Σάββατο, 28 Σεπτεμβρίου 2013

ΣΤΡΑΤΟΠΕΔΟ ΧΑΪΔΑΡΙΟΥ

Αρχές Σεπτέμβρη συμπληρώθηκαν 70 χρόνια από τη λειτουργία του Στρατοπέδου Χαϊδαρίου. Ένα από τα πιο σκληρά στρατόπεδα που λειτούργησαν την περίοδο της Κατοχής.
Το στρατόπεδο του Χαϊδαρίου ιδρύθηκε το Σεπτέμβρη του 1943 και ήταν ένα από τα πιο σκληρά στρατόπεδα - από τα 36 συνολικά - που λειτουργούσαν στην Ελλάδα. Πάνω από τους 3.000 έφτασε ο αριθμός των κρατουμένων, που ανανεωνόταν συνεχώς. Ανδρες, γυναίκες, ακόμη και παιδιά με τις μανάδες τους, πέρασαν μέρες, μήνες και χρόνια, σε κείνο το κολαστήρι.
Το στρατόπεδο του Χαϊδαρίου ήταν έρημο μέχρι τις αρχές Σεπτέμβρη του 1943, όταν έφτασαν από τη Λάρισα οι πρώτοι κρατούμενοι. Εκείνοι την περίοδο, η ΕΑΜική Εθνική Αντίσταση, είχε φουντώσει για τα καλά. Μεταξύ αυτών ήταν οι 243 κομμουνιστές Ακροναυπλιώτες, από την εποχή του Μεταξά, και 20 Αναφιώτες. Επίσης, υπήρχαν και 327 ήρωες του Αλβανικού Μετώπου, αλλά και όσοι είχαν κατά καιρούς συλληφθεί στα μπλόκα. Στις 3 Σεπτέμβρη, οι κρατούμενοι μεταφέρθηκαν στο στρατόπεδο του Χαϊδαρίου και άρχισε η λειτουργία ενός ακόμη κολαστηρίου.
Από τον Οκτώβρη του 1943 και εξής στο στρατόπεδο Χαϊδαρίου οδηγούνταν ολοένα και περισσότεροι κρατούμενοι, συλληφθέντες είτε σε μπλόκα, είτε από την Γκεστάπο. Οι τελευταίοι αρχικά οδηγούνταν στο αρχηγείο των «Ες-Ες» στην Αθήνα, το διαβόητο κτίριο της οδού Μέρλιν, προκειμένου να ανακριθούν και να βασανιστούν. Στη Μέρλιν, συντάσσονταν τα φυλακιστήρια για το Χαϊδάρι, καθώς και οι καταστάσεις των εκτελέσεων.
«Ρεπορτάζ» για το Στρατόπεδο και τι συνέβαινε εκεί μας έδωσε ο Θέμος Κορνάρος στο ομώνυμο έργο του «Στρατόπεδο Χαϊδαρίου», το οποίο δυστυχώς δεν κυκλοφορεί. Όταν κυκλοφόρησε το βιβλίο ο Κώστας Βάρναλης το παρουσίασε στο περιοδικό «Ελεύθερα Γράμματα». Αυτό το κείμενο του Κώστα Βάρναλη αναδημοσιεύουμε σήμερα

   
Σκίτσο του Θέμου Κορνάρου από το περιοδικό «Ελεύθερα Γράμματα»

ΣΤΡΑΤΟΠΕΔΟ ΧΑΪΔΑΡΙΟΥ

Τo καινούργιο βιβλίο του κ. Κορνάρου «Το Στρατόπεδο του Χαϊδαρίου» είναι το πιο ώριμο και το πιο ενδιαφέρον έργο του κι από την άποψη του γραψίμα­τος κι από την άποψη του θέμα­τος.
Το βιβλίο δεν είναι μυθιστόρημα. Είναι «ιστορία» με την κα­λύτερη σημασία του όρου. Δεν έχει «μύθο» φκιαχτόν και «ή­ρωες» ιδεατούς, που κινούνται μέσα στον ελεύθερο κόσμο της εύρεσης, έχει γεγονότα και ανθρώπους αληθινούς, πού κινούνται μέσα στην πιο ωμή πραγματικότητα και πουύ το δράμα τους δεν είναι ατομικό παρά ολάκερης της ελληνικής φυλής. Και καμιά φαντασία δε θα μπορούσε να εύρει πράματα τόσο σπαρακτικά όσα ή πραγματικότητα έδωσε στο συγγραφέα.
Αυτή η «ιστορία», δεν έχει την ξηρότητα των συνηθισμένων βι­βλίων, που περιγράφουνε γεγο­νότα. Εχει σύνθεση, έχει τέχνη, έχει ψυχή. Και στοχασμό. Αυτό το στερνό στοιχείο το τίμησε κα­λά ο συγγραφέας στο «Χαϊδά­ρι» του.
Εχουμε λοιπόν μπροστά μας ένα λογοτεχνικό κείμενο από τα καλύτερα της τελευταίας σο­δειάς και μαζί ένα ιστορικό ντοκουμέντο. Η ποίησή του είναι η αλήθεια του. Είναι ποίηση κι αλήθεια «βιωμένη». Ολα τα πρόσωπα, τα γεγονότα, τα συναι­σθήματα, τους στοχασμούς - και το θάνατον ακόμα, όλα τα «έ­ζησε» ο συγγραφέας. Αλλ' αυτό δεν είναι αρκετό. Τα ζήσανε μα­ζί του και οι διακόσιοι μελλο­θάνατοι του στρατοπέδου, που περιμένανε από το ένα πρωί στο άλλο το προσκλητήριό τους για την ύστατη θυσία -όχι για τον εαυτό τους παρά για τη λεφτεριά του λαού!
Ζώντας μέρα με την ημέρα, ώρα με την ώρα κάτου από την πίεση αυτής της μοίρας, μέσα στην πιο απαίσια κόλαση των σωματικών και ψυχικών μαρτυ­ρίων (κι ο σκοπός αυτών των μαρτυρίων ήτανε να τσακιστεί το φρόνημα και των κραττουμένων και του λαού, σε τέτοιο βα­θμό, πού ν' αποτελέσουνε στο μέλλον ένα μπουλούκι εθελόδουλων κτηνών) αντίς να τσακίσει μέσα τους ο ηθικός νόμος και να κάνουνε ταπεινωτικά πράματα για να σώσουνε τη ζωή τους, υ­ψώθηκε μέσα του ολόφωτη η η­θική παράδεισο. Ολοι αυτοί οι 200 μάρτυρες γενήκανε άλλα τό­σα παλικάρια, που αντικρίζανε τον τύραννο, το βασανιστή και τον εχτελεστή με το μέτωπο ψη­λά. Ξέρανε, πως δεν έπρεπε όχι να τσακίσουν παρά ούτε να λυ­γίσουν όχι ο ένας μπροστά στα μάτια του συντρόφου του παρά όλοι τους μαζί μπροστά στα μά­τια της «Μητέρας Ελλάδας», για να μην επηρεάσουνε το κίνημα της εθνικής αντίστασης, που είχε φουντώσει για καλά.
Εξω από το Χαϊδάρι υπήρχε η ελευθερία στα βουνά· υπήρ­χαν όμως και οι Ούνοι κι οι συ­νεργάτες τους στις πολιτείες. Αυτοί οι τελευταίοι τροφοδοτού­σανε με κρέας την αποθήκη του Χαϊδαριού, απ' όπου ο τύραννος  μπορούσε κάθε τόσο να ξεσηκώ­νει έναν αριθμό από 50—200 και να τους εχτελεί «προς παραδειγματισμόν».
Αλλά και μέσα στο Χαϊδάρι υπήρχανε οι συνεργάτες των Γερ­μανών. Ελληνες βασανιστές ή σπιούνοι σκορπισμένοι στους διά­φορους θαλάμους για ψάρεμα. Κι αν όλοι σχεδόν οι κρατούμε­νοι ήσαν ήρωες ο καθένας με τη δύναμή του, ο Ναπολέοντας όμως Σουκατζίδης (και στη μνή­μη του ο συγγραφέας αφιερώνει το βιβλίο του) ήτανε ο ήρωας των ηρώων, ο νους, η ψυχή και η οργάνωση των μελλοθανάτων. Κι όταν κάποτες μέσα από έναν κατάλογο από 200, που θα εχτελούσανε οι Γερμανοί, ακούστηκε και τ' όνομα του Ναπολέοντα, ο διοικητής θέλησε να τον σβήσει. Ο Ναπολέοντας απάντησε πως τότε μονάχα θα δεχθεί αυτήν τη χάρη, αν στη θέση του δεν μπει άλλος.
     Μα γιατί, Ναπολέων; ρωτά ό διοικητής.
     Δέχεστε να βάλετε στη θέση μου τον πιο σκάρτο Γερμανό στρατιώτη; Οχι Ελληνα! Τότε δέχομαι.
     Δεν υπήρξες ποτέ σκλάβος, του απάντησε ο διοικητής.
Αυτό το παλικάρι δεν ήτανε μια τυχαία μονάδα. Ητανε ολά­κερος ο ελληνικός λαός. Ητάνε κ' οι 200 άλλοι μελλοθάνατοι, που δείξανε το ίδιο θάρρος με το Ναπολέοντα. Ητανε ο ελληνικός λαός του Εικοσιένα, που ξανάζη­σε στα αλβανικά βουνά το 40 και ξεσηκώθηκε με την ένοπλη αντίστασή του ενάντια στον καταχτητή και τους συνεργάτες του.
Πρέπει να το διαβάσουν όλοι το βιβλίο του Κορνάρου για να μάθουνε να τιμάνε τον ηρωισμό των αγωνιστάδων της ελευθερίας και να μάθουνε να μισούνε κάθε λογής τυραννία είτε ξένη είτε ντόπια και πιο πολύ από τους τυράννους, τους προδότες.
Το βιβλίο του Κορνάρου χρεια­ζότανε αυτές τις ώρες, που περ­νούμε. Γιατί το κράτος, ο τύπος και η διανόηση της Δεξιάς, προσ­παθούνε με κάθε τρόπο να συκοφαντήσουν ή να σβήσουν από τη μνήμη των Ελλήνων τους αγώνες και τις θυσίες για λευτε­ριά και δικαιοσύνη.
Ενα μονάχα έχω να παρατη­ρήσω στο φίλο συγγραφέα. Το τελευταίο του κεφάλαιο για τους Εβραίους είναι άδικο. Και θα­μπώνει με κάποιον «φιλολογικόν» ίσκιο την όλην αλήθεια του βι­βλίου του.