Τρίτη, 29 Ιανουαρίου 2013

Κονταρομάχος...(7)



Ο Λουντέμης εκτός από τον «Κονταρομάχο» που αναφερόταν στον Κώστα Βάρναλη, έγραψε το «Ο εξάγγελος Άγγελος Σικελιανός)» και «Ο λυράρης (Μιλτιάδης Μαλακάσης)». Όπως εύστοχα σχολιάζει το νατασσΆκι στο blog Εαρινή Συμφωνία, ο Λουντέμης «Μέσα σ' αυτά τα τρία σχεδόν άγνωστα βιβλία του, περιγράφει την ελληνική κοινωνία και την λογοτεχνική "κοινότητα" της εποχής του, ζωντανά και γλαφυρά

- εγώ, διαβάζοντάς τα μικρή (ευτυχώς) από κει έμαθα για σπουδαίους Έλληνες λογοτέχνες που αλλιώς μπορεί να μην είχα ακούσει ποτέ, όπως τον Γιώργη Κοτζιούλα και τον Δημοσθένη Βουτυρά».


Ολόκληρο το βιβλίο «Κονταρομάχος» μπορείτε να το διαβάσετε ή αν το κατεβάσετε από εδώ. Είναι ένα βιβλίο που αξίζει να διαβαστεί.   

Σάββατο, 26 Ιανουαρίου 2013

Ο κονταρομάχος...(6)




Συνεχίζουμε σήμερα με το 6ο και προτελευταίο απόσπασμα από την βιογραφία του Κώστα Βάρναλη που έγραψε ο Μενέλαος Λουνέτμης, με τίτλο «Ο κονταρομάχος»

 Ενα τρένο περνάει βέβαια από διάφορους στα­θμούς αλλά δεν παίρνει και τόνομα του κάθε σταθμού που περ­νάει.

ΑΝ ΤΑ ΠΟΔΙΑ κόνταιναν απ’ το περπάτημα τότε τα πό­δια του Δάσκαλου έπρεπε ναχαν μείνει τα μισά. Πολλούς ακαταπόνητους πεζοπόρους γνώριζα στη ζωή μου. Αλλά τις μό­νο μ’ έκαναν να λαχανιάσω. Ο ένας είναι ο Δάσκαλος, ο άλλος ο Στέφανος Σαράφης. Και των τιςνών ή φιλία κινδύνεψε να χα­θεί από την ίδια αφορμή. Με φέρνανε στο σημείο να πω «τετέλεσται». Σπουδαία ή φιλία σας αλλά... ξεθεωτική. Αμφιβάλλω αν αυτοί οι άνθρωποι μπήκαν ποτέ σε ταξί. Περπατούσαν κι οι τις σαν αιώνια θυμωμένοι. Σα να πήγαιναν να χωρίσουν κάποιους πού συμπλέκονταν.
    Δάσκαλε, τούλεγα. Έσβησε.
    Η φωτιά, ο καυγάς. Γι’ αυτό δεν έτρεχες;
    Εσενα, μούλεγε, εσενα η γιαγιά σου ήταν χελώνα.
    Και πρέπει τώρα να πληρώνω τις αμαρτίες της γιαγιάς μου εγώ;
    Τέλος. Αϊντε, ας βραδιαστούμε στο δρόμο. ‘Η μήπως θέλεις να πάρουμε καμια απ’ αυτές τις σκοτώστρες: Μπες. Πάει, χύσαμε δυο κιλά κρασί στο δρόμο.
Μια βραδιά μπαίνοντας σε μια ταβέρνα βρεθήκαμε μπροστά σε κάτι χέρια που μας κάνανε νόημα να ζυγώσουμε.
                Για κοίτα κει, μου λέει, τί ντερέκια είν' αυτά;
                Του συναφιού, του λέω. Ο Λαμπρινός, ο Βουρνας, ο Σπήλιος (από δυο μέτρα ο καθένας).
                Κανένας κοντακιανός δεν υπάρχει εκεί μέσα
                Να, βλέπω κι έναν στα μέτρα μας, το Βαγγέλη Μα­χαίρα.
                Των Γραμμάτων;
                Της Νομικής Επιστήμης.
Πάμε. Εχουμε τουλάχιστον έναν να κουβεντιάσουμε σαν άνθρωποι. Μπήκαμε. Δεν καλοκαθήσαμε όμως και καταφθάνουν άλλοι δυο. Ενας τυπογράφος, παλιός θαμώνας της ταβέρνας, κι ένας Καλαματιανός δημοσιογράφος που μας έφερε κι ένα τρα­γούδι· «Το Κομπολόι» και δε σταματούσε να το τραγουδά. Στο διπλανό τραπέζι κάτι «σαματατζήδες» θεατρίνοι μ’ επικεφαλής τον Κυριακό και τον Ορέστη Μακρή, η «μαύρη αντίδραση» του θε­άτρου μας ξαπόστελαν κάτι πειραχτικά ποντάκια συνοδευμένα με μισές.
Κάτι όμως δεν πήγαινε καλά στην παρέα μας. Οι τρεις εκατόχειρες είχαν αρχίσει μια συζήτηση πολύ οργίλη που την συνόδευαν και με πολύ απειλητικές χειρονομίες! Από ώρα σε ώ­ρα κινδύνευε η σωματική μας ακεραιότητα. Για να τους αντιμε­τωπίσουμε καταφύγαμε στο κομπολογάκι:
Τώρα που - τώρα πούχασα κι εσένα γράψε αλλοί - γράψε αλλοίμονο σ' εμένα.
Δεν ξέραμε άλλους στίχους. Τα καταφέρναμε όμως και μόνο μ' αυτούς να κατεβάζουμε λίγο τα γράδα του καυγά. Ετσι καταλάγιαζαν για λίγο τα πράματα και βασίλευε η ειρήνη. Ό δάσκαλος διασκέδαζε. Μα κάποτε έβγαλε κραυγή φρίκης. Τί εί­χε συμβεί; Ιεροσυλία. Κάποιος έκανε την αφροσύνη να παραγ­γείλει στο τραπέζι σούπα. Αγανακτήσαμε όλοι. Τα δείπνα τα δι­κά μας δεν ήταν φαγοπότια, δηλαδή χυδαία σαβουρώματα. Ή­ταν «μυστικά δείπνα». Και ήταν εκεί παν ό,τι ταίριαζε. Ο οίνος, ο Διδάσκαλος, οι Μαθηταί. Μόνο ο «προδότης» έλειπε. Και να- τον που εμφανίσθηκε κι αυτός παραγγέλλοντας σούπα. Ήταν ο καημένος ο Καλαματιανός. Δεν γνώριζε τα κρασοποτικά ήθη της Αθήνας. Τέλος, του το εξηγήσαμε, γύρεψε συγνώμη κι η φωτιά έσβησε.
Ο Δάσκαλος είχε ένα «ταμπού». Δεν πίστευε στο ρητό «Πολλοί οι κλητοί - ολίγοι οι εκλεκτοί». Στην παρέα του κλητοί ή­ταν μόνο οι εκλεκτοί. Και μάλιστα διαλεγμένοι απ’ το δικό του μάτι. Προσόντα: Πρώτον. Να μην είσαι σαματατζής. Δεύτερον. Να μην μπεκρουλιάζεις και πέφτεις κι ασκημίζεις το κρασί. Και τρίτον να μην προσβάλλεις ποτέ την παρέα. Μόνο σαν ξεκαθάριζε ο υποψήφιος, μόνο τότε ο δάσκαλος βρισκόταν στα νερά του. Μό­νο τότε ήταν έτοιμος να δώσει αποκρίσεις. Και με τι ετοιμότητα! Λες κι ήξερε από μέρες ότι την τάδε μέρα, στην τάδε ταβέρνα θα του απευθύναν την τάδε ερώτηση. Και είχε έτοιμη την απάν­τηση. Και τι απάντηση! Απαλλαγμένη από τα καρυκεύματα και τους βερμπαλισμούς που πίσω τους κρύβονται τόσες και τόσες απορίες πού δεν ήταν σαν των ψαλτάδων. Κείνοι τουλάχιστον οι καημένοι είχαν ένα και μόνο καταφύγιο το βήχα. «Απορία ψάλ­του βηξ». Εμείς...
    Δάσκαλε... πες μας. Ποιος κατά τη γνώμη σου έχει το δικαίωμα να γράφει;
Απάντηση.
-      Εξόν από κείνους που κάνουν τέτοιες ερωτήσεις όλοι οι υπόλοιποι.
Αλήθεια ήταν. Δεν χάριζε κάστανα σε κανέναν. Ας πα νάταν και κρασαδερφός. Σε κανέναν!
-   Δάσκαλε ποιος απ’ τούς ρεαλισμούς είναι ο αληθινός και ποιον πρέπει ν’ αγκαλιάσουμε εμείς;
-  Γιατί, πόσοι είναι οι ρεαλισμοί;
  Ξέρω γω... Είναι τόσοι πολλοί. Ο κλασικός σου λέει ο άλλος. ‘Η ο Δυναμικός ή ο Κριτικός ή ο Σοσιαλιστικός, κλπ., κλπ. Εσύ σε ποιον πιστεύεις; Ποιος είν’ ο καλύτερος;
  Ρώτα τους νουνούς τους. Εγώ δεν ήμουν στα βαφτίσια τους. Ρεαλισμός. Ενα τρένο περνάει βέβαια από διάφορους στα­θμούς αλλά δεν παίρνει και τόνομα του κάθε σταθμού που περ­νάει. Ρεαλιστικά έτρωγε κι ο Σωκράτης που έτρωγε με τα δά­χτυλα, ρεαλιστικά τρώει κι ο Βέης που τρώει με το πηρούνι. Ε, τι θα πούμε τώρα; Οτι ο Σωκράτης ήταν «ρεαλιστής των δαχτύλων» κι ο Βέης «ρεαλιστής του πιρουνιού»;
Τώρα που - τώρα πούχασα κι εσένα γράψε αλλοί - γράψε αλλοίμονο σ' εμένα.
  Ναι, έλα όμως που το είπε ο Ζτάνωφ
  Κι εσύ; Μ’ ένα «ωφ» που βάζεις νομίζεις πως ξοφλάς. Αμα πάρεις έναν όρο έτοιμο δε θα τον αξιοποιήσεις ποτέ γιατί ποτέ δε θα τον καταλάβεις. Αντίς να μου τσαμπούνας ότι ο τάδε ρεαλισμός είναι αυτό κι αυτό, καλύτερα βρες μόνος σου αυτό που είναι κι ύστερα δος του όνομα. Τι θαρρείς... πως η κάθε εποχή έχει δική της ζυγαριά που ζυγίζει τα μυαλά των ανθρώπων;
Αν χτες έβλεπες έτσι και σήμερα βλέπεις αλλιώς αλλάζουν τα μάτια; Οχι. Αλλάζουν οι εικόνες.
Τώρα που - τώρα πούχασα κι εσένα γράψε αλλοί - γράψε αλλοίμονο σ' εμένα.
Πάλι μας διακόπτουν. Αυτό το τραγούδι ήταν το σκαπουλάρισμα. Η απόπειρα να αποφύγει τη συζήτηση. Δεν του άρεσαν οι σοβαρές συζητήσεις σ' εύθυμες ώρες.
Μα ο ενοχλητικός πάντα τον ρωτάει.
-   Και τι δεν είναι ρεαλισμός Δάσκαλε; Ε;
-   Η μανία να δίνεις ονόματα στους ρεαλισμούς.
Γράψε άλλοι γράψε αλλοίμονο σ' εμένα...
Ξάφνου γυρίζει σ' έναν από μας που όλην αυτήν την ώρα σώπαινε.
  Γιατί δεν τραγουδάς εσύ; του λέει. Ξέρω, σε βασανίζει το πρόβλημα. Ακου δω. Αντί να βασανίζεσαι να βρεις τι είναι ρεαλισμός διάβαζε καλύτερα ρεαλιστές. Ρεαλισμός αν θες να ξέ­ρεις είναι και να μη ρωτάς «τι είναι ρεαλισμός». Ό συγγραφέας δεν είναι φαρμακοτρίφτης που άμα χάσει τις συνταγές σταυρώνει τα χέρια. Ο Μαρξ μαζί με τα καλά έκανε και ένα κακό. Μας έδωσε τα τσιτάτα. Και τώρα αντί να μαθαίνουμε τι είναι Μαρξι­σμός αποστηθίζουμε τα τσιτάτα του. Ξέρεις ότι με τα μαρξιστικά τσιτάτα μπορείς να ανατρέψεις και το Μαρξ; Λοιπόν, καλύτερα να καταλαβαίνεις έστω και τ' ασήμαντα παρά ν' αποστηθίζεις αριστουργήματα.
Η αποστήθιση είναι η απαγγελία ξένων πραγμάτων. Μαθαίνουμε μόνο τις λέξεις. Η ουσία μας φεύγει. Ναι άλλα ο Ζντάνωφ θα μου πεις. Ε, δεν είναι θεωρητικός. Οι θεωρητικοί δε βγάζουν ημερήσιες διαταγές. Θέτουν προβλήματα για συζήτηση. Και άμα κάτι μπαίνει για συζήτηση θα πει ότι δεν είναι λυμένο. Αρα δεν υπάρχει ερμηνεία υποχρεωτική. Συμφωνάς;
-      Συμφωνώ Δάσκαλε, αλλά μίλα πιο σιγά γιατί θα σε πάρουν για αιρετικό.
Σηκώνει η καμπούρα του γέρου. Εννοια σου. Θα τους πω: «Δεν τ' ακούσατε καλά γιατί δεν είστε κουφοί». Ευχαριστήθηκες;
-     Ναι.
-     Τότεε
Γράψε αλλοί - γράφε αλλοίμονο σ' εμένα.
Μόλις όμως αφήναμε το τραγούδι άναβε ξανά η συζήτηση. Ο Δάσκαλος δεν ήθελε να επέμβει. Μόνο σαν απογινότανε το πράμα πετούσε πάλι καμιά φράση και ριχνότανε με περισσότερο πάθος στο τραγούδι. Το είχαμε ξεκοκκαλίσει το καημένο το δίστιχο από σαράντα φορές.
  Γιατί δεν παίρνεις μέρος στη συζήτηση Δάσκαλε; τον ρώτησαν.
  Συζήτηση είν' αυτή που κάνετε μωρέ; Αυτό είναι συμπλοκή. Επειτα γιατί ξεφωνίζετε; Σε μύλο βρισκόσαστε; Σας τόπα χίλιες φορές. Δε μ' αρέσει η φιλολογική συζήτηση. Μιλήστε πολιτική να πάρω μέρος.
  Θα πάρεις;
  Θα πάρω για να σας σταματήσω. Η ταβέρνα δεν είναι ούτε βουλή, ούτε καφενές, (άλλο σόι βουλή). Η ταβέρνα είναι... Αχ πούσαι μωρέ Βέη να τους πεις τι είναι η ταβέρνα.
  Τι έλεγε πώς είναι;
  Ελεγε πολλά πράματα. Αλλά εγώ θα σας το ένα. Στην ταβέρνα έλεγε μόνο τρία πράματα επιτρέπεται να κάνεις. ’Η να μιλάς (αλλά σιγά), ή να σωπαίνεις, ή να τραγουδάς. Ολα τ’ άλλα είναι προδοσία. Αλλά εσείς να μην κάνετε τίποτα απ’ αυτά. Για να σωπάσετε... είστε ανίκανοι. Να τραγουδήσετε είσαστε φάλτσοι. Να μιλήσετε σιγά; Είναι το μόνο μάθημα που δέ λάβατε και δε θα λάβετε ποτέ. Είσαστε Κίμβροι και Τεύτονες. Σωπάστε τώρα γιατί ήρθε η ώρα να τραγουδήσουμε. Αυτά τα ντερέκια ετοιμάζονται να πιάσουν πάλι σοβαρή συζήτηση. Οι συζη­τήσεις, γενικά, ποτέ δεν προκόβουν. Γι’ αυτό τις λένε «εποικοδομητικές» ή «καρποφόρες», για να κρύψουν τη γύμνια τους. Σας ρωτώ τι απόμεινε απ’ τούς Διαλόγους του Πλάτωνα;
  Οι διάλογοι!
  Βάλε να πιούμε. Είναι η μόνη σωστή κουβέντα που εί­πες απόψε.
Τώρα πού... τώρα πούχασα κι έσενα Γράφε αλλοί — γράψε αλλοίμονο σ’ εμένα.