Τρίτη, 23 Φεβρουαρίου 2016

Ερωτευμένος Βάρναλης

Γράφει ο Βασίλης Κρίτσας //
Μια βραδιά για το Βάρναλη. Μια βραδιά που δεν ήταν για το (ξενόφερτο και ολίγον εμποράκο) Βαλεντίνο και τους ερωτευμένους, αλλά για όσους έχουν νιώσει το νου και την καρδιά τους να πάλλονται με τους στίχους του Κώστα Βάρναλη, του ποιητή που έκανε ποίηση τον κομμουνισμό και τον αγώνα για τη ζωή, και συγκεντρώθηκαν χτες στο Polis Art Café για να τιμήσουν την ημέρα των γενεθλίων του (που μας ήταν γνωστή εξαρχής, παρά τη διχογνωμία γύρω από τη χρονολογία της γέννησής του) και το δικό τους έρωτα για το έργο του. Ο Βάρναλης άλλωστε είχε συμπεριλάβει σε μια συνέντευξή του τον έρωτα στα μυστικά της μακροζωίας του.
Ήταν ξεχωριστή βραδιά. Και αυτό που χαροποίησε διοργανωτές και παρευρισκόμενους, είναι πως τη βραδιά που γιορτάζεται ένας πολυδιαφημισμένος λεβαντίνος άγιος, τόσοι πολλοί ήταν στην εκδήλωση. Κατάμεστη η αίθουσα και πολλοί στο αίθριο. Πάρα πολύς κόσμος για λογοτεχνική βραδιά, αλλά πάλι επιβεβαιώθηκε ότι μόνο ο Βάρναλης μπορεί να κινητοποιήσει τόσους πολλούς. Μια ακόμη απόδειξη της λαϊκότητάς  του, της αγάπης που τρέφει ο λαός για τον μπαρμπα-Κώστα.
Polis9
Χαρακτηριστικό του ενδιαφέροντος της εκδήλωσης είναι αυτό που μας μετέφερε ο υπεύθυνος του Polis Art Café,  Βασίλης Χατζηιακώβου, πως όλη τη βδομάδα δεχόταν τηλεφωνήματα που του ζητούσαν πληροφορίες για την εκδήλωση, κάτι που σπάνια γίνεται.
Μεγάλη τιμή η παρουσία του ποιητή, καθηγητή πανεπιστημίου Γιάννη Δάλλα (συνέβαλε τα μάλα στη μελέτη του βαρναλικού έργου). Εκτός από τον Γιάννη Δάλλα στην εκδήλωση παραβρέθηκε ο Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, ποιητής, μεταφραστής δοκιμιογράφος και υπεύθυνος του περιοδικού «σημειωσεις» και πολλοί ποιητές, νεότεροι και παλαιότεροι μέλη της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών.
Στο άνοιγμα της εκδήλωσης, ο υπεύθυνος του Polis Art Café είπε δυο λόγια για την ποίηση που είναι η αρχή του παντός και κινεί την κοινωνία προς το καλύτερο, προς την επανάσταση.
Ο Ηρακλής Κακαβάνης, από το περιοδικό μας, που διετέλεσε και χρέη συντονιστή, ξεκίνησε με την άποψη του Νίκου Βέη για το Βάρναλη που “κι αν δεν υπήρχε επανάσταση, αυτός θα την ανακάλυπτε” και που δε θα μπορούσε να είναι κάτι άλλο παρά επαναστάτης: “δεν είναι που δε θέλει να αλλάξει, δεν μπορεί”. Αυτό ακριβώς κόστισε στον ποιητή μια σίγουρη καριέρα ακαδημαϊκού, σε ένα επαναστατικό “παραστράτημα” που συντελέστηκε σε τέσσερα βήματα.
Ξεκίνησε στα μαθητικά του χρόνια, με την ανυπότακτη στάση του ποιητή. Συνεχίστηκε με την ένταξή του στην αριστερή παράταξη και το κίνημα του δημοτικισμού, όταν έγινε ο πρώτος εκπαιδευτικός που καλείται σε απολογία, επειδή δίδαξε ολόκληρο τον εθνικό ύμνο! Εδραιώθηκε με τον πρωτοπόρο ρόλο του στην ανανέωση του ποιητικού λόγου. Κι ολοκληρώθηκε, σε ώριμη πια ηλικία, με τα εναύσματα που του έδωσε η παραμονή του στο Παρίσι και την απόδρασή του από τον κόσμο του ιδεαλισμού και της προγονολατρίας, για τον κόσμο της εργατικής τάξης και της επανάστασης.
Polis7
Ο Βασίλης Αλεξίου μίλησε για την επικαιρότητα του Βάρναλη σε αυτές τις δύσκαιρες εποχές, όπου αλλάζουν μόνο τα ονόματα (ο ζωτικός χώρος εξαγωγή δημοκρατίας, ο ιμπεριαλισμός παγκοσμιοποίηση, το Νταχάου έγινε Γουαντανάμο, κοκ), ενώ ακόμα και οι Μοιραίοι, από το ομώνυμο ποίημα, παραμένουν ίδιοι, δειλοί και άβουλοι.
Αναφέρθηκε εκτενώς στην πρόσληψη του βαρναλικού έργου, που κέρδιζε την αναγνώριση ακόμα και των ιδεολογικών του αντιπάλων, για να ακολουθήσει μετά τα μέσα της δεκαετίας του 30′ και την πιο δημιουργική δεκαετία του Βάρναλη, μια ανεξήγητη σιωπή, που εν μέρει μόνο δικαιολογείται από τα πέτρινα χρόνια της ήττας και τη δική του ποιητική σιωπή. Η συζήτηση άνοιξε ξανά με ένα άρθρο του Μανόλη Λαμπρίδη στην Επιθεώρηση Τέχνης για την κοινωνική και καλλιτεχνική παρακμή, την αντίστοιχη αρθρογραφία του Βύρωνα Λεοντάρη και τις σπουδαίες μελέτες του Δάλλα, που βλέπει ιστορικά, στο γίγνεσθαί της, τη βαρναλική συμβολή και εντοπίζει το ιδιόμορφο, καρναβαλικό στοιχείο που τη χαρακτηρίζει.
Ο Βάρναλης δεν είναι ένας τυχαίος δημιουργός που εγκόλπωσε συγκυριακά το μαρξισμό, αλλά συνειδητός δημιουργός, με έναν πληβειακό, πληθωρικό μαρξισμό, που αποδομεί εξουσίες και αποστεωμένα δόγματα. Και αυτό που καθιστά μοναδική και τόσο ανθεκτική στο χρόνο την ποίησή του είναι η σύντηξη της σκεπτόμενης και της πάσχουσας ανθρωπότητας, σύμφωνα και με μια Μαρξική φράση.
Polis10Μια ιδιαίτερη στιγμή της εκδήλωσης ήταν η εκτός προγράμματος παρέμβαση του Γιάννη Δάλλα. Τυχεροί όσοι τον ακούσαμε. Με  τον άμεσο και μεστό λόγο του (αν και ειδικός μίλησε απλά και κράτησε αμείωτη την προσοχή μας μέχρι το τέλος)  αναφέρθηκε στις σχετικά άγνωστες πτυχές του ποιητή: τα πρώτα λυρικά χρόνια, τα δημοσιογραφικά του κείμενα, πχ κατά το ταξίδι του στη Ρωσία των Σοβιέτ, τα μοναδικά αισθητικά του ποιήματα με το γκροτέσκο στιλ, που πρέπει να αναδειχτούν και να εκδοθούν, και τα πλούσια στοιχεία που αποφέρει η μελέτη του αρχείου του ποιητή.
Η επόμενη εισηγητική παρέμβαση ήταν του συγγραφέα-ηθοποιού, Βασίλη Κολοβού, που ανέβασε πριν από λίγα χρόνια την παράσταση “Φως που πάντα καίει” και θα ‘ταν ευχής έργο αν η χτεσινή εκδήλωση του έδινε το έναυσμα να επαναλάβει κάτι αντίστοιχο.
Ο Κολοβός αναφέρθηκε με θαυμασμό στο Βάρναλη, που έδωσε πνοή κι έφτασε στα ύψη την ανθρώπινη αξία, τσακίζοντας παράλληλα τον άκρατο μιμητισμό των αρχαίων κλασικών και των ξένων ρομαντικών ποιητών. Είπε ότι ο Βάρναλης θα έπρεπε να αναηρυχθεί σε εθνικό ποιητή, αν η αντίπαλη πλευρά μπορούσε να ξεπεράσει το ταξικό, ιδεολογικό μίσος για το έργο του, γιατί κατάφερε να σώσει την τέχνη από τη γελοιοποίηση και να γίνει ο πνευματικός Οδηγητής του λαού μας. Ένας από την Αγία Τριάδα της πνευματικής πρωτοπορίας (μαζί με το Γληνό και τον Κορδάτο) που στάθηκε δάσκαλος και για πολλούς νεότερους (Ρίτσο, Αυγέρη, Ρώτα, Καρβούνη, κ.ά) και ξεπερνά τα στενά όρια της πατρίδας μας. Αλλά είναι ο πιο αδικημένος δημιουργός, με ελάχιστες μονογραφίες για το έργο του, που οι κριτικοί επέλεξαν να το αγνοήσουν, εφόσον δεν μπορούσαν να το αντιμετωπίσουν.
Polis4
Ακολούθως ανέλυσε το θεατρικό έργο “Άτταλος ο Γ'”, που ο Βάρναλης ξεκίνησε να το γράφει στα χρόνια του εμφυλίου, για να το ολοκληρώσει επί χούντας και να το απαγορέψει αμέσως το καθεστώς. Και το οποίο αναδεικνύει την υποτέλεια της χώρας-Περγάμου, ενώ κάποια διαχρονικά σημεία του μοιάζουν να περιγράφουν τη σημερινή κατάσταση. Ένα μνημειώδες έργο, που σε αυτούς τους χαλεπούς καιρούς, μόνο από ένα κρατικό ή δημοτικό θέατρο, θα μπορούσε να ανέβει. Αλλά ποιος από τους κρατούντες θα έπαιρνε τέτοια πρωτοβουλία, για να αναγνωρίσει μετά τον εαυτό του, σε κάποια σημεία του έργου;
Ο Σπύρος Αραβανής, από το περιοδικό Ποιείν, που συνδιοργάνωσε την εκδήλωση, αναφέρθηκε ειδικά στη μελοποίηση του βαρναλικού έργου, που συνεχίστηκε και μετά το θάνατό του, με πλούσια δισκογραφική παραγωγή στα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης, περιλαμβάνοντας μια τεράστια γκάμα από όλα τα είδη: από τις πιο κλασικές μελοποιήσεις του Θεοδωράκη, του Λεοντή και δεκάδων άλλων, μέχρι το low bup συγκρότημα Active Member και μια απόπειρα του Γιάννη Φλωρινιώτη (το Πέρασμα), σε ένα μάλλον αποτυχημένο πάντρεμα, που δείχνει πως το έργο ξεφεύγει, αυτονομείται από το δημιουργό του και πρέπει στη συνέχεια να αναμετρηθεί με σημεία και τέρατα. Και από χρονική άποψη, μέχρι την πρόσφατη μελοποίηση στα πλαίσια της παράστασης “Η αληθινή απολογία του Σωκράτη” που ανέβασε ο Κραουνάκης με τη Σπείρα-Σπείρα.
Polis3Η τελευταία αυτή εισήγηση έδεσε ιδανικά με το μουσικό κομμάτι και μια ακόμα βαρναλική μελοποίηση από το μουσικοσυνθέτη Στέφανο Γεωργιάδη. Στο ενδιάμεσο απαγγέλθηκαν ποιήματα του Βάρναλη (Παλιολαός, ο Τρελός) από το Θανάση Καραγιάννη, μελετητή της Δραματουργίας για παιδιά – Κριτικό Θεάτρου για παιδιά και συγγραφέα.
Τις επόμενες μέρες, το περιοδικό μας θα δημοσιεύσει γραπτό και οπτικό υλικό από την εκδήλωση, για να έχουν μια σφαιρική εικόνα κι όσοι τυχόν δεν μπόρεσαν να παραβρεθούν χτες στο Πόλις Καφέ, για να την παρακολουθήσουν.
Polis5

Πηγή: Ατέχνως

Σάββατο, 13 Φεβρουαρίου 2016

«Μικρογραφία», αυτοβιογραφικό ποίημα του Κ. Βάρναλη

Επιμέλεια Ηρακλής Κακαβάνης //
Ο Κώστας Βάρναλης γεννήθηκε στις  14 Φλεβάρη 1884 (αναλυτικά ΕΔΩ) και τη Δευτέρα 16 Δεκέμβρη 1974, στις 10μ.μ «έφυγε» από τη ζωή (αναλυτικά ΕΔΩ), γεμάτος χρόνια έργο και δόξα ο Κώστας Βάρναλης . Με αφορμή αυτή την επέτειο δημοσιεύουμε το ποίημά του «Μικρογραφία» (από τη συλλογή «Ελεύθερος κόσμος», 1966) όπου ιστορεί ο ίδιος τα παιδικά του χρόνια.
ΜΙΚΡΟΓΡΑΦΙΑ
I
Καλωσύνη δε γνώρισα! Παιδάκι
δεν άπλωσε κανείς να με χαηδέψει,
να με πάρει αγκαλιά να με φιλήσει.
Το στερνοπαίδι εγώ και τ’ αποσπόρι,
με διώχναν όλοι κι όλοι με χτυπούσαν!
Δε μ’ έλεγε κανείς με τ’ όνομά μου.
«Αφτός» και «μπρε» και «σουτ εσύ! Δεν είσαι
παιδί μας! Σ’ αγοράσαμε από μάβρην
κατσιβέλα μισό τσουβάλι πίτουρα!»
Το πίστεβα και ζάρωνα στην κώχη.
Μάζεμα εγώ και ξένος, δεν κοτούσα
να παίζω, να γυρέβω – ούτε να κλάψω.
Μα κι όταν φανερώθηκε το ψέμα,
πάλι απόμεινα μάζεμα και ξένος!
Πότε θα μεγαλώσω, για να φύγω!…
Από πατέρα ορφάνεψα μωρό
κι ο πρώτος αδερφός και πρώτο μίσος,
μάβρα γυαλιά κι αμίλητος, με πείσμα
με κοπανούσε ολημερίς να στρώσω!
Και νύχτα με ξυπνούσε να με δείρει.
Μιαν τρίτ’ ή τέταρτη άνοιξη ξεπόρτισα.
Ω τι μεγάλος που ναι ο κόσμος έξω!
Χίλιες φορές πιο λαμπερός ο ήλιος!
Τα χελιδόνια χαμηλοπετούσαν
άφοβα ολόγυρά μου – εγώ φοβόμουν!
Να χα κ’ εγώ φτερά για να πετάξω
τ’ αψήλου, όσο μακρύτερ’ από δώθες!…
Λίγο παρέξω καταπράσινη άπλα.
Πρωτόβλεπα χωράφια φυτρωμένα.
Κυνηγημέν’ απ’ τον αγέρα τρέχαν
τα στάχι’ απανωτά. Τόση ομορφιά
δε βάσταξα και κάθησα να κλαίω!
`II
Κυριακάδες, Χριστού και Πάσκα η μάνα
στην εκλησιά με τράβαγε ν’ αγιάσω,
νηστικόν αξημέρωτα, γι’ αντίδερο.
Ώρες στο πόδι, κούραση και πείνα
και δε νογούσα τίποτ’ απ’ τα «γράμματα»!
Κι άμα ο παπάς εσκόλναε, προσκυνούσα
στο εικονοστάσι αράδα τις εικόνες…
κι όξω με καρτερούσε ο Πειρασμός,
λαχταριστά κουλούρι’ αφράτα, λόφοι.
Όλα τα καλοπαίδια μασουλούσαν
κι ο αγέρας μοσκοβόλαγε σουσάμι.
Κοντοστεκόμουν κλαίοντας! – «Πάρε μου ένα!»
– «Περπάτα!» και μου τράνταξε το χέρι.
Να μην κακομαθαίνουν οι φτωχοί!…
Μεγάλωσα νωρίς και ξενιτέφτηκα.
Με τους δικούς μου εξήντα χρόνια ως τώρα
ούτε γραφή ούτε μήνυμα! Κι ωστόσο
τους κουβαλούσα μέσα μου όπου πάγαινα:
κουβαλούσα τον άμοιρο εαφτό μου…
Πουθενά δεν μπορούσα να ριζώσω.
Ξένος παντού και μάζεμα. Γυναίκες;
Αληθινές! Μα ο χωρισμός φαρμάκι.
Με τον καιρό συχωρεθήκαν όλ’ οι
ξενοδικοί. Αργοπόρησα, σειρά μου!
Μα όσο βαθιά και να με κατεβάσουν
τα σκοινιά, θα κατέβουν κ’ οι κακίες,
δικές μου κι αλλωνών… Μα το κουλούρι
θα με βαραίνει πρώτο σα μυλόπετρα,
πιότερο κι απ’ του τάφου μου την πλάκα
(αν έχω πλάκα, μα κι αν έχω τάφο
κι αν δε με διώξουν οι νεκροί.) Χωρίς
αγάπη κανενός ανθρώπου ή σκύλου.
Κι αν έζησα ή δεν έζησα, καμιά
διαφορά στον Απάνου ή Κάτου Κόσμο.
Μα κάλλιο να μην είχα γεννηθεί,
για να μην είχα κι αποθάνει απόψε!
Και μακάρι, όσο να χω αδικηθεί,
εγώ να μην αδίκησ’ άθελά μου!…
Και σαν ζυγιάζει ο διάολος την ψυχή μου
με ψέφτικη παλάντζα να με κλέψει,
– «Σταμάτα, βλάμη! Κ’ είμαι παραπάνου
παρ’ όσο θες αμαρτωλός και φταίχτης»!
ΠΗΓΗ ΑΤΕΧΝΩΣ

Κώστας Βάρναλης. Πώς ξεκίνησε να γράφει ποιήματα

Γράφει ο Ηρακλής Κακαβάνης //
Το ξεκίνημά του Κώστα Βάρναλη στην ποίηση δεν ήταν συνηθισμένο. Πήρε την ποίηση για παιχνίδι. Στην Γ’ Δημοτικού γράφει τους  πρώτους του στίχους. Ερωτικούς και σατιρικούς. Σατίριζε τους δασκάλους του.
Και στο γυμνάσιο εξακολουθεί να γράφει «ποιήματα». Τα τετράδια όπου τα έγραφε «Τα έδινα να μου τα φυλάγουν άλ­λοι “φρόνιμοι” συμμαθητές μου. Γιατί τα περισσότερα ποιήματα ήταν ερωτικά. Έγραφα βέβαια και για την άνοιξη, για τη… ση­μαία μας κ.τ.λ. Μα ένα ερωτικό ποίημα, αν έπεφτε στα χέρια των καθηγητών μου, έφτανε να με χαντακώσει. Γιατί σε κείνη την εφηβική ηλικία οι περισσότεροι μαθητές ήταν ερωτευμένοι με μαθή­τριες τού ελληνικού ή βουλγαρικού γυμνασίου κι είχανε τη σχετική τους αλληλογραφία και τα σχετικά ραντεβού. Κι ό έρωτας λογα­ριαζότανε για βαρύ αμάρτημα από τη σχολική… Εξουσία! Κι εγώ δεν ήμουνα ο λιγότερο αμαρτωλός. Μονάχα σαν τέλειωσα το γυμνάσιο δημοσίεψα δυο-τρία ποιήματα στις «Ειδήσεις του Αίμου» της Φιλιππούπολης».

Η συνέχεια στο ΑΤΕΧΝΩΣ