Τετάρτη, 27 Αυγούστου 2014

Η θρησκευτικότητα του Βάρναλη (;!)

Η επίσκεψη του Αλέξη Τσίπρα στο Άγιο Όρος προκάλεσε ένα κύμα κριτικής για το αν αυτό συνάδει με την αριστεροσύνη του. Και τα δύο από μόνα τους, χρίζουν συζήτησης αλλά δεν είναι της παρούσης.
Οι υπερασπιστές του Αλέξη Τσίπρα για να «απενοχοποιήσουν» την ενέργεια του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης, στράφηκαν στην αναζήτηση παράλληλων παραδειγμάτων. Και νόμισαν ότι το βρήκαν στα πρόσωπα κομμουνιστών ποιητών:
«Φοβάμαι όμως ότι δεν έχουν καν ακουστά για κάποιους κομμουνιστές ποιητές όπως ο Κώστας Βάρναλης, ο Γιάννης Ρίτσος, ο Τάσος Λειβαδίτης που έγραψαν αριστουργήματα για την Παναγία και το Χριστό και που μελοποιημένα τραγουδήθηκαν από χιλιάδες αριστερούς. Ή για τους ανταρτοπαπάδες της Εθνικής μας Αντίστασης.
Δυστυχώς λεπτομέρειες! Σε ένα τεράστιο ψηφιδωτό κατάντιας του δημόσιου λόγου και της συλλογικής μνήμης…».


Η συνέχεια στο ΠΟΙΕΙΝ

Παρασκευή, 22 Αυγούστου 2014

Πρόλογος του Βάρναλη στην «Τριλογία του πολέμου» του Δ. Γληνού

Αναδημοσιεύουμε από το «Ριζοσπάστη» τον πρόλογο του Κώστα Βάρναλη στην έκδοση του βιβλίου του Δημήτρη Γληνού «Η Τριλογία του πολέμου», στα 1956, από τις εκδόσεις «Φλόγα».


Πρόλογος
ΣΤΗΝ ΠΙΟ ΚΡΙΣΙΜΗΝ ώρα της σύγχρονης ιστορίας. την ώρα που ένας αμαρτωλός κόσμος γκρεμίζεται κ' ένας καινούργιος ανεβαίνει. την ώρα, που ο παλιός ο κόσμος τα παράτησε όλα κ' ένα μονάχα πράμα στοχάζεται και ετοιμάζει: τον πόλεμο, δεν μπορούσε να εκδοθεί βιβλίο πιο χρήσιμο και διαφωτιστικό για τους φίλους της ειρήνης και της προκοπής της ανθρωπότητας από την «Τριλογία του Πολέμου» του σοφού κι αξέχαστου Δασκάλου κι Αγωνιστή, του Δημήτρη Γληνού.
Μέσα στην πνευματική σύγχιση, που σκόπιμα τη δημιουργούνε με τα όργανά τους οι υπεύθυνοι. μέσα στο πλήθος των ανοήτων και πλανερών θεωριών, που ζητάνε να δικαιολογήσουνε τον πόλεμο σαν «αναγκαίον κακόν» ή «αναγκαίον αγαθόν», η λαγαρή, η επιστημονική και τίμια σκέψη του Δασκάλου φωτίζει το πρόβλημα απ' όλες τις πλευρές και δείχνει το σωστό δρόμο της σωτηρίας από την Καταστροφή.
ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ του τόγραψε ο Δάσκαλος εξορισμένος στη Σαντορίνη, στις παραμονές του Βου Παγκόσμιου πολέμου, στα 1938. Είναι τόσο ζωντανό κι αληθινό, που νομίζει κανείς πως ο «πόλεμος που έρχεται», δεν είναι ο χτεσινός που ήρθε, παρά ο αυριανός που ετοιμάζεται ναρθεί.
Η «Τριλογία του Πολέμου» είναι μοναδικό βιβλίο στην ιστορία της ελληνικής Σκέψης. Μοναδικό για την επιστημοσύνη του, την τετράγωνη λογική του, το ρεαλισμό του και τη διαλεχτική του: τη διαλεχτική του ιστορικού υλισμού, που έξω απ' αυτόν καμιά γνώση των κοινωνικών φαινομένων δεν είναι μπορετή.
Ξετινάζοντας με τη σειρά τους μια - μια όλες τις ερμηνείες του πολέμου (την υπέρλογη, την προσωποκρατική, την ηθική, την ιδεαλιστική, την εθνικιστική, την εκπολιτιστική, τη βιολογική, την οικονομική) και κατεβάζοντας το θέμα από τη σφαίρα των αυθαιρέτων κι απατηλών εννοιών στο έδαφος της επιστήμης, ξεχωρίζει τις πραγματικές αιτίες, που γεννούνε και διαιωνίζουνε το κακό κι αποδείχνει πως μήτε «μυστήριον» είναι μήτε κι αναπόφευκτο. Αλλά κανένας άλλος τρόπος δεν υπάρχει ν'αποτραπεί το κακό, κανένας άλλος από την αλλαγή των αντικειμενικών όρων της κοινωνικής συμβιώσεως: δηλαδή με την κατάργηση της ταξικής κοινωνίας, που δεν μπορεί μήτε να διατηρήσει μήτε να μεγαλώνει την κυριαρχία της απάνω στους λαούς παρά με τον ακατάπαυτον πόλεμο.
Η ΟΞΥΤΗΤΑ, το βάθος, η σιγουριά της σκέψης του Δασκάλου. η αξιωσύνη ν' απλουστεύει τα μπερδεμένα ζητήματα. η αναλυτική και συνθετική του μαεστρία και η επιγραμματικότητα του ύφους του κάνουνε το λόγο του και να πείθει και να γοητεύει. Ο Γληνός δεν είναι μονάχα μεγάλος Επιστήμονας, και μεγάλος Δάσκαλος, είτανε και μεγάλος τεχνίτης. Αλλά πέρα, απ' όλ' αυτά. είτανε και μεγάλος άνθρωπος της δράσης, δεν του έφτανε να ξέρει το σωστό, να το διδάσκει και να το διατυπώνει τέλεια παρά κι αγωνιζότανε να το πραγματοποιήσει. Στάθηκε σε μιαν ανοδική περίοδο της ιστορίας μας ο ρυθμιστής του πνευματικού ξαναγεννημού του έθνους. Στάθηκε ο φωτισμένος αρχηγός του εκπαιδευτικού δημοτικισμού. Χωρίς αυτόν δε θα γινότανε ποτές η γλώσσα του έθνους γλώσσα της εθνικής παιδείας. Αυτός πραγματοποίησε τ' όνειρο τόσων προοδευτικών Ελλήνων του αιώνα μας, που φαινότανε πως θα μείνει μόνον όνειρο - αν και η Αντίδραση έκανε και κάνει το παν για να χαλάσει κι αυτό το λίγο που απόμεινε από τη μεγάλη προσπάθεια.
ΑΛΛΑ, ΣΑ ρεαλιστής, δε γελιότανε πως θα μπορούσε μ' ένα νόμο ν' αλλάξει την πνευματική πορεία του έθνους. Επρεπε νάχει μαζί του και τα όργανα της Μεταρρύθμισης, τους δασκάλους που στην πλειονότητά τους είταν αντιδραστικοί ή απαισιόδοξοι. Για τούτο οργάνωσε συνέδρια των λειτουργών της λαϊκής παιδείας για να τους εξηγήσει τη σπουδαιότητα της μεταρρύθμισης κι ανάλαβε και τη διεύθυνση του Διδασκαλείου της Μέσης κι αργότερα της Παιδαγωγικής Ακαδημίας για να παρασκευάζει τα συνειδητά στελέχη της πνευματικής λύτρωσης του λαού από το βραχνά της αγλωσσίας.
ΕΔΩ ΠΡΕΠΕΙ να προσθέσουμε μιαν άλλη αρετή του Δασκάλου. Την αρετή του Αγορητή. Αν τα γραφτά του έχουνε το χάρισμα του ισορροπημένου λόγου των κλασσικών κειμένων («η αιτία να μην παράγει μήτε περισσότερο μήτε λιγότερο αποτέλεσμα απ' όσο περιέχει»), ο προφορικός του λόγος άστραφτε όλος από τη φλόγα και το πάθος της πίστης και της αλήθειας.
Αλλά για να συμπληρώσουμε το σκίτσο του Δασκάλου και Φίλου, ό,τι τα έκαμνε αναμφισβήτητον οδηγόν ψυχών και έργων είταν η δύναμη της προσωπικότητάς του. Η παρουσία του, σε κάθε περίσταση, αποτελούσε εγγύηση της νίκης του σωστού.
Οσοι τον ακούσανε σα Δάσκαλο είτε στα επίσημα ιδρύματα είτε στ' ανεπίσημα (της εξορίας!) άθελά τους, πήγαινε η σκέψη τους στα λίγα επιγραμματικά, που λέει ο Θουκιδίδης για τον Περικλή, που τον ορίζει άξιον «γνώναι τα βέλτιστα και ερμηνεύσαι αυτά», δηλαδή άξιον να καταλαβαίνει το σωστό και να το εξηγεί.
Κι' αυτό το χάρισμα τόχε με το παραπάνου ο Δάσκαλος. Και το χάρισμα τούτο τόχει επίσης με το παραπάνου και το μνημειακό τούτο βιβλίο του.
Αθήνα 5-3-56
Κ. ΒΑΡΝΑΛΗΣ

Πέμπτη, 14 Αυγούστου 2014

«Πιστεύω πως ο βαρναλικός λόγος δεν θα μπορούσε να βρει καλύτερο εκφραστή από τον Χρίστο Καλαβρούζο. Ιδανικός και αξεπέραστος»


Αυτό το διάστημα παρουσιάζεται σε διάφορες πόλεις η παράσταση «Η Αληθινή απολογία του Σωκράτη» με τον Χρίστο Καλαβρούζο στο μονόλογο.
Με την  παράσταση αυτή, το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Ρούμελης επιθυμεί να αποτίσει έναν ελάχιστο φόρο τιμής στον μεγάλο Έλληνα ποιητή Κώστα Βάρναλη καθώς εφέτος συμπληρώνονται 130 χρόνια από τη γέννηση και 40 χρόνια από το θάνατό του.
Σκηνοθεσία: Χρίστος Σιοπαχάς
Σκηνικά-Κοστούμια: Βασίλης Φωτόπουλος
Μουσική: Μιχάλης Χριστοδουλίδης
Το κείμενο αποδίδει ο Χρίστος Καλαβρούζος

Οι επόμενες προγραμματισμένες παραστάσεις είναι:
20/8/2014, Καρπενήσι
24/8/2014, Λιβαδειά
29/8/2014, Συκιές
6/9/2014, Γαλάτσι
9/9/2014, Κορυδαλλός
13/9/2014, Νίκαια
Δεν είναι η πρώτη φορά που ανεβάζει την παράσταση. Από το 1987 και μετά ο Χρίστος Καλαβρούζος έχει υποδυθεί αρκετές φορές τον Βαρναλικό Σωκράτη και κέρδισε το σεβασμό θεατών και ειδικών.
Ενδεικτικά παρουσιάζουμε αποσπάσματα από κριτικές:   

«Ο Σωκράτης-Χρίστος Καλαβρούζος.  Έκανε τους θεατές της πλατείας να ξεσπάσουν σ’ ασταμάτητα χειροκροτήματα-απάντηση στην απόδοση του πρωταγωνιστή».
«ΤΑ ΝΕΑ» 21/10/1988

«Ένα ρεσιτάλ μοναδικής ερμηνείας έδωσε ο Χρίστος Καλαβρούζος.  Ο πρωταγωνιστής μ’ έναν τρόπο μοναδικής υποκριτικής, κατέκτησε με το λόγο του Βάρναλη έκρινε, ανέλυε σατίριζε, χλεύαζε και τα τωρινά πολιτικά δρώμενα με την απολογία του».
«ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ» 17/5/1993

«Στο Εθνικό μας Θέατρο, ο εκλεκτός καλλιτέχνης σκόρπισε ρίγη συγκίνησης με την άφθαστη απόδοσή του… Πιστεύω πως ο βαρναλικός λόγος δεν θα μπορούσε να βρει καλύτερο εκφραστή από τον Χρίστο Καλαβρούζο.  Ιδανικός και αξεπέραστος…».
«ΤΑ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΑ» πολιτιστικά 20/11/1993

«Το περασμένο Σάββατο στην ασφυκτική γεμάτη αίθουσα εκδηλώσεων η ερμηνεία του Χρίστου Καλαβρούζου καθήλωσε το πλήθος των νέων, άγγιξε τις ψυχές τους, ξεσηκώνει ενθουσιώδη χειροκροτήματα».
«ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ» 27/6/2011

«Έφθασε στο… πικρόγελο.  Ήταν καθηλωτικός, κατά κοινή παραδοχή, ενσαρκώνοντας το βαρναλικό Σωκράτη.  Ο γνωστός πρωταγωνιστής είχε γνήσιο σεβασμό στο κείμενο του Βάρναλη και τις λεπτές ισορροπίες της σαρκαστικής διαμαρτυρίας του.  Στην απτή αλλά απαράμιλλη βαθιά ερμηνεία του Καλαβρούζου.  Αξίζει να τη δείτε».
«ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ» 27/4/1996

Ο Χρίστος Καλαβρούζος λέει για το έργο και την παράσταση:
«Η αληθινή απολογία του Σωκράτη δια χειρός Κώστα Βάρναλη, σημάδεψε μια ολόκληρη εποχή. Η πρώτη παρουσίαση στο Εθνικό Θέατρο σε σκηνοθεσία Χρ. Σιοπαχά, σκηνικά-κοστούμια Β. Φωτόπουλου και μουσική Μ. Χριστοδουλίδη, μου προσέδωσε ένα δαιμόνιο μεράκι. Τώρα πλέον, ώριμος,  με τραγική πείρα ζωής και τεχνικής, στέκομαι με ευλάβεια, ευθύνη, αγωνία και αγάπη για να αποδώσω και να συμβάλω να αναγνωρισθεί η πολιτική, κοινωνική, ηθική πνευματική αισθητική που τόσο μας λείπει.  Σε μια εποχή κατάπτωσης και σήψης ο Βαρναλικός λόγος θα βοηθήσει την κοινωνία της αδράνειας και της διαιώνισης του «το του κρείττονος συμφέρον» και θα την σπρώξει προς τα εμπρός». 

Τρίτη, 5 Αυγούστου 2014

ΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΔΗΜΟΤΙΚΙΣΜΟΣ

ΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΔΗΜΟΤΙΚΙΣΜΟΣ

Κώστας Βάρναλης Φιλολογικά Απομνημονεύματα, εκδόσεις «Κέδρος»

( Ανεξάρτητος 22/2/1935 και 23/2/1935)


Πώς και γιατί έγινα ποιητής; Τέτοιου είδους ερωτήματα προβάλλουνε πάντα εκ των υστέρων. Γιατί την ώρα που γίνεται κανείς, που η προσωπικότητα του μορφοποιείται (στην αρχή χωρίς να το καταλαβαίνει κι αργότερα με συνειδητή προσπάθεια), δεν αναρωτιέται το πώς και το γιατί. Έτσι είναι ή ζωντανή ζωή. Το πώς και το γιατί παρουσιάζονται όταν κανείς έχει πια αποτελειω­θεί, όταν έχει καταντήσει κείμενο και κάνει μοναχός του την κριτική του.
Ατομικότητα και περιβάλλον, ψυχικές δυνατότητες και κοινωνικές συνθήκες, καθορίζουνε δράση του ανθρώπου - η Μοίρα, όπως θα λέγανε οι παλαιότεροι.
Θυμούμαι τώρα πως σαν ήμουνα δεύτερη τάξη στο δημοτικό σκολειό, μας είχανε δώσει οι δάσκαλοι για αναγνωστικό ένα βιβλίο με ψιλά γράμματα, Ο μικρός Δημήτριος. Ήτανε ή ιστορία ενός μικρού παιδιού, που το κλέψανε οι γύφτισσες, γραίαι δυσειδείς, από τον πύργο των γονιών του, το κλείσανε σ' ένα υπόγειο σπή­λαιο κι από κει, σα μεγάλωσε λιγάκι, σώθηκε μοναχό του και βγήκε στον ήλιο. Χωρίς να πολυκαταλαβαίνω την καθαρεύουσα, έτσι μαντεύοντας άκρες - μέσες το νόημα των λέξεων, διάβασα μο­ναχός μου από τις πρώτες μέρες όλην αυτήν την περιπετειώδη ιστορία και έμεινα αποσβολωμένος από τη βαθιά εντύπωση, που έκανε στην παιδιάτική μου φαντασία.
Ο μικρός Δημήτριος ήμουνα... εγώ. Όπως εκείνος έμεινε θαμπωμένος από τον ήλιο, κι από το χλοϊσμένο λιβάδι, που για πρώτη φορά τα έβλεπε, έτσι κι εγώ μου φαινότανε, πως για πρώτη φορά έβλεπα τον ήλιο, τα λιβάδια, τα δέντρα και τα πουλιά. Έβγαινα έξω στα χωράφια, καθόμουνα μέσα στα στάχια κι έκλαιγα με δά­κρυα από τη χαρά μου.
Αυτή η νοσηρή ευαισθησία, αυτή η ξαναμμένη φαντασία, που ξυπνήσανε μέσα μου με τόσην ένταση, τώρα το σκέφτομαι πως ήτανε τα ευνοϊκά ψυχολογικά δεδομένα για ένα μελλοντικό ποιητή και μεγάλα μειονεχτήματα για έναν άνθρωπο πραχτικό.
Οι αδερφάδες μου, όπως ανέφερα στα πρώτα μου άρθρα, ήτανε μια τάξη παραπάνου από μένα στο σκολειό. Αυτές είχανε για αναγνωστικό την Οδύσσεια. Τη διάβασα κι αυτήν με πολλή συγκί­νηση και χτυποκάρδι κι ολάκερος αυτός ό μύθος με τους υπεράνθρω­πους ηρωισμούς του και τα θαύματα των θεών, μου φαινόντανε για αληθινά και τα ζούσα τόσο πολύ που μ' έπιανε απελπισία γιατί ήρθε ο Χριστός να σκοτώσει όλους εκείνους τους καλούς Θεούς, που κάνανε καθημερινώς συντροφιά με τους ανθρώπους και πολεμούσανε μαζί τους πλάι-πλάι.
Μεγάλο διανοητικό και ψυχικό στραπάτσο κάνουνε τέτοια βιβλία στα δυστυχισμένα παιδιά. Να γιατί οι Ρώσοι έχουν αποκλείσει από την εκπαίδευση των μικρών μπολσεβίκων το μύθο. Τη στιγμή ίσα- ίσα, που είναι ανάγκη ο άνθρωπος να έρθει σε άμεση επαφή με την πραγματικότητα και να συνηθίσει να πατεί σε στερεό έδαφος για να μη χαθεί αργότερα, δίνουμε στα παιδιά για πνευματική τροφή το θαύμα, για να μη μπορούνε μεθαύριο να ξεχωρίζουνε την αλήθεια από το ψέμα και να έχουνε πάντα ανάγκη από το... θαύμα. Αυτό φαίνεται πως είναι σκόπιμο για τα δικά μας καθεστώτα.
Όταν ήμουνα στην τρίτη τάξη του δημοτικού, είχα και τον πρώτο μου... έρωτα. Αγάπησα την... Ειρήνη, ένα μικρό κοριτσάκι του σχολειού με μπούκλες. Το αρρεναγωγείο και το παρθενα­γωγείο, όπως τα λέγανε, ήτανε εγκατεστημένα στο ίδιο μεγάλο κτίριο. Οι αυλές τους χωριζόντανε από μια σανιδένια φράχτη. Ανάμεσα από τις χαραμάδες έβλεπα σε κάθε διάλειμμα το... ίδαλμά μου να παίζει με τ' άλλα κοριτσόπουλα το γκέον - γκέον - γκέον!. Κι η ψυχή μου προσηύχετο γονυκλινής γεμάτη από οράματα ηρωισμών που θα έκανα εγώ για χατίρι της, όταν θα μεγάλωνα! Τότες έγραψα και το πρώτο μου ποίημα εις εκείνην.
Αλλ' αν το πρώτο μου ποίημα, που το είχα ταιριάξει σ' ένα γνωστό δημοτικό ήχο για να... τραγουδιέται, ήτανε ερωτικό, τα κατοπινά μου ήτανε σατιρικά. Σατίριζα τους δα σκάλους μου για ό,τι κουσούρι έβλεπα στον καθένα, φυσικό εννοείται· τον ένα για τη μεγάλη του μύτη, τον άλλονε γιατί ήτανε πάντα μεθυσμένος κ.τ.λ. κ.τ.λ.
Στο αναμεταξύ όπου έβρισκα τυπωμένο ποίημα καθόμουνα και το διάβαζα. Και μου φαίνεται πως το ένιωθα. Κάποιος φίλος του αδερφού μου, που παρατήρησε αυτή μου τη μανία, μου αγόρασε μιαν ανθολογία ποιημάτων. Θυμούμαι την τιμή της, σαράντα λεπτά. Γιατί πριν να μου την αγοράσει, την έβλεπα απλωμένη μαζί με άλλα λαϊκά βιβλία (το Μπερτόλδο, τον Ερωτόκριτο, την ιστο­ρία του Μεγάλου Αλεξάνδρου κ.τ.λ.) απάνω στο πεζοδρόμιο. Εκεί είχε στήσει το υπαίθριο κατάστημα του ένας πλανόδιος βιβλιοπώ­λης. Και είχα ρωτήσει πόσο κάνει.
Κάθε μέρα το κουβαλούσα αυτό το βιβλίο στο σκολειό μέσα στην τσάντα μου και το διάβαζα όσο που το είδε καπότες ο δάσκαλος και μου το πήρε ως... απηγορευμένον βιβλίον διά μαθητάς. Μου πήρε την ψυχή μου. Τόσο πόνο μου έκανε αυτή του η... κλοπή.
Όταν πήγα στο γυμνάσιο εξακολουθούσα να γράφω ποιήματα. Τα περνούσα καλλιγραφημένα σ' ένα τετράδιο και τα φύλαγα. Κάθε χρόνο έσκιζα το περσινό τετράδιο κι άρχιζα καινούριο, όσο να έρθει το πλήρωμα του χρόνου να το σκίσω κι αυτό. Αυτήν τη συνή­θεια την έχω και τώρα.. Προτιμώ να σκίζω παρά να γράφω. Κι όταν έχω τυπώσει τίποτα δεν το διαβάζω ποτές από... φόβο. Ξέρω πως δε θα μου αρέσει και πως είναι αργά πια για να το σκίσω. Εν τω Αδη ουκ έστι μετάνοια. Γι' αυτό και δεν ξέρω κανένα ποίημα μου απόξω.
Αυτά τα τετράδια τα έκρυβα. Τα έδινα να μου τα φυλάγουν άλ­λοι φρόνιμοι συμμαθητές μου. Γιατί τα περισσότερα ποιήματα ήταν ερωτικά. Έγραφα βέβαια και για την άνοιξη, για τη... ση­μαία μας κ.τ.λ. Μα ένα ερωτικό ποίημα, αν έπεφτε στα χέρια των καθηγητών μου, έφτανε να με χαντακώσει. Γιατί σε κείνη την εφηβική ηλικία οι περισσότεροι μαθητές ήταν ερωτευμένοι με μαθή­τριες του ελληνικού ή βουλγαρικού γυμνασίου κι είχανε τη σχετική τους αλληλογραφία και τα σχετικά ραντεβού. Κι ο έρωτας λογα­ριαζότανε για βαρύ αμάρτημα από τη σχολική... Εξουσία! Κι εγώ δεν ήμουνα ο λιγότερο αμαρτωλός.
Μοναχά σαν τέλειωσα το γυμνάσιο δημοσίεψα δυο-τρία ποιήματα στις Ειδήσεις του Αίμου της Φιλιππούπολης.
Ωστόσο τρεις από τους καθηγητές μου ήτανε ποιητές. Ο καθηγητής μου των ελληνικών Μυρτίλος Αποστολίδης[1]- ο καθηγητής μου των μαθηματικών Κυριάκος Στεφανίδης κι ο καθηγητής της μουσικής Κωνσταντίνος Μπέλλας. Ο πρώτος δημοσίευε συχνά στις Ειδήσεις του Αίμου μεγάλες σειρές από σονέτα - κι ο τρίτος είχε εκδώσει μια συλλογή ποιήματα με τον τίτλο Η καρδιά μου. Όσο για το δεύτερο, αυτός ήξερε απόξω ολόκληρα ειδύλλια του Θεοκρίτου και κομμάτια από τις ραψωδίες του Όμηρου και σύνθετε το κείμενο όλων των τραγουδιών, που μάθαινε η χορωδία του γυμνα­σίου των αγοριών και των κοριτσιών. Πώς ήθελα να τους... μοιάσω.
Οι περισσότεροι από τους καθηγητές μου ήτανε καθαρευουσιάνοι των άκρων, οπαδοί του Κόντου. Από αυτούς έμαθα να γράφω την πιο αυστηρή καθαρεύουσα με μέσους αόριστους και με απαρέμφατα. Ήτανε όμως και μερικοί διγλωσσίτες, όπως οι τρεις ποιητές που ανάφερα παραπάνω. Ένα καιρό στάθηκα κι εγώ στο αξίωμα η καθαρεύουσα είναι η γλώσσα της επιστήμης και η δημοτική η γλώσσα της ποιήσεως. Κάτι είναι κι αυτό. Δεν πρόφτασα όμως καλά-καλά να τελειώσω το γυμνάσιο κι ήμουνα πια δημοτικιστής σε όλα — μα όχι και μαλλιαρός. Γιατί τότες ενόμιζα πως ο μαλλιαρισμός είναι... γλωσσική αυθαιρεσία. Ενώ είναι ο νόμος κι ο κανό­νας και η τάξη στη γλώσσα. Κι η παλικαριά.
Στο οικοτροφείο του γυμνασίου είχαμε καταρτίσει οι μαθητές με εράνους μια μικρή βιβλιοθήκη από φιλολογικά βιβλία. Ο Στεφανίδης μας εχάρισε μερικά από τα δικά του (Καρκαβίτσα, Εφταλιώτη*) και γραφτήκαμε συνδρομητές στο περιοδικό Εθνική Αγωγή, που έβγαζε ο Δροσίνης*. Από αυτά τα βιβλία είχα πει­στεί, πώς η δημοτική είναι όμορφη κι εκφραστική και στον πεζό λόγο όπως και στους στίχους.
Στα 1902 επρόκειτο να γιορταστεί η εκατονταετηρίς του Σολωμού. Θυμάμαι, πως ο γυμνασιάρχης ήρθε μια μέρα στην αίθουσα της παραδόσεως και μας διάβασε ένα έγγραφο κάποιας επιτροπής εράνων. Και μας είπε όποιος θέλει να συνδράμη δύναται να καταθέση τον όβολόν του εις το γραφείον.
Αυτό ήτανε όλο. Κανένας καθηγητής μας δεν μας έκανε λόγο για το μεγάλο ποιητή. Κανένας δε μας εξήγησε το έργο του ούτε μας έδωσε καμιάν ιστορική και βιογραφική πληροφορία γι' αυτόν. Τέτοια ήτανε ή εθνική μας εκπαίδευση. Ο πιο σημαντικός άνθρω­πος στην πνευματική ζωή της νέας Ελλάδας έπρεπε ν' αγνοείται από τους αληθινούς Έλληνες γιατί ήτανε... χυδαϊστής. Ο Σολω­μός ήτανε εχθρός των λογιότατων. Οι λογιότατοι τον εκδικιόντανε τώρα.
Το σημειώνω αυτό για να φανεί καθαρά, πως για να μάθει ένας Ρωμιός τη γλώσσα του και να γνωρίσει τους πνευματικούς θησαυ­ρούς της φυλής του, πρέπει να κάνει μοναχός του αυτή τη δουλειά αρχίζοντας από το άλφα. Η εκπαίδευσή μας από τότε έως σήμερα έχει για μοναδικό της σκοπό να μας κάνει να ξεχάσουμε τον πραγ­ματικό εαυτό μας και να μας κάνει άγλωσσους, ανεδαφικούς και... φρονηματίας - ήγουν δούλους.
Τέτοια εκπαίδευση, τέτοια ανερμάτιστη δημόσια γνώμη!




[1] 1870-1942. Όταν μετά τους διωγμούς των Ελλήνων από τη Φιλιππούπολη επέστρεψε στην Ελλάδα το ελληνικό κράτος τον διόρισε φύλακα στο Εθνικό Μουσείο.