"Ο πλατωνικός Σωκράτης ξέρει βέβαια πολύ καλά πως αυτός δεν είναι "εμπρηστής". Κι έχει τη συνείδησή του αναπαυμένη. Αρα... δεν ξέρει τίποτα. Δεν ξέρει τίποτα από τη βαθύτερη σημασία της δίκης του: Δεν ξέρει ούτε υποψιάζεται πως "εμπρηστής" είναι το κράτος που τον δικάζει. Ενας όμως ματεριαλιστής Σωκράτης, ένας Σωκράτης συνειδητός επαναστάτης, θα ήξερε κατά βάθος και κατά πλάτος τον ταξικό ρόλο της δικαιοσύνης στα κοινωνικά καθεστώτα του παρασιτισμού (...) και δε θα γελιόντανε ούτε για τα ελατήρια της δίκης ούτε για το σκοπό της θανάτωσής του".
Ετσι, ο Βάρναλης συλλαμβάνει και δημιουργεί το δικό του Σωκράτη, "ματεριαλιστή" και "επαναστάτη". Με βάση τα βιβλία που αναφέραμε (των αρχαίων συγγραφέων και της γαλλικής σατιρικής παράδοσης) αλλά, κυρίως, με το νόημα που έδιναν στα βιβλία οι πολιτικές εμπειρίες (του πολέμου, της σοσιαλιστικής επανάστασης και του αντιφασιστικού αγώνα των κομμουνιστών), ο Βάρναλης φτιάχνει έναν μονόλογο, τον μονόλογο τουΣωκράτη μπροστά στο δικαστήριο. Είναι η Απολογία του. Μόνο που τώρα είναι μια "Απολογία - Καταγγελία", ίδια με εκείνη που απευθύνει ο κάθε αγωνιστής απέναντι στο καθεστώς της ταξικής υποκρισίας. Είναι χαρακτηριστική η καταγγελία της δήθεν Δημοκρατίας των δικαστών του:
"Τι; Ημουνα επικίντυνος στη Δημοκρατία! Επικίντυνος εγώ και σεις δημοκρατία!.. Μα τους επικίντυνους, ω άντρες Αθηναίοι, δεν τους δικάζουνε (...). Ενας επικίντυνος μήτε δικάζεται μήτε κι απολογιέται... Δικάζει και θανατώνει. Γιατί κατέχει την εξουσία! Και μοναχά σαν τήνε χάσει, τότε μπορεί να τόνε δικάσετε, αν σας βαστάει... κι αν τόνε πιάσετε! Επικίντυνος ήταν ο Πεισίστρατος (...) θα γινότανε κι ο Αριστείδης, αν ήτανε λιγότερο "δίκαιος" και περισσότερο παλιάνθρωπος. Οι τέτοιοι σας κλέβουνε, σας σκοτώνουνε (...). Και σεις μιλιά! Κι αν εγώ, αντίς ν' αεροκοπανάω στο παζάρι, σκότωνα καμιά σαρανταριά χιλιάδες από σας και θρόνιαζα τους οχτρούς στο Τατόι, για ν' αρπάζουνε τα ζωντανά σας, να κόβουνε τα λιόδεντρα και τ' αμπέλια σας, να καίνε τα χωράφια σας και σεις να ψοφάτε κλεισμένοι μέσα στο Κάστρο κι από πείνα κι από λοιμική, κι αν εξόριζα μερικές χιλιάδες από σας, τους πιο πλούσιους, για να βουτήξω την περιουσία τους, κι αν ανοίγοντας τις πόρτες της πολιτείας έμπαζα μέσα τους Παλιομωραϊτες, τους Ατζέμηδες κι όποιον άλλον κερατά, για να με καθίσουνε στο σβέρκο σας για σωτήρα, ποιος θα τολμούσε να κάνει κιχ! - όχι να με δικάσει; Ολ' οι τυχοδιώκτες θα τρέχανε δίπλα μου και θα γινόταντανε λιβανιστάδες μου. Κι οι "καλοί πατριώτες" θα χτυπούσανε το ξερό τους στον τοίχο, που δεν προλάβανε να κάνουν αφτοί χειρότερα και να πλουτίσουνε περισσότερο. Οχι! Δε φοβηθήκατε το Σωκράτη, μα θελήσατε να φοβίσετε τους άλλους με το θάνατό του. Η δημοκρατία σας δε στέκεται καλά στα πόδια της".

Παρασκευή 4 Ιουλίου 2014

Νίκος Καζαντζάκης

Νίκος Καζαντζάκης*


ΜΕΤΑ θάνατον φιλοτιμήθηκε η Πατρίδα (το καθεστώς της υποτελείας) να τιμήσει ένα Ελεύθερο τέκνο της, τον Καζαντζάκη. Να τόνε θάψει δημοσία δαπάνη! Να τον τιμήσει νεκρόν, γιατί, όσο ήτανε ζωντανός και την τιμούσ' εκείνος και μέσα κ' έξω απ’  τα σύνορά μας, η Πατρίδα (το καθεστώς της υποτελείας) τον αποκήρυττε και τον πολεμούσε με όλες του τις εξουσίες: υπουργεία, Εκκλησία, Ακαδημία. Ευτυχώς που ζούσε στην ξενιτιά. Αν ήταν εδώ κ' έγραφ' εδώ, θα τον κυνηγούσε πιο αποτελεσματικά ως αντίχριστο κλπ.
Στον τάφο του μόνο δάφνες ταιριάζουνε τώρα. Πολλά, πρόωρ' ακόμα, κι αντιφατικά γραφτήκανε στις εφημερίδες αυτών των ημερών για τον άνθρωπο και για το έργο του. Κι αυτός και κείνο έχουν αντιφάσεις. Ζούσανε διπλή ζωή. Μιαν Αληθινή και μια φκιαχτή.
Ο Καζαντζάκης ήταν όχι τόσον ένας δημιουργός ηρώων παρά, πολύ περισσότερο, ήρωας ο ίδιος! Ήρωας της δουλειάς, της μάθησης, των ταξιδιών, της σκέψης και της αυτοκυριαρχίας. Θα μείνει μοναδικό παράδειγμα αδιάκοπης προσπάθειας για την κατάχτηση της κορυφής. Ο Σικελιανός ήτανε πηγαίος πληθω­ρικός τύπος — εκρηκτικός και στη ζωή του και στους στίχους του. Έφτανε με άλματα στο τέρμα. Ήτανε προικισμένος από τη Φύση μέσα στη Φύση — αυτός το κέντρο. Ο Καζαντζάκης κατάφερνε ν' αντικατασταίνει τον αυθορμητισμό με τον καιρό και με τον κόπο - καταπώς ήθελε ο Σολωμός. Όμως κι ο καιρός κι ο κόπος άφησανε τα ίχνη τους στα κείμενα του.
Όλη του η αγωνία, όπως φαίνεται και στα βιβλία του και στα ιδιωτικά του γράμματα, ήτανε να καταπλήξει με την εντυπωσιακή, την απροσδόκητη την υπερβολική φράση — την αλήθεια του περιεχομένου την είχε για δεύτερο πράμα. Γι' αυτόν το λόγο το έργο του κάνει εντύπωση, μα δεν πείθει. Δεν κινεί την πραγματικότητα - γιατί μένει έξω απ’  τη φλεγόμενη βάτο, την πραγματικότητα.
Άλλωστε, στην ουσία της, η φιλοσοφία του είναι άρνηση της πραγματικότητας: του φαινομένου! Είναι πέρα κι από τις αλήθειες κι από τα ψέματα, όπως ο Νίτσε πέρ' απ' το καλό και το κακό. Ο θάνατος - η τελευταία πράξη. Και αρχή.
Αυτός ο μηδενισμός του τον εμπόδισε να πάρει θέση πουθενά. Έμεινε πάντα έξω απ' όλα - έκτος αν κάποτε κάπου ερα­σιτεχνικά και περαστικός. Μόνο στο δημοτικισμό έμεινε πάντα πιστός αγωνιστής κ' ένας από τους τελευταίους, που απομείναμε, οπαδούς του Κανόνα.
Μόνον έξω από τα πράγματα ένιωθε τον εαυτό του λεύτερο: αποδεσμευμένον από μάταιες ευθύνες. Στα παλιά του τα χρόνια βρήκε τη θεωρία του μετακομμουνισμού - μια θεωρία που τον ευκόλυνε να ξεφορτωθεί το παρόν. Ανάλογη θεωρία είχε λανσάρει τότε και ο κ. Παπανδρέου: τη θεωρία του μετακαπιταλισμού.
Αυτός ο μηδενισμός κ' εξωπραγματισμός του ήταν ίσως φυσική εκδήλωση μιας πικραμένης ιδιοσυγκρασίας. Αλλά του με­γάλωσε την απελπισία και τον οδήγησε στο μυστικισμό και στη θεοληψία. Αυτά τα διαλυτικά πνευματικά στοιχεία αφαιρούν από το έργο του τη δύναμη, που πρέπει να έχουν όλα τα ζων­τανά έργα: να κινούνε την πραγματικότητα, να φρονηματίζουνε τα νιάτα και να φωτίζουνε το δρόμο του μέλλοντος.
Ανεξάρτητ' απ’  όλα αυτά, το έργο του όλο είναι καταπληχτικό σε ποσότητα και σε ποιότητα. Σ' όλα τα είδη του εντέ­χνου Λόγου στάθηκε θαυμαστός, αλλά πάντοτες έντεχνος. Έγραψε δεκάδες χιλιάδες στίχους και πεζά. Κι όλα με την αγωνία της έκφρασης μη περαιτέρω. (Έτσι ορίζει το λογοτεχνικόν ωραίο ο Μπενεντέτο Κρότσε. Μα ο ορισμός του είναι μισός. Πρέπει και το περιεχόμενο να ναι αλήθεια μη περαιτέρω - τουλά­χιστο βίωμα).
Οι νέοι (κ' οι γέροι) έχουνε να πάρουνε πολλά διδάγματα απ’ τον Καζαντζάκη: Να χουνε φιλοσοφικές περιέργειες, να μην είναι αδιάβαστοι και προχειρολόγοι, να δίνουν όλη τους τη ζωή στην Τέχνη και στο δούλεμα της έκφρασης - αλλά και στην αναζήτηση της αλήθειας, του δίκιου και της ελευθερίας. Γιατί κι αν είναι το έργο του μάλλον αρνητικό, έχει δυο μεγάλα προτερήματα, που το σώζουν από κάθε χαλασμό: την ελευθερία της συνείδησης και την περηφάνια της ελευθερίας.
Είναι περίεργη σύμπτωση (υπάρχει και λόγος!) που οι με­γαλύτεροι συγγραφείς και φωτοδότες του Έθνους έζησαν ή έδρασαν στο εξωτερικό. Από το Ρήγα ως τον Κοραή, από το Σολωμό (τα Εφτάνησα τότες ήταν... εξωτερικό) και τον Κάλβο ίσαμε τον Ψυχάρη και τον Πάλλη,
Η μοίρα των εδώ είναι η μοίρα του Παπαδιαμάντη και του Βουτυρά - ή ακόμα χειρότερα — του Λασκαράτου και του Ροΐδη. Κανένα ελεύθερο πνεύμα δεν είναι δεχτό εδώ. Προσέξτε ποιοι στέκονται στα ψηλότερα πόστα της πνευματικής μας ζωής και θα καλοτυχίσετε τον Καζαντζάκη, που μπόρεσε να ζήσει και να δουλέψει και να μεγαλυνθεί στο εξωτερικό, για να ταφεί στο τέλος εδώ δημοσία δαπάνη.


* Ένα κείμενο του Βάρναλη για τον Καζαντζάκη που γράφτηκε στην «Αυγή» τη δεκαετία του 1950 (για ευνόητους λόγους δεν αναφέρουμε την ακριβή ημερομηνία)  

Παρασκευή 13 Ιουνίου 2014

Δεν είναι του Βάρναλη, αυτοί οι στίχοι είναι αλλουνού

Την πόρτα αν δεν ανοίγει, τη σπαν, σας είπα.
Τι στέκεστε, τι γέρνετε σκυφτοί;
Λαέ σκλάβε, δειλέ, ανανιώσου, χτύπα!
Και κέρδισε μονάχος το ψωμί.
ΑΥΤΟΙ ΟΙ ΣΤΙΧΟΙ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΤΟΥ ΒΑΡΝΑΛΗ

Σε πάρα πολλές αναρτήσεις στο Fb χρησιμοποιούνται κάποιοι στίχοι που αποδίδονται στο Βάρναλη. Το ίδιο είχε γίνει και τον προηγούμενο Σεπτέμβρη (τότε είχε έκταση και στα blog ) στα πλαίσια της δημόσιας συζήτησης για το ρόλο της βίας στην πάλη του λαού.

Για το θέμα είχε γράψει τότε σχετικό άρθρο στο Ποιείν ο Ηρακλής Κακαβάνης, το οποίο και αναδημοσιεύουμε.

Δεν είναι του Βάρναλη, αυτοί οι στίχοι είναι αλλουνού

Από τις συχνότερες αναρτήσεις στο Fb οι στίχοι ποιητών. Ιδιαίτερα αυτών με επίκαιρο ποιητικό λόγο. Είναι λογικό. Συνήθως, τον παραδειγματικό, εμψυχωτικό λόγο, τα κλειδιά για την ερμηνεία της πραγματικότητας ψάχνουμε να τα βρούμε στον ποιητικό λόγο. Εκείνον που έχει διαχρονική επικαιρότητα, μιας και «τόσο μοιάζουν το χθες με το σήμερα που μου φαίνεται πως τώρα δα έχω γεννηθεί και βλέπω το σήμερα» όπως λέει και ο Προμηθέας του Βάρναλη.
Μια ματιά να ρίξει κανείς στους «τοίχους» του fb θα καταλάβει και την έκταση του φαινομένου. Το ίδιο και με τους bloggers που ενσωματώνουν στις αναρτήσεις στίχους ή ποιήματα, και πολλές φορές τα χρησιμοποιούν και για προμετωπίδα. Βάρναλης, Μπρεχτ, Ρίτσος, Λειβαδίτης κυριαρχούν. Φυσικό, αφού μέλημα της Τέχνης τους ήταν να συνειδητοποιήσουν οι καταπιεσμένοι τη θέσης τους, τις αιτίες των προβλημάτων τους και τον τρόπο εξάλειψής τους. Πάρα πολλές οι αναφορές στίχων τους ή αποσπασμάτων από το πεζό έργο τους. Όχι όμως πάντα σωστές. Τους αποδίδονται στίχοι που δεν είναι δικοί τους. Μπορεί να βαρναλίζουν ή να μοιάζουν με τους στίχους του Μπρεχτ, δεν είναι όμως δικοί τους.
Ο «παππούς των λαϊκών αγώνων», Κώστας Βάρναλης, έχει την τιμητική του στις αναρτήσεις. Του αποδίδονται όμως και στίχοι που δεν είναι δικοί του, «θύμα» το τελευταίο τρίμηνο αυτής της τακτικής.
Σε πάρα πολλές αναρτήσεις στο Fb και blog, στα πλαίσια της δημόσιας συζήτησης για το ρόλο της βίας στην πάλη του λαού, από το Σεπτέμβρη και μετά κυκλοφορούν κάποιοι στίχοι που αποδίδονται στο Βάρναλη.
`
Την πόρτα αν δεν ανοίγει, τη σπαν, σας είπα.
Τι στέκεστε, τι γέρνετε σκυφτοί;
Λαέ σκλάβε, δειλέ, ανανιώσου, χτύπα!
Και κέρδισε μονάχος το ψωμί.

`
Με την πρώτη ανάγνωση δε μου θύμιζαν κάτι και βάλθηκα να βρω από ποιο ποίημα ή ποιητική σύνθεση του Βάρναλη είναι. Πρώτη κίνηση, ένα γρήγορο ξεφύλλισμα των ποιητικών έργων του Βάρναλη. Δεν προέκυψε κάτι σχετικό. Δεύτερη κίνηση, η μηχανή αναζήτησης στο «Ανεμολόγιο» της «Πύλης της Ελληνικής Γλώσσας» (υπάρχει όλο το ποιητικό έργο του Κώστα Βάρναλη). Αναζήτησα τους συγκεκριμένους στίχους με όλες τις λέξεις τους. Και αυτή η αναζήτηση δεν έδωσε κάτι σχετικό. Οπότε έπρεπε να στρέψω αλλού την έρευνα. Επειδή ο «γκούγκλις» με λίγη επιμονή και τύχη πολλά μπορεί, έφτασα στην πηγή, ήπια και νερό… Οι στίχοι είναι του Κωνσταντίνου Χατζόπουλου.Συγκεκριμένα, στην ποιητική του συλλογή «Απλοί τρόποι» υπάρχει ένα πολύστροφο ποίημα (77 στροφές) με τίτλο «Παραμύθι». Οι συγκεκριμένοι στίχοι είναι η 27η στροφή του ποιήματος. Η συλλογή πρωτοκυκλοφόρησε στα 1920 και μάλιστα ο Κ. Χατζόπουλος την αφιέρωνε στον «Φίλο και ποιητή Κ. Παλαμά» και επανακυκλοφόρησε το 2009 από τον Δημοσιογραφικό Οργανισμό Λαμπράκη.
Σε σχέση με την παραλλαγή που κυκλοφορεί ο πρώτος στίχος της στροφής διαφέρει:
`
Την πόρτα αν δεν ανοιή τη σπουν σας είπα·
τι στέκεστε, τι γέρνετε σκυφτοί;
Λαέ σκλάβε, δειλέ, ανανιώσου, χτύπα
και κέρδισε μονάχος το ψωμί.

`
Η προσπάθεια να βρεθεί ο πραγματικός δημιουργός των στίχων εντόπισε και τον αίτιο αυτής της πλάνης. Έδωσε και μια εικόνα του «ταξιδιού» της στο διαδίκτυο. Οι στίχοι αυτοί προτάσσονται ως μότο σε άρθρο του Χρ. Κόφφαστο «Ριζοσπάστη» στις 21 Οκτώβρη 2001, με τίτλο «Βία και ταξική πάλη». Επόμενη αναφορά σε κείμενο για τη δύναμη του λαού το Νοέμβρη του 2010. Το Φλεβάρη του 2011 αναφέρονται σε κείμενο για με τίτλο «Αναγκαιότητα της βίας» και τον Μάη του ίδιου χρόνου στο blog «ΝΕΟΣ ΠΑΛΑΜΗΔΗΣ» τίθεται το ερώτημα της ακριβούς παραπομπής:
`
«Το συγκεκριμένο τετράστιχο του Βάρναλη είναι εξαιρετικά δημοφιλές στο διαδίκτυο (ειδικά σε ιστοτόπους αριστερής ιδεολογικής προτίμησης), και με την ευκαιρία αποπειράθηκα να βρω την ποιητική σύνθεσι και να κάνω την ακριβή παραπομπή.
Η πρώτη μου προσπάθεια δεν ικανοποίησε την φιλολογική μου περιέργεια, (γι’ αυτό και κάποια στιγμή ελπίζω να επανέλθω)»
.
`
Τον Σεπτέμβρη του ίδιου χρόνου οι στίχοι αναρτούνται στον «τοίχο» της σελίδας «Κώστας Βάρναλης» στο fb απ’ όπου γίνονται 48 κοινοποιήσεις. Επανεμφανίστηκε πάλι το φετινό Σεπτέμβρη με την αναδημοσίευση του άρθρου του Χρήστου Κόφφα, από όπου απομονώθηκαν οι συγκεκριμένοι στίχοι.
Μέσα στα πλαίσια της ίδιας συζήτησης το τελευταίο τρίμηνο προέκυψε και μια άλλη παρεξήγηση με στίχους του Βάρναλη. Ο συνταγματολόγος Γ. Κατρούγκαλος ρωτήθηκε τι έχει να πει για τις διώξεις των κατοίκων στις Σκουριές και απάντησε ότι οι κυβερνώντες συκοφαντούν όποιους αγωνίζονται και ότι θέλουν ως πρότυπο για την ελληνική κοινωνία το πρόβατο του Βάρναλη, που «ήσυχα και συνετά, πάει με κείνον που νικά». Οι στίχοι του Βάρναλη στο ποίημα «Ο 'Καλός' λαός» είναι: «Φρόνιμα και ταχτικά/ πάω με κείνον που νικά». Και στο συγκεκριμένο ποίημα δεν υπάρχει πρόβατο. Σε ποιήματα όμως του Βάρναλη υπάρχουν πρόβατα ή αρνιά που έχουν έναν αντίστοιχο με αυτόν που υπαινίσσεται ο Γ. Κατρούγκαλος συμβολισμό. Υπάρχουν στο ποίημα «Οι γέροι του νησιού» (τελευταία στροφή):
`
Λασπογενιά, σκυλογενιά, γραφτό ’ναι
κάθε γενιά βαθύτερα να πέφτει.
Πρόβατα και λαοί θα ’χανε λείψει,
αν δεν είχαν αφέντη να τους «σώζει»!

`
στην «Μπαλάντα του κυρ Μέντιου» υπάρχει η στροφή:
`
Σώσε το γερο κυρ Μέντη
απ’ την αδικιά τ’ αφέντη
συ που δίδαξες αρνί
τον κυρ λύκο να γενεί!

`
και στο ποίημα «Απανταχούσα» της συλλογής «Ελεύθερος κόσμος» υπάρχει η στροφή:
`
Στον πόλεμο, σαν έξυπνο πουλί,
στρίβε — ας πάνε να σφάζονται οι μουρλοί!
Για τον ξένο χασάπη βάνε μάσκα
στα μπλόκα, να διαλές τ’ αρνιά του Πάσκα

`
Υπάρχει και μία τρίτη περίπτωση που συζητήθηκε και στην ιστοσελίδα τουΝίκου Σαραντάκου παλιότερα. Το μυστήριο όμως ακόμη δε λύθηκε και οι όποιες εξηγήσεις – ερμηνείες δεν είναι πειστικές. Αφορά τους στίχους από το τραγούδι «Ξυπνήστε» του Πάνου Τζαβέλλα:
`
Και ο Βάρναλης μας το είχε πει
χωρίς καμιά περιστροφή
Στης Χούντας το αλισβερίσι
λεύτερο ήταν το χασίσι,
ποτέ ο λαός να μη ξυπνήσει.

`
Ο Βάρναλης όντως μίλησε σε κάποιες περιπτώσεις για το χασίσι, όχι όμως με τον τρόπο που το λέει ο Μπακαλάκος.
`
Πρώτη αναφορά του Βάρναλη στο χασίσι είναι στο «Φως που καίει»:
`
ΤΡΙΤΗ ΕΞΑΫΛΩΣΗ
Με τη Θρησκεία και την Πατρίδα
την ίδια απλώνουμεν αρίδα,
τον ίδιον έχουμε σκοπό.
Κερνούμε το λαό χασίσι,
όνειρα, ψέματα και μίση
— δε ντρέπονται για να ντραπώ.
`
Αργότερα, μάλλον στην δεκαετία του 1960 στο ποίημά του «Εξορία» που αναφέρεται στην τρίμηνη εξορία του στον Αϊ-Στράτη:
`
Μαζί μας, τελευταίοι, με το βαπόρι
πρεζάκηδες, αλάνια, λαθρεμπόροι.
Ξεπίτηδες, για να φανεί, πως ίσια
λογιούνται η Λευτεριά και τα χασίσια.
`
και στο ποίημα της δεκαετίας του 1950 «Στη λεύτερη Κίνα» («Ποιητικά» 1959):
`
Σε θέλουν σκλάβα να χτυπάς το κούτελο στο χώμα!
Χασίσι αν θες, μετά χαράς, αλλ’ όχι ελευτερία!
`
Η γνωστότερη περίπτωση εσφαλμένης απόδοσης είναι με τους στίχους του Γερμανού πάστορα Martin Niemöller (1892-1984) που περιγράφουν το σύνδρομο του θεατή:
`
Στην αρχή ήρθαν να πάρουν τους Εβραίους.
Δεν ήμουν Εβραίος και δεν φώναξα.
Μετά ήρθαν να πάρουν τους κομμουνιστές.
Δεν ήμουν κομμουνιστής και δεν φώναξα (…).
`
Από πολλούς οι στίχοι αποδίδονταν στον Μπρεχτ. Συνεχίζεται αυτή η εσφαλμένη απόδοση όμως συνεχώς και σε περισσότερους γίνεται γνωστός ο πραγματικός δημιουργός.
Τέλος, μια επίσης γνωστή περίπτωση χωρίς να έχει λυθεί ακόμη ο γρίφος σε ποιον πραγματικά ανήκουν, είναι οι στίχοι:
`ποιητής εκ του προχείρου
έχων τη μορφή του χοίρου

`
που εσφαλμένα αποδίδονται στον Γεώργιο Σουρή.

Παρασκευή 6 Ιουνίου 2014

Μοναδικός, ανόμοιαστος κι ανεπανάληπτος

Συνεχίζουμε τη σειρά που ξεκινήσαμε προ καιρού με κείμενα του Κώστα Βάρναλη για τον Κ.Π. Καβάφη. Είναι η ομιλία του Κώστα Βάρναλη στην τιμητική βραδιά που οργάνωσε η εταιρία Ελλήνων Λογοτεχνών την 1 Δεκέμβρη 1963 στο θέατρο «Παπά». Δημοσιεύτηκε στο τεύχος που αφιέρωσε το περιοδικό «Επιθεώρηση Τέχνης» στον Αλεξανδρινό ποιητή (αρ. τεύχ. 108, Δεκέμβρης 1963). Αντίγραφο του θέματος αρχικά προμηθευτήκαμε από το Εθνικό Κέντρο Τεκμηρίωσης το οποίο και ευχαριστούμε, στη συνέχεια όμως αποκτήσαμε το τεύχος όπως και σχεδόν τα περισσότερα τεύχη του περιοδικού.  

Μοναδικός, ανόμοιαστος κι ανεπανάληπτος


Νομίζω, πως άργησε πολύ ο πνευματικός κόσμος της Ελλάδος να τιμήσει «δημοσία» κ' επίσημα το μεγάλο Αλεξαντρινό Ποιητή. Της πρέπει έπαινος της Εταιρίας μας, του αρχαιότερου λογοτεχνικού σωματείου της χώρας, για την πρω­τοβουλία της να γιορτάσει τα εκατόχρονα του Ποιητή.
Μ' ευχαρίστηση μου δέχτηκα το χρέος να προλογίσω εγώ, σαν ο πρεσβύτερος από τους ομοτέχνους μου, την σημερινή γιορτή. Αλλά και με κάποιο φόβο: μες τα λίγα λεφτά της ομιλίας μου δε θα μπορέσει ο θαυμασμός μου να φτάσει το μέγεθος της ποιητικής αξίας του Καβάφη. Ευτυχώς άλλοι αγαπητοί συνάδελφοι, αρμοδιότεροι μελετητές του έργου του και γνώστες του ανθρώπου, θα ικανοποιήσουνε και το δικό σας και το δικό μου θαυμασμό.
Ο Καβάφης μπορεί ν' ανήκει στη δοξασμένη γενιά των «καταραμένων ποιητών». Αλλ' είναι από τους πρώτους! Μοναδικός, ανόμοιαστος κι ανεπανάληπτος. Μοναδικός και προσωπικός και στη σκέψη τoυ και στην τέχνη του και στη γλώσ­σα του.
Είναι στα χρόνια μας ο περισσότερο διαβαζόμενος και συζητούμενος ποιητής. Για κανένα άλλο δε γραφτήκανε και δε γράφονται τόσο πολλά βιβλία και μελέτες (ύστερ' από το Σολωμό και τον Παλαμά) όσα γι’ αυτόν. Και το αξίζει. Αποτελεί το πιο ενδιαφέρο πρόβλημα των νεοελληνικών γραμμάτων και για τούς θαυμαστές του και για τους αρνητές του.
Και πραγματικά είναι από τους ποιητές, που δεν τους διαβάζεις μια φορά κ' ύστερα τους αφήνεις. Τουναντίον πάντα ξαναγυρίζεις σ' αυτούς και πάντα τους βρίσκεις καλύτερους και πάντα επίκαιρους σε κάθε περίσταση. Γιατί ο λόγος του έχει πολύ βάθος και μιλάει πολύ άμεσα σ' όλες τις ψυχές.
Πόσο αντίθετος με το Σολωμό - όσο αντίθετοι κ΄ οι καιροί που ζήσανε! Μα κ΄ οι δυο τους νιώσανε κ΄ εκφράσανε αυθεντικά και τελειωτικά, ο ένας τα νιάτα κι ο άλλος τα γερατειά του καιρού τους. Ο Σολωμός έζησε τα χρόνια της ανόδου του «νέου κόσμου» κ΄ έψαλε με πάθος το μέγα κι άφταστο ιδανικό κάθε καιρού και τόπου την ελευθερία: εθνική, πολιτική, πνευματική. Ο Καβάφης πρόφτασε να ιδεί τις στερνές αναλαμπές αυτού του κόσμου, που έσβηνε· και είδε την κατηφοριά του. Την είδε με τραγική ειρωνεία και συγγνώμη. Είδε και ξεσκέπασε, «αφ' υψηλού» τη ματαιότητα των πίστεων και των προλήψεων, των αρετών και των αμαρτιών, αμαρτωλός κι αυτός, αλλά και σοφός κ' ενάρετος - αν θεωρήσου­με, κατά τη γνώμη του, πρώτη σοφία κι αρετή την ποίηση.
Η ποίηση του Καβάφη ομολογεί με καταπληχτικήν ειλικρίνεια τις αδυναμίες τις δικές του και τάχα του παρελθόντος, πραγματικά όμως του παρόντος - κάθε τέτοιου ιστορικού παρόντος.
Η ποίηση αυτή πηγάζει κυρίως από τη Σκέψη κι αποτείνεται στη σκέψη. Ο Καβάφης είναι από τούς λίγους τεχνίτες του Λόγου, που είχε νουν. Και λέγω νουν όχι την πολυμάθεια παρά τη ρεαλιστική όραση και κρίση: την ικανότητα να κρίνει, να κατανοεί ο σκεφτόμενος άνθρωπος πώς και πού βαδίζει ο κόσμος και πού πρέπει να βρίσκεται ο ίδιος.
Τον καιρό, που οι περισσότεροι συγκαιρινοί του υπηρετούσανε με την πέννα το Δημόσιο Ψέμα, ο Καβάφης το αρνήθηκε θαρρετά με τη Γνώση του. Κ' έμεινε αρνητής. Δεν τονε βοήθησε ο καιρός του να γίνει οδηγός.

Ο λόγος του είναι απλός, ακριβολόγος, ουσιαστικός, χωρίς τίποτα το περιττό, γιατί η Αλήθεια αποκρούει τα στολίδια. Eίναι λόγος σχεδόν πεζογραφικός. Εχθρός του μάταιου λυρισμού, στάθηκε ένας από τους μεγαλύτερους λυρικούς του νεοελληνικού Παρνασσού.