Τετάρτη, 11 Σεπτεμβρίου 2013

Η διδασκαλία των κλασικών κειμένων στα σχολεία






Ένα κείμενο του Κ. Βάρναλη για τη διδασκαλία των κλασικών κειμένων στο σχολείο. Επίκαιρο με την κουβέντα που γίνεται αυτές τις ημέρες με τις δηλώσεις Ρεπούση


ΟΙ ΑΡΧΑΙΟΙ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

Πρωΐα 12/10/1941


Η ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ των κλασικών κειμένων στα σχολεία έναν έχει κυριότατο σκοπό: τη γνώση του αρχαίου πολιτι­σμού από τις πηγές. Αυτό δεν πρέπει να το ξεχνάμε. Κ' οι πη­γές αυτές είναι οι θαυμασιότερες πνευματικές κ' αισθητικές πηγές της ανθρωπότητας. Κι ο πολιτισμός εκείνος στάθηκε αξεπέραστος στα ουσιαστικότερά του στοιχεία από τους πολιτισμούς όλων των λαών κι όλων των εποχών. Ποτές η άνθρώπινη Σκέψη δεν πήγε σε τόσο βάθος και ποτές η Τέχνη δεν ξεπετάχθηκε σε τόσον ύψος. Και ποτές το στοιχείο της αρμονίας δεν έφτασε σε τόσην τελειότητα σ' όλες τις περιοχές του καλού από τις Τέχνες του λόγου ως τις Τέχνες του χώρου κι από τά πιο μικρά πραματάκια ως τα πιο μνημειώδη.
Γι' αυτό όλοι αναγνωρίσανε τη μεγάλη μορφωτική αξία των κλασικών κειμένων — και κυρίως των ελληνικών — και σ' αυτά απάνου θεμελιώνουνε τη σοβαρή πνευματική κ' αισθη­τική καλλιέργεια των νέων. Δεν μπορεί κανείς να καταλά­βει καλά τό νεότερο πολιτισμό, αν δεν ξέρει από πού αυτός ξεκίνησε για  να φτάσει εδώ που βρίσκεται. Γιατί του νεότερου πολιτισμού τ' αξιολογότερα φανερώματα έχουνε την κατα­γωγή χους στον αρχαίο πολιτισμό. Είναι λοιπόν ανάγκη να τον ξέρουν αυτόν τον πολιτισμό όσοι θέλουνε να λέγονται άρτια μορφωμένοι άνθρωποι και πολύ περισσότερο όσοι πρόκειται αργότερα να παίξουν έναν δημιουργικό ρόλο στην Επιστήμη και στην Τέχνη.
Αλλ' εμείς οι νεότεροι Έλληνες έχουμε κ' ένα λόγο παραπάνου να ξέρουμε τον πολιτισμό και την Ιστορία των προγό­νων. Κανένας σοβαρός άνθρωπος εδώ στην Ελλάδα, όσο μπορώ να ξέρω, δεν αρνήθηκε αυτήν την αλήθεια. Ούτε λογιότατος ούτε δημοτικιστής. Οι πρωτοπαλήκαροι του δημοτικισμού θέλανε να γίν' η γλώσσα του λαού όργανο της παιδείας μας και γι' άλ­λους βέβαια λόγους, άλλά και γιατί μοναχα με τη ζωντανή γλώσσα μπορούμε να νιώσουμε καλύτερα κι αμεσότερα τους αρ­χαίους συγγραφείς. Η διαφορά μεταξύ λογιότατων και δημοτι­κιστών δεν είτανε διαφορά αρχής, αλλά διαφορά μέσων και κυ­ρίως σκοπού. Οι λογιότατοι πολλά χρόνια είχανε βάλει σκοπό της κλασικής μόρφωσης τον «εξευγενισμό» της γλώσσας· οι δη­μοτικιστές θέσανε σκοπό τη γνώση του αρχαίου πολιτισμού σαν απαραίτητη προϋπόθεση για την κατανόηση της σύγχρονης πραγματικότητας. Εκεινώνε το ιδανικό είτανε μιμητικό, αυτονώνε δημιουργικό.
Και τώρα τίθεται το ζήτημα της μετάφρασης των αρχαίων κειμένων. Οι λογοτεχνικές μεταφράσεις είναι απαραίτητες στη διδασκαλία κατά το λεγόμενο στάδιον της εφαρμογής, για  να νιώσει ο μαθητής ζωντανότερα τη λογοτεχνική αξία του νεκρού κειμένου μετουσιουμένη στη νέα γλώσσα. Όταν ο  καθηγητής διδάξει ένα κομμάτι από την Ιλιάδα του Ομήρου, στο τέλος θα διαβάσει το ίδιο κομμάτι από τη μετάφραση του Πάλλη*. Όση απόσταση κι αν υπάρχει ανάμεσα στο πρωτότυπο και στο ξανάπλασμά του, το κέρδος του μαθητή θα είναι μεγάλο. Αλλά κ' ένας άλλος λόγος επιβάλλει να δίνονται στα παιδιά πολ­λές μεταφράσεις. Επειδή ο χρόνος ο σχολικός δεν επιτρέπει μέσα στα στενά του όρια να διδαχτεί πολλή ύλη από τά πρωτό­τυπα κείμενα (και μοναχά η άφθονη ύλη θα μας δώσει περισσό­τερες γνώσεις του αρχαίου βίου), ο δάσκαλος θα χρησιμοποιήσει τις μεταφράσεις. Αν διδάσκει το χρόνο ένα διάλογο του Πλά­τωνα στο πρωτότυπο, θα διδάξει τέσσερες - πέντε άλλους σε με­τάφραση. Πώς; Ο καλύτερος τρόπος είναι εξόν από την απλή ανάγνωση στην ώρα του μαθήματος, να ορίζει ο δάσκαλος στα παιδιά να διαβάσουνε στο σπίτι τους τον τάδε διάλογο και να τον συζητήσουν υστέρα στην παράδοση. Αλλά δεν είναι του πα­ρόντος να εξηγηθεί πώς θα γίνει αυτή η «κατ' οίκον εργασία». Το σπουδαίο είναι, πως έτσι ο μαθητής στο τέλος του χρόνου θα έχει όσο το δυνατό πληρέστερη γνώση της φιλοσοφίας του Πλάτωνα. Αυτό το σύστημα εφαρμόζουν οι ξένοι (και κυρίως οι Γερμανοί) στα σχολεία τους γι’ αυτό και ξέρουνε καλύτερα τα «ελληνικά» από μας.
Η γνώμη, πως τ' αρχαία ποιητικά κείμενα (Όμηρος, Αι­σχύλος, Σοφοκλής) περιέχουνε και πράματ' ανήθικα, που δεν πρέπει να λέγονται σ' ενα παιδί, ξαναβάζει «επί τάπητος» το ζή­τημα της ηθικότητας στην Τέχνη. Αλλ' αυτό το ζήτημα νομίζα­με, πως έχει πια λυθεί. Αλλ' αν ξεκινούμε απ’ αυτήν την αρχή, πως η Τέχνη πρέπει να είναι... φρόνιμη, τότες ούτε και κανένας νεότερος μεγάλος συγγραφέας μπορεί να σταθεί πουθενά. Ούτε ο Σαίξπηρ, ούτε ο Γκαίτε, ούτε ο Μπαλζάκ πρέπει να διαβάζον­ται. Αλλ' η ανηθικότητα στην Τέχνη είναι άβλαβη· γιατί πέρα απ’ αυτήν υπάρχει η δικαίωση της αρετής και η τιμωρία της κακίας κι αυτές φέρνουνε «την των τοιούτων παθημάτων κάθαρσιν».
Αν τώρα τά ελληνικά μας φαίνονται δύσκολα, σ' αυτό δε φταίνε τα κείμενα. Φταίει η τυπολογική διδασκαλία, που έχει για  σκοπό την εκμάθηση της αρχαίας γλώσσας κι όχι τη γνώση του αρχαίου πολιτισμού.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου