Παρασκευή, 25 Ιουλίου 2014

Η φωνή των κειμένων

Αναδημοσιεύουμε από το «Ριζοσπάστη» (Κυριακή 14 Φλεβάρη 1999) κείμενο της καθηγήτριας πανεπιστημίου Ιωαννίνων, Γεωργίας Λαδογιάννη:

Η φωνή των κειμένων
Ο Βάρναλης διαβάζει Ομηρο

Oταν μπορέσουμε να γράψουμε μια τίμια ιστορία της λογοτεχνίας, τότε ξεχωριστή θέση πρέπει να δώσουμε στους δασκάλους μας, τους νέους Δασκάλους του Γένους, του 20ού αιώνα. Ο Κώστας Βάρναλης, λογοτέχνης, κριτικός και από τους πιο γερούς μας φιλολόγους, θα είναι ανάμεσα στους πρώτους.
Στη δεκαετία του 1920, όταν οι λογοτέχνες μας και οι διανοούμενοι εκείνης της εποχής έκαναν την πρώτη γνωριμία με τις αρχές του ιστορικού υλισμού και τολμούσαν με τη νέα ματιά να δούνε τα πράγματα και να μας δώσουν τα καλλιτεχνικά και τα θεωρητικά τους έργα, ο Βάρναλης ήταν από τους πρωτοπόρους. Είχε συμβάλει σ' αυτό το ξεκίνημα με δύο βιβλία. Με το μεγάλο συνθετικό ποίημα "Το φως που καίει" (1922) και με την κριτική του μελέτη "Ο Σολωμός χωρίς μεταφυσική" (1925), που έμεινε σταθμός στην ιστορία των σολωμικών σπουδών.
Σήμερα, ξεφυλλίζουμε εκείνη τη μελέτη. Στεκόμαστε σε ένα σημείο της, που δεν το προσέξαμε αρκετά ως τώρα. Είναι η ενότητα, που έχει τίτλο "Φιλολογία και πραγματικότητα". Στην ενότητα αυτή, ο Βάρναλης θέλει να μας δώσει πληροφορίες για το πώς ήταν η κοινωνία, μέσα στην οποία έζησε ο Διονύσιος Σολωμός, ώστε να κατανοήσουμε ποια είναι η βάση του έργου του, των ιδεών του και της αισθητικής του ομορφιάς. Ομως, αντί να κάνει ιστορία, μεταπλάθει και μετασχηματίζει το υλικό της ιστορίας σε λογοτεχνικό κείμενο. Και, τελικά, αυτό που μας δίνει είναι ένα πεζογράφημα, ενθυλακωμένο στο εσωτερικό της κριτικής του μελέτης για τον Σολωμό, σαν μια πεζογραφική παρένθεση.
Ο Βάρναλης ανασυγκροτεί, στο μέρος αυτό, την πιο σπαρταριστή - σε ζωντάνια και αισθητική ευφορία - εικόνα για τα Επτάνησα, κατά τις προηγούμενες περιόδους της ιστορίας τους. Βασισμένος σε φιλολογικές και ιστορικές πηγές και με μέθοδο την κοινωνιολογική ερμηνεία, όπως τη γνώριζε από τα πρώτα του σοσιαλιστικά διαβάσματα, μας δίνει ένα εκπληκτικής αισθητικής απόλαυσης πρότυπο λογοτεχνικής μετάπλασης της ιστορίας. Αργότερα, τον ίδιο τρόπο γραφής θα τον αξιοποιήσει και σε άλλα του έργα. Η αληθινή "Απολογία του Σωκράτη" βγαίνει από αυτήν την παράδοση, της συνομιλίας με άλλα έργα. Μια γεύση της ευφυούς γραφής του Βάρναλη και της διδακτικής του δεξιοτεχνίας ως κλασικού φιλολόγου, παίρνουμε από την περιγραφή του παλατιού του Οδυσσέα στην Ιθάκη. Ο Βάρναλης θυμάται τον Ομηρο, ιδιαίτερα τις περιγραφές της Ιθάκης και του παλατιού του βασιλιά Αλκίνοου της Κέρκυρας, καθώς ταξιδεύει φανταστικά στο παρελθόν των Επτανήσων, για να μας περιγράψει την κοινωνική τους κατάσταση στο τέλος του 18ου και τις αρχές του 19ου αιώνα. Περιγράφει τα λαμπρά και πλούσια παλάτια, γεμάτα γεννήματα και τραγούδια. Αλλά, την ίδια στιγμή, διακρίνει τη "μουγκή αγκούσα", το λαό του Πόνου και της Αδικιάς, αυτόν που δημιουργεί τα πλούτη των βασιλιάδων. Ο Βάρναληςβλέπει το λαό πίσω από την ιστορία των βασιλιάδων και τον βγάζει από την ανωνυμία του, από το "σκοτάδι της Σιωπής", που τον είχανε βάλει οι τραγουδιστάδες των βασιλιάδων, οι Δημόδοκοι και οι Φήμιοι.
Ας δούμε αυτήν την περιγραφή της ομηρικής Ιθάκης από τον Βάρναλη.
"Το μαγικό νησί του Ομήρου. Η ηρωική βασιλεία με τα κοπάδια τα γιδοπρόβατα, τα βόδια και τα γουρούνια με το ισόγειο τριαδικό παλάτι, που άστραφτε από τον ακράτο, δίχως άμμο, ασβέστη με τη στέρνα στη μέση της μεγάλης αίθουσας, όπου τρέχανε από την ανοιγμένη σκεπή τα νερά της βροχής, - ολόγυρα στη στέρνα γλάστρες με λουλούδια και ίσα αντίκρα στο έμπα με τουςκαταπόρφυρους μπερντέδες ο γονικός πέτρινος θρόνος, μαύρος και γυαλιστερός απ' τα χρόνια. Τα ρόδια, τα πορτοκάλια, τα σταφύλια και τα σύκα, που ολοχρονίς λυγίζανε τα κλαριά τους, πάντα ώριμοι καρποί πλάι σε άγουρους και πάντα νέοι ανθοί, για να δέσουνε αργότερα οι ατέλειωτες αποθήκες με ταμεγάλα πιθάρια, ψηλότερα απ' το μπόι ενός άντρα, ξέχειλα πάντα από κρασί καιλάδι και φασόλια και σιτάρι, - δοσίματα του υπάκουου λαού, ο κουμπελίδικοςτάφος με τη χαλκωματένια πόρτα και με τους φυλακάτορες τα λιοντάρια απάνου, γιομάτος αμέτρητο χρυσάφι, ο μακαρισμένος αυτός κόσμος αυλικώντραγουδιστάδων με την πλερωμένη λύρα ίσως να μην υπήρξε ποτές έτσι αληθινός. Ομως πίσου από το χρυσό μαγνάδι των Ηχων και των Στίχων, που χώριζε τον κόσμο της Ομορφιάς, τον κόσμο του Πόνου από τον κόσμο της Χαράς, τον κόσμο της Αδικιάς από τον κόσμο της Δύναμης, ακούγεται ν' ανεβαίνει μια μουγκή αγκούσα ανθρώπων σκοτεινών, που τους πνίξατε στο παντοτεινό σκοτάδι της Σιωπής, Δημόδοκοι και Φήμιοι".
Γεωργία ΛΑΔΟΓΙΑΝΝΗ
Επ. Καθηγήτρια
Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων
Ο Βάρναλης θυμάται τον Ομηρο, ιδιαίτερα τις περιγραφές της Ιθάκης και του παλατιού του βασιλιά Αλκίνοου της Κέρκυρας, καθώς ταξιδεύει φανταστικά στο παρελθόν των Επτανήσων, για να μας περιγράψει την κοινωνική τους κατάσταση στο τέλος του 18ου και τις αρχές του 19ου αιώνα. Περιγράφει τα λαμπρά και πλούσια παλάτια, γεμάτα γεννήματα και τραγούδια. Αλλά, την ίδια στιγμή, διακρίνει τη "μουγκή αγκούσα", το λαό του Πόνου και της Αδικιάς, αυτόν που δημιουργεί τα πλούτη των βασιλιάδων.



Σάββατο, 19 Ιουλίου 2014

Οι επαναστατικές ιδέες στο «Φως που καίει» του Κώστα Βάρναλη

Αναδημοσιεύουμε από την ένθετη έκδοση του «Ριζοσπάστη» «Ριζόχαρτο» (Κυριακή 25 Νοέμβρη 2007) κείμενο της καθηγήτριας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, Γεωργίας Λαδογιάννη:


Οι επαναστατικές ιδέες στο «Φως που καίει» του Κώστα Βάρναλη


Το 1922, έτος της πρώτης έκδοσης του συνθετικού ποιήματος το «Φως που καίει», είναι η μεγάλη τομή στο έργο του Βάρναλη. Ο ποιητής αφήνει οριστικά πίσω τα μεγαλοϊδεατικά οράματα και γίνεται συνοδοιπόρος στην πορεία προς το μέλλον που οραματιζόταν η εργατική τάξη στη Δυτική Ευρώπη και πραγματοποιούσε στη Σοβιετική Ενωση.
Η αφετηρία της αλλαγής του Βάρναλη βρίσκεται στο μεσοπολεμικό Παρίσι, την επομένη του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου. Εκεί, σε περιβάλλον με παράδοση στο εργατικό κίνημα και ανεπτυγμένη κίνηση ιδεών, στα πλαίσια έντονων ιδεολογικών ζυμώσεων που συντελούνται κάτω από τη διπλή επίδραση του πολέμου και της σοσιαλιστικής νίκης στη Σοβιετική Ενωση, ο Βάρναλης προσεγγίζει τη θεωρία του μαρξισμού. Ετσι, ο Βάρναλης θα πρέπει να θεωρηθεί ως πρωτοπόρος της ελληνικής επαναστατικής διανόησης με το δεδομένο ότι την εποχή αυτή το εργατικό κίνημα της χώρας μας μόλις αποκτούσε την οργανωτική και πολιτική του υπόσταση και αναζητούσε τη θεωρητική θεμελίωση της ταξικής του συνείδησης. Αν το ΣΕΚΕ (1918) αποτελούσε την οργανωμένη παρουσία του εργατικού κινήματος στην ελληνική ιστορία, η θεωρητική θεμελίωση των διεκδικητικών του αγώνων βρισκόταν ακόμα στην προϊστορία. Γι' αυτό και ο αγώνας για το θεωρητικό του εξοπλισμό αποτέλεσε επίμονη φροντίδα και διεξαγόταν παράλληλα και ανοδικά με την ταξική πάλη. Οι αναλύσεις και οι μεταφράσεις μαρξιστικών έργων στο «Ριζοσπάστη», μετά τη σύνδεση με τη Γ΄ Διεθνή (ΣΕΚΕ-Κ, 1920), και στην «Κομμουνιστική Επιθεώρηση» ανταποκρίνονται σε αυτή την ανάγκη.
Ετσι, το «Φως που καίει», στα 1922, δεν αισθητοποιεί μόνο την κοινωνική συνείδηση του οργανωμένου κινήματος αλλά λειτουργεί ως διαμορφωτής και καθοδηγητής αυτής της συνείδησης, την οποία προσανατολίζει στην ταξική της αυτογνωσία. Αυτός ο χαρακτήρας εξηγεί ως ένα σημείο και την τεχνική ανωριμότητα του έργου, την οποία φροντίζει να βελτιώσει, δουλεύοντάς το ξανά και «ξαναπλάθοντάς» το σε δεύτερη (1933) και τρίτη μορφή (1945).
Χαρακτηρίζοντας τον Βάρναλη πρωτοπόρο της ελληνικής επαναστατικής διανόησης, δεν εννοώ πως το εργατικό κίνημα δεν είχε συγκινήσει προηγούμενα άλλους διανοητές και έργα. Η διαφορά του «Φωτός» με προηγούμενα έργα κοινωνικού προβληματισμού (Ταγκόπουλου, Γκόλφη, Πικρού, Παρορίτη) προέρχεται από τη συγκριτικά βαθύτερη εξοικείωση του Βάρναλη με τη μαρξιστική θεωρία, ώστε για πρώτη φορά να έχουμε εν πολλοίς ορατή την παρουσία αρχών του ιστορικού υλισμού σε έργο της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Αυτό γίνεται πιο καθαρό στη μορφή του 1933, όπου το «Φως», αισθητικά αρτιότερο και ιδεολογικά ωριμότερο, απηχεί το επίπεδο της επαναστατικής συνείδησης της εποχής, μας δίνει την προοπτική που υιοθετούσε εκείνη την εποχή ο αγώνας του κινήματος και επιβεβαιώνει τη στενή σύνδεση του Βάρναλη με αυτό. Χαρακτηριστική είναι και η απήχηση που είχε στα 1933 στην κομμουνιστική διανόηση και στα έντυπά της.
Το «Φως που καίει» μεταφέρει σε αισθητικές μορφές, σημαντικές και εν μέρει πρωτοποριακές για τον καλλιτεχνικό κανόνα της εποχής, την ιδεολογική αντίκρουση στο αστικό εποικοδόμημα και την αποκάλυψη της σχέσης βάσης-εποικοδομήματος ως απάντηση στην προβαλλόμενη «ουδετερότητα» των αστών διανοουμένων και καλλιτεχνών της εποχής.
Η καλλιτεχνική πραγμάτευση αξιοποιεί μυθικά και ιστορικά πρόσωπα με ισχυρά φορτία σημασίας στο πολιτικό και το κοινωνικό πεδίο, όπως είναι ο Προμηθέας, ο Ιησούς και ο Μώμος. Κι ενώ, στην αρχή, τα πρόσωπα αυτά εμφανίζονται να αντιστοιχούν με τις διαλεκτικές σχέσεις, Προμηθέας-«θέση», Ιησούς-«αντίθεση», Μώμος-«σύνθεση», στην πορεία ολοκλήρωσης του έργου προκύπτουν νέες σχέσεις και πρόσωπα, όπως: Προμηθέας και Ιησούς αποτελούν τη «θέση», ο Μώμος την «αντίθεση» και τα πρόσωπα Οδηγητής και Λαός τη «σύνθεση», όπου η πάλη των αντιθέσεων οδηγεί εξελικτικά και νομοτελειακά στην προλεταριακή επανάσταση.
Θεματικοί άξονες είναι οι κύριοι τομείς του αστικού εποικοδομήματος: Θρησκεία-Φιλοσοφία, Τέχνη, Πατρίδα. Εδώ η ιδεολογική οπτική του Βάρναλη ευθυγραμμίζεται με τη μαρξιστική προσέγγιση που ασκούσε κριτική στα διάφορα ρεύματα του ιδεαλισμού που κυριαρχούσαν στο Μεσοπόλεμο, υποστηρίζοντας ότι σε τελική ανάλυση όλα καταλήγουν σε ένα φιντεϊσμό (θεολογισμό) και ότι η ιδεαλιστική φιλοσοφία και η θεολογία συμμαχούν εναντίον της επιστημονικής γνώσης.
Τα συμβολικά πρόσωπα του Προμηθέα και του Ιησού γίνονται τα μέσα για να δείξει ο ποιητής τη σχέση ανάμεσα στην εξουσία (πολιτική και κοινωνική) και στη φιλοσοφία που καλλιεργεί την ψευδή συνείδηση και στηρίζει την εξουσία. Ετσι, η Σταύρωση, ως κοινή τύχη και του Προμηθέα και του Ιησού, και ενώ υπαγορευόταν από το ζωτικό συμφέρον της εξουσίας (του Δία ή των Φαρισαίων) στο λαό περνάει αντίστροφα και εμφανίζεται ως δικό του αίτημα και συμφέρον. Να, μια στιγμή από το λόγο του Μώμου προς τον Προμηθέα: «Αν νικούσες τον Δία, τότε όλοι θα 'τανε μαζί σου. Και θεοί κι ανθρώποι. Δεν το ξέρεις; Πάντα οι νικημένοι έχουνε τ' άδικο. Και τ' άβουλο πλήθος πάει ταχτικά με τους νικητές». Και για τον Ιησού θα πει: «...μεγαλοπαπάδες και Φαρισαίοι κάνανε συμβούλιο και τον κατηγορήσανε από τη μια μεριά στη ρωμαϊκή εξουσία για οχτρό του Νόμου κι από την άλλη στον ιουδαϊκό λαό για οχτρό του Θεού. / Οχτρός του Θεού; Τότες ο λαός των κουρελήδων, που είναι θρήσκος (όλα κι όλα!) αγρίεψε, ξεσηκώθηκε και ζήτησε από τους Ρωμαίους το θάνατό του».
Στην εποχή του, ο ποιητής βλέπει ότι η συνεργασία εξουσίας και Φιλοσοφίας/Θρησκείας γίνεται πλέον τρισυπόστατη, με τη συγχώνευση και της αστικής τέχνης μέσα στο πλέγμα αυτών των σχέσεων. Στο συμβολισμό της πόρνης Αριστέας και της μαϊμούς καταγγέλλει την έσχατη καταστρεπτική συνέπεια που είναι η νομιμοποίηση του πολέμου. Εδώ ανιχνεύουμε τη μαρξιστική αντίληψη για την καπιταλιστική νομοτέλεια του πολέμου στη συνείδηση του Βάρναλη, ο οποίος στηλιτεύει την αστική διανόηση της εποχής του για την έμμεση και άμεση στήριξη που προσφέρει στον ιμπεριαλισμό του αστικού κράτους (Α΄ Παγκόσμιος, Μικρασιατική εκστρατεία). Η εξοντωτική σάτιρα του Βάρναλη, εδώ, ανατρέπει την ιδεαλιστική εικόνα της αστικής τέχνης, στο ευρηματικό σχήμα: «Μια θέισσα αντάμα μ' ένα ζο», όπου «θέισσα» είναι η αστική τέχνη και «ζο» η βαρβαρότητα του καπιταλισμού και των πολέμων του.
Για τον Βάρναλη η τέχνη (και η φιλοσοφία) οφείλει να βοηθήσει τον άνθρωπο να σκεφτεί ποια είναι η πραγματική του θέση στον κόσμο. Και επίσης να τον παρακινήσει να παλέψει για να αποκαταστήσει όσα υπάρχουν για να τον υπηρετούν και όχι να στηρίζουν τους δυνάστες του. Ο Μώμος (ως η μάσκα του ποιητή) εκφράζει το συνειδητοποιημένο προλεταριάτο της εποχής και πιστεύει ότι τόσο η θρησκευτική «πρόληψη» όσο και ο θεϊκός «μύθος» θα εκπέσουν οριστικά όταν ανατραπούν οι εξουσίες που τα δημιούργησαν: «...θα πέσετε μοναχοί σας (Προμηθέας, Ιησούς), χωρίς να μεταχειριστούν (οι άνθρωποι) ενάντιά σας ούτε σαγίτες ούτε σφεντόνες ούτε αστροπελέκια. / Αυτά θα τα μεταχειριστούν ενάντια στους αφέντες της Γης! Αμα ρίξουν αφτουνούς, θα πέσετε και σεις ο επουράνιος ίσκιος τους...». Η πίστη στην επιτυχία της επανάστασης που υπάρχει στο προηγούμενο παράθεμα δείχνει τη συμπόρευση με το κίνημα, που αναφέραμε. Στη μορφή του 1922 η επανάσταση υπήρχε ως όραμα και ευχή, τώρα, στα 1933, όπου και το ΚΚΕ στα επίσημα κείμενά του μιλάει για «σοβιετική Ελλάδα» και η Γ΄ Διεθνής προσδοκούσε την επέκταση της επανάστασης ως συνέπεια των φασιστικών επιλογών της αστικής τάξης, ο Βάρναλης μας παρουσιάζει τον οριστικό αφανισμό της αστικής κυριαρχίας. Σημειώνει χαρακτηριστικά: «Η Αριστέα κ' η μαϊμού... γλιστράνε και πέφτουνε αγκαλιασμένες και οι δυο μέσα στον ανοιγμένο τάφο και το χώμα τις σκεπάζει για πάντα». Και η επανάσταση είναι γεγονός και όχι μόνο ελληνικό αλλά παγκόσμιο: «...ένας φωτεινός κύκλος αρχίζει να χαράζει ολόγυρα στον ορίζοντα εκεί, που δένεται ο ουρανός με τα βουνά και με τη θάλασσα».
Στο μέρος του ποιήματος με τον τίτλο «Το τραγούδι του Λαού», ο λαός έχει ήδη νικήσει, όμως εξακολουθεί να αγωνίζεται τόσο για τη σοσιαλιστική δημιουργία όσο και ενάντια στα υπολείμματα της αστικής τάξης: «Για να μην ψάχνεις άδικα να μας δαγκώσεις ξαφνικά, / γραμμή τα ξεριζώσανε τα δόντια σου τα παστρικά...».
Συμπερασματικά, το Φως που καίει είναι το αισθητικό ντοκουμέντο των αρχών του εργατικού μας κινήματος, καθώς αποτυπώνει την καλλιτεχνική μετουσίωση της συγκίνησης που πλημμύριζε τις καρδιές των ανήσυχων, κοινωνικά ευαίσθητων και ασυμβίβαστων δημιουργών του Μεσοπολέμου.

Πέμπτη, 17 Ιουλίου 2014

Το παραμύθι

Από την «Αληθινή απολογία του Σωκράτη» δημοσιεύουμε το Παραμύθι (Κεφάλαιο δεύτερο, από τον τόμο του Κέδρου «Ποιητικά Πεζός λόγος Ελεύθερος  Κόσμος»):


20. «Παραμύθια»;... Αϊ λοιπόν θα σας πω κ' ένα παραμύ­θι, για να ξεκουραστείτε! Μια φορά κι έναν καιρό οι κλέφτες της πρώτης πολιτείας του κόσμου, αφού πλουτύνανε αρκετά, αποφασίσανε να τακτοποιήσουνε τη ζωή τους. Μπλοκάρανε λοιπόν τους φτωχούς της πολιτείας κι αφού τους μαζώξανε στην πλατέα, τους είπανε: «Ψηλά τα χέρια! Θέλουμε το καλό σας. Δε θα σας πάρου­με τα φκιάρια, τους κασμάδες, τα  σκεπάρνια, τα  δισάκια και τα  ζεμπίλια σας με  το ψωμοτύρι, τα  τρύπια σας πουκάμισα με  τις ψείρες και τις απάτωτες καλύβες σας, που κάνουνε νερά, σα βρέχει. Είσαστε λεύτεροι! - (ψη­λά τα  χέρια!). Λέφτεροι να ζείτε κατά το κέφι σας, να κερδίζετε, να κάνετε κομπόδεμα, να μεθάτε, να χορέβετε, να γεννοβολάτε και να πεθαίνετε. Εμείς θα σας μα­θαίνουμε τις... αλήθειες! Θα σας δώσουμε πλούσια φαν­τασία κ' αισθαντική καρδιά. θα σας δώσουμε κι αθάνατη ψυχή. Κι όποιος από σας του γουστάρει, θα μπορεί να γράφει ποιήματα, να σκαρώνει θεωρίες και να δοξάζε­ται! Ο κυρίαρχος λαός θα ‘σαστε εσείς! Εμείς μοναχά θα σας κουμαντάρουμε. Θα φροντίζουμε για την ασφάλεια της ζωής, της τιμής και της περιουσίας σας – μ’ ένα λόγο για τη λευτεριά σας. Σεις θα δουλεύετε, κατά πώς θέλετε κι ό,τι θέλετε κι όποτε θέλετε. Εμείς θα σας δίνουμε δουλειά, φτάνει να βρίσκεται, και σεις θα μας δίνετε τα κόπια σας. Και για να μη θαρρέψετε πως σας αδικούμε, θα πλερώνουμε κ' εμείς το ίδιο δόσιμο στο Κράτος, - στον εαφτό μας!

21. »Κ’ εσείς κ’ εμείς θα ‘χουμε πάνω από τα κεφάλια μας τους ίδιους Θεούς, που θα προστάζουν εσάς να δουλεύετε και να μην τρώτε κ’ εμάς να καθόμαστε και να τρώμε. Κ’ εμείς κ’ εσείς θα ‘χουμε πάνω απ’ τα κεφάλια μας τους ίδιους νόμους, που εμείς θα σας τους δίνουμε κ’ εσείς θα τους ψηφίζετε σα βουλευτάδες και θαν τους εφαρμόζετε σα δικαστάδες ενάντια στον εαυτό σας. Και για να μην πλακώνουν απ' άλλες στεριές και θάλασσες κουρσάροι και κλέφτες ν' αρπάζουνε το υστέρημά σας και να παίρ­νουνε σκλάβους κ' εσάς και τις γυναίκες σας και τα  παι­διά σας, θα σας αρματώνουμε, θα σας γυμνάζουμε, για να μπορείτε να διαφεντέβετε τους θεούς σας, τον εαφτό σας κ' εμάς, δηλαδή την πατρίδα. Να σκοτώνεστε σεις και να ζούμε μείς. Κι επειδή μοναχοί σας δε θα μπορούσατε να σκεφτείτε το συμφέρον σας και να φυλάξετε τον εαυτό σας, θα σας αναγκάζουμε με το ζόρι (ψηλά τα χέρια!). Ένα πράγμα μοναχά σας απαγορεύουμε: να κλέβει ο ένας τον άλλονε. Γιατί μπορεί να κλέψετε κ’ εμάς».

22. Έτσι λοιπόν ο λαός δούλευε λεύτερα και λεύτερα σκεφτότανε. Και τραγουδούσε χαρούμενα στις ταβέρνες σαν τον κότσυφα στο κλαρί (στο κλουβί!). Κ’ οι σωτήρες του ξαπλωνόντανε τ’ ανάσκελα σε ζεστά  παλάτια το χειμώνα και κάτου απ’ ανθισμένα δέντρα το καλοκαίρι - και σωρό γυναικούλες όμορφες τους ψειρίζανε το σβέρκο και τους χουχουλίζανε το ριζάφτι (πολύ συντελεί!). Κ’ η εφτυχία τους αυτή ήτανε δύναμη της πατρίδας κ’ η ξετσιπωσιά τους καθαρμός. Κι αν κάπου βαριεστίζοντας ο λαός τους έδιωχνε, ζητούσε αμέσως άλλους να τόνε κλέβουνε: δε μπορούσε πια μήτε να σκεφτεί χωρίς «σωτήρες».


23. Γελάτε και με το δίκιο σας, ω άντρες Αθηναίοι. Τέτια παράξενη πολιτεία μήτε γίνηκε μήτε θα γίνει ποτές! Παραμύθι, βλέπετε. Τώρα θα μου ζητάτε κ’ επιμύθιο! Πού να το βρω!... Μοναχά σας λέω: «Αλίμονο στον αφτόδουλο πολίτη, που φτασμένος στα έσχατα της απελπισιάς παραδίνεται, για να σωθεί, στο έλεος του Θεού και  στους νόμους των Κλεφτών».

Δευτέρα, 14 Ιουλίου 2014

Χρ. Καλαβρούζος: «Η Αληθινή Απολογία του Σωκράτη»


Το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Ρούμελης στο πλαίσιο της θερινής του δραστηριότητας παρουσιάζει το έργο «Η αληθινή Απολογία του Σωκράτη» του Κώστα Βάρναλη.

Πρόκειται για έναν συγκλονιστικό μονόλογο που φέρει την υποκριτική σφραγίδα του πρωταγωνιστή Χρίστου Καλαβρούζου. Η σκηνοθεσία είναι του Χρίστου Σιοπαχά (με σκηνοθετική επιμέλεια του Χρίστου Καλαβρούζου), τα σκηνικά και τα κοστούμια είναι του αείμνηστου βραβευμένου σκηνογράφου Βασίλη Φωτόπουλου και η μουσική του Μιχάλη Χριστοδουλίδη. Για την ερμηνεία του αυτή, ο Χρίστος Καλαβρούζος έχει αποσπάσει στο παρελθόν διθυραμβικές κριτικές, καθώς αυτή αποτελεί σταθμό στη μακρά θεατρική του διαδρομή.

Λίγα λόγια από τον ηθοποιό Χρίστο Καλαβρούζο για το έργο:

«Η αληθινή απολογία του Σωκράτη δια χειρός Κώστα Βάρναλη, σημάδεψε μια ολόκληρη εποχή. Η πρώτη παρουσίαση στο Εθνικό Θέατρο σε σκηνοθεσία Χρ. Σιοπαχά, σκηνικά-κοστούμια Β. Φωτόπουλου και μουσική Μ. Χριστοδουλίδη, μου προσέδωσε ένα δαιμόνιο μεράκι. Τώρα πλέον, ώριμος, με τραγική πείρα ζωής και τεχνικής, στέκομαι με ευλάβεια, ευθύνη, αγωνία και αγάπη για να αποδώσω και να συμβάλλω να αναγνωρισθεί η πολιτική, κοινωνική, ηθική πνευματική αισθητική που τόσο μας λείπει. Σε μια εποχή κατάπτωσης και σήψης ο Βαρναλικός λόγος θα βοηθήσει την κοινωνία της αδράνεις και της διαιώνισης του «το του κρείττονος συμφέρον» και θα την σπρώξει προς τα εμπρός».

Με την παράσταση αυτή, το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Ρούμελης επιθυμεί να αποτίσει έναν ελάχιστο φόρο τιμής στον μεγάλο Έλληνα ποιητή Κώστα Βάρναλη καθώς εφέτος συμπληρώνονται 130 χρόνια από τη γέννηση και 40 χρόνια από το θάνατό του.

Η πρώτη παράσταση θα δοθεί στη Λαμία στα Λελέικα Υπάτης στις 18 Ιουλίου και θα ακολουθήσει περιοδεία σε επιλεγμένα θέατρα σε όλη την Ελλάδα.

Τιμές εισιτηρίων: 10€, 5€ (μαθητικό-φοιτητικό-άνεργοι-πολύτεκνοι)

Εισιτήρια για την παράσταση προπωλούνται στα γραφεία του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Ρούμελης, Υψηλάντη 17.

Για κρατήσεις θέσεων και πληροφορίες επικοινωνείτε στα τηλέφωνα 22310 33325 και 32215.

Πηγή: Lamiareport.gr

Σάββατο, 12 Ιουλίου 2014

Δημήτρης Γληνός «Ο ποιητής Κώστας Βάρναλης»

Βάρναλης και Γληνός ήταν συνοδοιπόροι στο δημοτικισμό και σύντροφοι στον αγώνα για κοινωνική αλλαγή. Δάσκαλό του θεωρούσε τον Γληνό ο Βάρναλης: «Ο Γληνός, ο Δάσκαλος όπως τον ελέγανε στην εξορία και στις φυλακές οι αγωνιστές του λαού και σύντροφοι του φασιστικού διωγμού είτανε και δάσκαλός μου». Ο Δ. Γληνός σύστησε στο ελληνικό προλεταριάτο τον ποιητή του, με το άρθρο του «Ο ποιητής Κώστας Βάρναλης» που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Νέοι Πρωτοπόροι», Τεύχος 2, Φλεβάρης 1935. Το βρήκαμε και το αναδημοσιεύουμε από το blog του Χρηστου Τσαντη

Ο ποιητής Κώστας Βάρναλης

Η απόφαση των Νέων πρωτοπόρων ν’ αφιερώσουνε σ’ ένα φυλλάδιό τους ξεχωριστή θέση για τον ποιητή Κώστα Βάρναλη με βρίσκει απόλυτα σύμφωνο και με γεμίζει χαρά…
Προσωπικά εγώ πιστεύω, πως η πνευματική προσωπικότητα του Βάρναλη ξεπερνάει πολύ τα σύνορα του τόπου μας και μπορεί να σταθεί μέσα στα καλύτερα ονόματα που έχει να δείξει η παγκόσμια επαναστατική λογοτεχνία.
Όταν, πριν από λίγον καιρό, βρέθηκα στην ολόασπρη σάλα με τις μαρμάρινες κολόνες στο «Σπίτι των συνδικάτων» της Μόσχας, μπροστά στο πλήθος των σοβιετικών λογοτεχνών και μπροστά στους ξένους, που ήτανε καλεσμένοι στο πρώτο λογοτεχνικό συνέδριο της Σοβιετικής Ένωσης και ήμουν υποχρεωμένος να πω κι εγώ δυο λόγια για την πνευματική κίνηση του τόπου μας, ένα μόνο όνομα μπόρεσα να προφέρω, με τη βαθιά πίστη, πώς δε μιλώ συμβατικά, το όνομα του Κώστα Βάρναλη.
Κι όμως το προλεταριάτο του τόπου μας δεν τονέ γνωρίζει αρκετά. Ίσως μάλιστα τον ξέρει πολύ λίγο. Το λάθος έχει πολλές αιτίες. Σκοπός μου δεν είναι σήμερα να δείξω τις αιτίες αυτές. Ίσως φανούνε μερικές προχωρώντας στη μελέτη μου παρακάτω. Σκοπός μου είναι να μιλήσω για το Βάρναλη, σαν ένας από κείνους που η τέχνη βρίσκει αντίλαλο βαθιά στο είναι τους. Δεν είμαι τεχνοκριτικός και δε θα κάνω γυμνάσματα βαθιάς ανάλυσης για να ξαφνιάσω τάχα τα πλήθη
Ο Κώστας Βάρναλης γεννήθηκε στον Πύργο της Βουλγαρίας στα 1884 από μικροαστική φαμίλια. Δεκατεσσάρων χρονών πήγε στα Ζαρίφεια Διδασκαλεία της Φιλιππούπολης και πήρε το απολυτήριο του σε τέσσερα χρόνια. Ήταν Εξαιρετικός μαθητής, έγραφε στίχους πατριωτικούς, έπαιρνε τα γράμματα, τα μάτια του έβγαζαν σπίθες, έδειχνε πως μπορεί να γίνει σπουδαίος «ιεροφάντης των Μουσών και λειτουργός της Παιδείας». Τον υποστήριξε λοιπόν ο δεσπότης Αγχιάλου και η κοινότητα Βάρνας και τον έστειλε να σπουδάσει φιλολογία στην Αθήνα.
Πίσω απ’ αυτή την απλή ιστορία, που χίλιες φορές σε χίλιες πολιτείες και χωριά του «αλύτρωτου ελληνισμού» με χίλια τόσα πρόσωπα επαναλήφτηκε όλο το δέκατο ένατο και τον εικοστό αιώνα, κρύβεται ένας κόσμος ολάκερος από ιδέες και ψυχόρμητα, που θα μπορούσανε να προδιαγράφουνε το δρόμο ενός στοχαστή, ενός επιστήμονα, ενός τεχνίτη για όλη του τη ζωή. Στις κοινότητες αυτές τις ελληνικές, τις σκορπισμένες από το Δούναβη ως το Μισίρι, έκαιγε ο πιο φλογερός πατριωτισμός στο βωμό της «μεγάλης ιδέας». Πως οι χώρες αυτές ήταν ελληνικές «από τού “Ίστρου μέχρι του Νείλου και από της Κάτω Ιταλίας μέχρι του Τίγρητος και του Εύφράτου», ήτανε δόγμα ασυζήτητο για τους δασκάλους, που πύρωναν και σφυροκοπούσαν τις ψυχές των παιδιών σ’ όλα τα σκολιά του δούλου ελληνισμού. Ο αρχαίος ελληνικός αποικισμός, ο μέγας Αλέξανδρος, οι βυζαντινοί αυτοκράτορες, είχανε “γράψει επάνω στο γρανίτη της ιστορίας τα απαράγραπτα δικαιώματα του ελληνισμού». Κ’ έσπερναν οι δάσκαλοι μέσα στις ψυχές των παιδιών την προσδοκία του Μεγάλου λυτρωτή, του Μαρμαρωμένου βασιλιά, που θ’ αναστηνότανε και θ’ ανάσταινε την αυτοκρατορία των Ελλήνων, καθώς και του μεγάλου ποιητή, που θ’ ανάσταινε τη γλώσσα των Ομήρων και των Πλατώνων.
Ένα κομμάτι πρωτοπόρο αυτής της αυτοκρατορίας, ένας τόπος όπου τ’ όνειρο αιώνων είχε γίνει υπέρλαμπρη πραγματικότητα, ήταν η «ελευθέρα ημών πατρίς», το βασίλειο της Ελλάδας. Μέσα σε τέτοιο χρυσοστέφανο έβλεπαν με τα μάτια της ψυχής των όλα τα νέα παιδιά, που φοιτούσανε στα σκολιά των ελληνικών κοινοτήτων και λαχταρούσανε την άγια στιγμή, που θα φιλούσανε το χώμα της.
Η στιγμή αυτή ήρθε για το Βάρναλη τον Οκτώβρη του 1902.
Μα ο Βάρναλης έσκυψε να φιλήσει το άγιο χώμα της «ιοστέφανης» πολιτείας, μύρισε την καβαλίνα και το κάτουρο, που ήτανε ζυμωμένα με τη βρωμερή λάσπη και τη σκόνη και αρωμάτιζαν τον «αβρόν και δίον αιθέρα» της χώρας των Ερεχθειδών. Και είδε, γιατί είχε μάτια που μπορούσαν να ιδούν και την τιμιότητα να πιστεύει στα μάτια του, μέσα στη λάσπη και τη σκόνη αυτή να κυλιούνται με τα ψηλά τους κολάρα και τα καλοσιδερωμένα ρούχα τους, θριαμβευτικά οι έμποροι της ψευτιάς, οι ψιλικατζήδες της πολιτικής, οι φαμφαρόνοι, οι γλωσσαμύντορες, οι θρησκειοκάπηλοι και οι κοντυλοφόροι.
Ο πρώτος αυτός τραγικός κλονισμός στάθηκε σωτήριος για την πνευματική εξέλιξη του Βάρναλη. Τον έβγαλε αμέσως από τα ψευτόνειρα, τον έφερε στη γη, τον έκλεισε προσωρινά στο εγώ του. Έγινε δημοτικιστής και όταν στα 1903 τ’ αφιονισμένα παιδιά, που σπούδαζαν στο πανεπιστήμιο, πήγανε να κάψουν το εθνικό θέατρο, γιατί είχε ανεβάσει την Ορέστεια του Αισχύλου μεταφρασμένη από το Σωτηριάδη σε μισοδημοτική γλώσσα, Ο Βάρναλης βρέθηκε στο αντίθετο στρατόπεδο μαζί με τους λίγους δημοτικιστικές του καιρού εκείνου.
Το αηδόνι, που περίμεναν από τον Πύργο και τη Φιλιππούπολη να συνεχίσει τα πατριωτικά τραγούδια του Αχιλλέα Παράσχου, όταν πρωτάνοιξε το στόμα του εδώ στην Αθήνα, τραγούδησε δικούς του προσωπικούς καημούς, είχε ξεχάσει ολότελα τη «μεγάλη ιδέα» και τον ελληνικό απολυτρωτισμό και δε μιλούσε για καμιά νεκρανάσταση, ούτε πολιτική ούτε πνευματική.
Το πρώτο του βιβλίο ήταν μια μικρή συλλογή με τον τίτλο Κηρήθρες(1905). Είναι καμιά τριανταριά τραγούδια από τρεις ή τέσσερις στροφές. Χωρίζονται σε τρία μέρη με τούς τίτλους: Σ’ ένα αδειανό βάθρο θεού, Ίρις και Τραγούδια τον σκότους. Τα θέματά τους είναι καθαρά προσωπικά, ένας χαμένος έρωτας, δράματα γυναικών, πόθοι, αναστεναγμοί, μελαγχολίες, ο ίσκιος του θανάτου, μπραβούρες νεανικών ονείρων.
Το βιβλίο το προλογίζει ο ζακυθινός ποιητής Στέφανος Μαρτζώκης. Παρουσιάζει το «μετριόφρονα νέο που μπορώ να το πω με μεγάλη μου χαρά ότι είναι αληθινός ποιητής… Και ιδού σήμερα σ’ αυτό το βιβλίο ένα ρυάκι του εσωτερικού του κόσμου, το όποιον δεν μοιάζει με άλλα ρυάκια, τα όποια δεν έχουν τίποτα δικό τους.
Και αληθινά, αν έχει κανείς να παρατηρήσει κάτι στα πρώτα ετούτα και αρκετά ακόμη άτεχνα και δυσκολογραμμένα δοκίμια του Βάρναλη, είναι πως δεν παρουσιάζουνε καμιά φανερή επίδραση από τους γύρω του. Ούτε του Παλαμά απήχηση βρίσκει κανείς στο στίχο του Βάρναλη, ούτε του Γρυπάρη, ούτε του Μαλακάση, ούτε πολύ λιγότερο του Δροσίνη, που όλοι αυτοί ήτανε τότε στην πρώτη γραμμή της ποιητικής δημιουργίας.
Ο Βάρναλης σπουδάζει φιλολογία, παίρνει το δίπλωμά του στα 1908 και διορίζεται ελληνοδιδάσκαλος στην Αμαλιάδα στα 1909. Στα 1911 βρίσκεται σχολάρχης στην Αργαλαστή, ανακατώνεται στ’ Αθεϊκά του Βόλου κι είναι κι αυτός ανάμεσα σε κείνους, που κατηγορήθηκαν μαζί με το Δελμούζο και το Σαράτση. Αθωώθηκε όμως με βούλευμα κι έτσι δεν ήταν στη δίκη των «άθεων» που έγινε στ’ Ανάπλι στα 1914.
Από τα 1912 ως τα 1915 υπηρέτησε σχολάρχης στα Μέγαρα και στο διάστημα αυτό ήρθε και στα Διδασκαλείο της μέσης παιδείας. Από τα 1915 ως τα 1917 υπηρέτησε σχολάρχης στην Κερατιά. Έπειτα τον μεταθέσανε καθηγητή στον Πειραιά, απ’ όπου το Φλεβάρη του 1919, ύστερ’ από διαγωνισμό, στάλθηκε υπότροφος στο Παρίσι για να σπουδάσει αισθητική και φιλολογία.
Στα δεκαπέντε αυτά χρόνια ωριμάζει το ποιητικό ταλέντο του Βάρναλη.
Ο ιδεολογικός του κόσμος ως τα 1919 δεν παρουσιάζει καμιά σοβαρή επίδραση ούτε από τους βαλκανικούς πολέμους, ούτε από τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, αν και φόρεσε το χακί και υπηρέτησε πολύν καιρό στρατιώτης.
Τα πατριωτικά όνειρα της παιδικής του ζωής δεν ξύπνησαν μέσα του, ούτε φαίνεται να τον αγγίζει διόλου η εξόρμηση της αστικής τάξης για την πραγμάτωση της «μεγάλης ιδέας». Αν τον εμπνέει κάτι πιο γενικό και πιο αντικειμενικό, έξω από τον υποκειμενικό του συναισθηματισμό, αυτό έρχεται από την αρχαία Ελλάδα, όχι όμως με το νόημα που την έβλεπαν οι κούφιοι άρχαιοπαρλαδόροι αλά Μιστριώτη.
Την αρχαία Ελλάδα την έβλεπε σα μιαν ενσάρκωση της ομορφιάς και της επικούρειας βιοθεωρίας. Ένας ωραιόπαθος, φυσιολατρικός συγκρατημένος ηδονισμός κυριαρχεί στην ψυχή του και η φόρμα που παίρνει η ποιητική δημιουργία του, βρίσκει την αντιστοιχία της στους γάλλους παρνασικούς. Ο Λεκόντ Ντελίλ, ο Σουλύ Πρυντόμ, ο Ζοζέ-Μαριά ντέ Ερεντιά είχανε βρει πολλούς μιμητές στην Ελλάδα. Ο Παλαμάς, ο Γρυπάρης, ο Μαβίλης κι άλλοι πολλοί δοκίμασαν να δώσουνε σε φόρμα καλοδουλεμένη, στη σφιχτή δαχτυλιδόπετρα του σονέτου, μορφές απ’ την αρχαία Ελλάδα, αναστημένης μέσα σ’ ένα πλαίσιο ολυμπικό, όπου τα πιο σφοδρά πάθη της ζωής υποτάσσονται στον υπέρτατο νόμο της αρμονίας, της συμμετρίας, της ομορφιάς. Η ιδεολογική του αυτή ροπή έφερε στην τέχνη του Βάρναλη δυο μεγάλα καλά. Δυνάμωσε μέσα του την αίσθηση της τέλειας φόρμας, τον έκανε να κυριαρχήσει απόλυτα τα πλαστικά του μέσα. Η γλώσσα ζυμώνεται πια στα χέρια του με μαεστρία και ολοένα πλησιάζει το ιδανικό της τέλειας αντιστοιχίας ανάμεσα στη θέληση του ποιητή και τη δύναμή του.
Το δεύτερο σπουδαίο καλό ήταν ένα γνώρισμα του παρνασσισμού που φάνηκε αργότερα και στον Καβάφη, με την ιδιότυπη σε τούτον εξέλιξη. Ο παρνασσισμός, προσπαθώντας τάχα ν’ αναστήσει πιστά τις αρχαίες μορφές με το πραγματικό περιεχόμενο του καιρού τους, όντας ένα είδος ιστορικοκλασικού νατουραλισμού, στ’ αλήθεια δεν έκανε τίποτ’ άλλο από το να προβάλει μέσα στον αρχαίο κόσμο τη συνείδηση της αστικής τάξης επάνω στη στιγμή της απόλυτης κυριαρχίας της. Του παρνασσισμού η πνοή ήτανε μετρημένη, βέβαια, ωστόσο συνήθιζε τον τεχνίτη να γεμίζει τα ιστορικά σύμβολα με περιεχόμενο, να τα ζωντανεύει. Και η τάση αυτή κ’ η γύμναση, που θα έμενε ένα απλό παιχνίδισμα, όπως έγινε με τον Παλαμά, το Γρυπάρη και το Μαβίλη και άλλους πολλούς, αν έμενε κι ο Βάρναλης κλεισμένος μέσα στα τείχη της αστικής ψυχοσύνθεσης, έδωκε αργότερα τους πιο εξαίσιους καρπούς, όταν ο Βάρναλης γκρέμισε τα τείχη και πέρασε στην επανάσταση.
Τα ποιήματα της λυρικής αυτής εποχής τού Βάρναλη από τα 1905 ως τα 1920 βρίσκονται σκορπισμένα σε διάφορα περιοδικά του καιρού εκείνου. Στο Νουμά, στην Ηγησώ, στα Γράμματα της Αλεξάνδρειας, στον Πάνα που έβγαζε ο Αρ. Καμπάνης, στη Νέα ζωή της Αλεξάνδρειας, στον Πυρσό, στους Βωμούς και σ’ άλλα. Σε βιβλίο δε βγήκαν ακόμη, γιατί και ο ίδιος ο ποιητής σήμερα δεν τα εκτιμά τα έργα του της εποχής εκείνης. Μα δεν έχει δίκιο. Βέβαια δε θα είχανε καμιά ξεχωριστή σημασία αν ο ποιητής δεν είχε την υστερότερη εξέλιξή του. Σήμερα όμως είναι σημάδια στο δρόμο του. Για δείγμα της τέχνης αυτής δίνουμε εδώ τον Ορέστη:
ΟΡΕΣΤΗΣ
Σέλινα τα μαλλιά σου μυρωμένα
λύσε τα, να φανείς ως είσαι, ωραίος
και διώξε από το νου σου πια το χρέος
του μεγάλου χρησμού μια και κανένα
τρόπο δεν έχεις άλλονε! Και μ’ ένα
χαμόγελον, ιδές πώς σ’ έφερ’ έως
στ’ Άργους την πόλη ο δρόμος σου ο μοιραίος
το σπλάχνο ν’ αφανίσεις πού σ’ εγέννα.
Κάνεις δε σε γνωρίζει εδώ. Και συ όμοια
τον εαυτό σου ξέχασέ τον κι άμε
στης χρυσής Πολιτείας τα σταυροδρόμια.
Και το έργο σου, σα να ’ταν άλλος, κάμε.
Έτσι κι αλλιώς θα παίρνει σε από πίσου
γιά το αίμα της μητρός σου, γιά η ντροπή σου.
Από την ποίηση αυτή δύσκολα μαντεύει κανείς το Βάρναλη της επαναστατικής εποχής και για ένα λόγο ακόμη. Είναι αξιοπαρατήρητο, πως στην ποιητική δημιουργία του Βάρναλη ως τα 1920 δε φανερώνεται ο σαρκασμός και η σάτιρα, το πικρό εκείνο γέλιο, που κρύβει τόση πείρα της ζωής και τόση επανάσταση μέσα του. Μόνο κάπου κάπου παρουσιάζεται ένας τόνος παιχνιδιάρικος, ένα τράβηγμα του διονυσιακού μεθυσιού ως την άκρη του, ένας νατουραλισμός, που έχει σταματήσει στον προθάλαμο της σάτιρας.
Η ΘΥΣΙΑ
Το μυτερό σου το σκουφί,
Μίδα, απ’ την άτριχη κορφή
πέτα κάτω
κι άμε να φέρεις απ’ τ’ αχούρι
το διχρονίτικο γαϊδούρι
το βαρβάτο.
Ποτ λάμπ’ η πέτσα του γυαλί
κι αφέντης δεν το καβαλεί
και τη νιότη
την απερνάει στα πισινά του
ολόρθο κ’ είναι τ’ αχαμνά του
όλο αξιότη.
Μ’ αυτό το ποίημα είχε εξαντλήσει ο Βάρναλης τα όρια της αστικής σεμνοτυφίας και είχε ξαφνιάσει τους μικροπόνηρους επαρχιώτες της Αθήνας, που αργότερα τον ονόμασαν «πορνογράφο».
Μα η περίοδο αυτή της ποιητικής δημιουργίας του Βάρναλη κορυφώνεται σ’ ένα ποίημα πολύ αξιοπρόσεκτο, πολύ σημαντικό για την εξέλιξη του ποιητή και πολύ χαρακτηριστικό για την πνευματική ζωή του τόπου μας.
Στα 1919 ο Βάρναλης βρίσκεται στο Παρίσι. Από κει στέλνει, στις 10 Αύγουστου, στο περιοδικό Μαύρος Γάτος, που έβγαζε τότες ο Γεράσιμος Σπαταλάς, ένα μεγάλο ποίημα από εξήντα οκτάστιχες στροφές με τον τίτλο Άσμα πρώτο, δ Προσκυνητής, αφιερωμένο του σοφού μου δασκάλου Ν. Γ. Πολίτη.
Είναι το μεγαλύτερο ποίημα, που είχε γράψει ως τότε ο Βάρναλης. Τα συνοδεύει με μια επιστολή, όπου λέει πως “το ποίημα αυτό είναι μια δικαιολογία στά πεταχτά των πίστεών μου. Όπου φαίνεται πως ομιλώ εγώ, ξέρε το, πως εγώ αληθινά δεν υπάρχω. Αντιπροσωπεύω κάποιον τρίτον ίσως εκείνον, που έπρεπε να υπάρχει. Κάποτε το ε γ ώ γίνετ’ εμείς, κάμνω τότε την αντίθεση της συνολικής ψυχής απέναντι των μονάδων, που παρανοούν το βάθος της. Και ο πόθος μου είναι, όντας συνεργάτης αυτής της ψυχής, να βρεθεί δημιουργός με τη δύναμή της”.
Τί είναι αυτό το ποίημα; Αυτή η γλώσσα η μυστηριακή; Όπου φαίνεται πώς μιλώ εγώ, ξέρε το, πώς εγώ αληθινά δεν υπάρχω. Αυτή η ιδεαλιστική φρασεολογία τί μας προμηνάει; Αν ο Βάρναλης σταματούσε μ’ αυτό το έργο, η αστική κριτική θα έλεγε πως ο Βάρναλης υψώθηκε στο τέλος της δημιουργίας του, στον πιο αγνό ιδεαλισμό και στην πιο καθαρή συνταύτιση της ιδέας με την αθάνατη Ελλάδα. Αφού με τη μελέτη της Αρχαίας Ελλάδας ποτίστηκε στις πιο κρυσταλλένιες πηγές της γνώσης και της ομορφιάς, αφού τα ηρωικά έργα των βαλκανικών πολέμων και τού ευρωπαϊκού εξαγνίσανε στα μάτια του και την τωρινή Ελλάδα, είδε στη φωτεινή ιστορική διαδρομή της φυλής του τρεις χιλιάδες τώρα χρόνια τη μοίρα του πρωτοπόρου οδηγού της ανθρωπότητας ολάκερης. Και ήρθε τέλος προσκυνητής και ψάλτης μεγαλόστομος αυτού του μεγαλείου. Λούζεται και καθαρίζεται πριν μιλήσει για την αιώνια Ελλάδα.
Πριχού νά γγίσω του Αγαθού τη ρίζα
πριχού η καρδιά γευτεί τ’ άγιο σου χώμα,
πάθη παλιά, παλαιά που την όριζα,
βαθιά τα ξεβοτάνισα• και σώμα
αχαμνό, κεφαλή και χαίτη γκρίζα,
τα χέρια μέσα κ’ έξω και το στόμα
τα λούσα με κρασί και με μπαχάρια
και σου τα φέρνω, ως έπρεπε, καθάρια.
Οραματίζεται λοιπόν και τραγουδάει τις ομορφιές της ελληνικής γης, που είναι όλης της γης αφάλι, οραματίζεται την ελληνική ιστορία από την ομηρική εποχή, έρχεται στην αρχαία Αθήνα, περνάει στο μεσαίωνα, στην κρητική πνευματική άνθιση, στα δημοτικά τραγούδια, στο Σολωμό. Με το δράμα αυτό της Ελλάδας ανεβαίνει όλο ψηλότερα και ποθεί τώρα κι αυτός να γίνει ένας δημιουργός, να γίνει συνεχιστής του δράματος. Η «μεγάλη φυλή» τον έχει μεθύσει από ενθουσιασμό.
Και στοχασμούς και λόγια κ’ έργα θεία.
Ω Θάματα που κουβαλείς μετά σου!
Χριστό κι Ορφέα, Αθηνά και Παναγία
κινάς και σμίγεις στα κινήματά σου.
Και οι Έλληνες, η συνολική ψυχή, το «εμείς», δεν είναι πια όντα θνητά σαν τους άλλους
ανθρώπους. Είναι ιδέες αθάνατες.
Πού πάμε; Ακούω πάσ’ άνοιξη τ’ αηδόνι
όλβια ζήση στο πάθος του να βρίσκει.
Δεν έχει χτες και σήμερα. Η Δωδώνη
κι ο άγιος Τάφος βαθιά μας όρθιος μνήσκει.
Κι αν καταρρέουν οι πίστες, μείς αιώνιοι
Περνάμε απ’ τη ζωή στο θάνατο, ήσκιοι
και στη ζωή απ’ το θάνατον ! Ό χ ι ό ν τ α, 
είμαστε Ιδέες, που ζούνε πολεμώντα!
Αληθινά ο Βάρναλης, τη στιγμή που γράφει αυτό το ποίημα, ζυγώνει στη μεγάλη κρίσιμη στιγμή της ζωής του. Το ποίημα αυτό είναι το φούσκωμα ενός μεγάλου ψυχικού ανακοχλασμού, που γίνεται μέσα του.
Η αστική Ελλάδα, που έσερνε πίσω της και τη μεγάλη μάζα του λαού, κάνοντας τη μεγάλη εξόρμησή της την πολεμική, είχε νικήσει σε δυο μεγάλους πολέμους μέσα σε λίγα χρόνια, στα 1912-13 και στα 1918. Τεράστια αυτοπεποίθηση είχε φουσκώσει περήφανα τα στήθια των Ελλήνων. Οι ραψωδοί της φυλής άρχισαν μεγαλόστομα να τραγουδούν τις νέες δόξες πλάι στις παλιές. Ο Παλαμάς είχε αρχίσει παλιότερα με το Δωδεκάλογο του γύφτου και τη Φλογέρα τον βασιλιά και ο Σικελιανός συνέχισε με τη Συνείδηση της φυλής μου, το Πάσχα των Ελλήνων και άλλα. 
Ο Βάρναλης απάνω σ’ αυτή τη στιγμή έρχεται στο Παρίσι. Είναι πια ώριμος ποιητής, κατέχει την τεχνική του στίχου, παίζει την αρμονία στα δάχτυλα κ’ η γλώσσα του είναι πλούσια και πολύχρωμη, μεστή από ολοζώντανα σύμβολα. Ο ορίζοντάς του, μόλις βγήκε από την Ελλάδα, πλαταίνει τεράστια, θέλει τώρα να γίνει αυτός πνευματικός οδηγός του λαού του, να τραγουδήσει καλύτερ’ απ’ όλους τους άλλους, να σύρει τα πλήθη πίσω από την ορφική του λύρα.
Και γράφει τον Προσκυνητή. Και όμως αυτό το Άσμα πρώτο του ιδεαλισμού του ήτανε το τελευταίο. Σε λίγον καιρό γίνεται μέσα του ένας τέτοιος τεράστιος κριτικός διαφωτισμός, όπου το σύμπαντο κυριολεχτικά αναποδογυρίζεται. Σχεδόν ταυτόχρονα ή αμέσως μετά τον Προσκυνητή, αρχίζει να γράφει Το φώς που καίει.
Η κρίσιμη στιγμή φυσικά από καιρό ετοιμαζότανε μέσα του. Από τον καιρό που έζησε το βαλκανικό πόλεμο και τον εθνικό θρίαμβο. Μιαν ανταρσία, μιαν αντίθεση με τα καθιερωμένα είχε πάντα μέσα του. Τώρα, όμως, στο Παρίσι, ήρθε σε αμεσότατη επαφή με τις μεγάλες κοινωνικές αντιθέσεις. Ο Ρομαίν Ρολλάν, ο Μπαρμπύς τον επηρεάζουνε. Ακούει την κριτική των αριστερών για το μεγάλο πόλεμο. Και πέρα στο βάθος του ορίζοντα ξεχωρίζει τις τεράστιες φλόγες της ρούσικης επανάστασης.
Και τότε γίνεται μέσα του η οριστική μεταστροφή. Ο νατουραλισμός του, η επικούρεια διάθεσή του, που δεν έβρισκαν τρόπο να συνδυαστούν αρμονικά μ μια ποίηση εθνική, θρησκευτική και ιδεαλιστική βρέθηκαν συνταιριασμένοι εξαίρετα με τη φλογερή σαρκαστική ορμή, που ξυπνάει τώρα μέσα του και με το διαλεκτικό ματεριαλισμό, που καταχτάει το νου του σαν ένα ψυχόρμητο. Ο Βάρναλης βρήκε τον αληθινό εαυτό του. Οι ιστορικές συμβολικές μορφές, που αγωνιζότανε μάταια να τις συλλάβει και να τις αναστήσει μέσα στη θολή και ψεύτικη ατμόσφαιρα του ιδεαλισμού, ξύπνησαν ολοζώντανες, γέμισαν από νόημα ανθρώπινο, πήρανε σάρκα και χρώμα και πνοή μόλις τις αντίκρισε ρεαλιστικά και επαναστατικά.
Τώρα μπορεί πια να επιχειρήσει τον τεράστιο άθλο να βάλει να μιλήσουνε ανθρώπινα και νοητά από σημερινούς ανθρώπους, τον Προμηθέα και το Χριστό και την Παναγία και το Σωκράτη. Οι άδειες σκιές, τα σκέλεθρα της ιστορίας περπάτησαν ανάμεσα μας, μίλησαν τη γλώσσα μας, άγγιξαν την καρδιά μας. Από τον καιρό που πρωτογράφει «Το φως που καίει» ίσαμε σήμερα, μια ενιαία γραμμή θαμαστής συνοχής και ζωντάνιας διαπνέει το έργο του Βάρναλη.
Η τέχνη του έφτασε στη μεγαλύτερη τελειότητά της. Ο στίχος του λαμπερός και συνάμα λεπτός, κάθε του λέξη ακριβοζυγιασμένη, μεστή από το νόημά της, αστράφτει με όλα της τα πλούτη. Αρμονικός, άνετος, πολύβουος, πολύτροπος, κυλάει ο στίχος του σ’ όλες τις νότες, σ’ όλους τους χρωματισμούς, λυγερός, τρυφερός, σαρκαστικός, σπαθάτος, κοφτερός, οργισμένος, καλοσυντεμένος, βαθύς, λαγαρός, όλος φως, όλος μουσική ο στίχος του Βάρναλη.
Μα ταυτόχρονα ο Βάρναλης φτάνει και στην κορφή της πρόζας. Πρώτος και μόνος αυτός, συνδυάζοντας στον τόπο μας την τέλεια κατοχή και της στιχουργικής μαεστρίας και της πεζογραφικής τελειότητας γράφει τον πιο καθαρό, τον πιο πλαστικό, τον πιο υποταγμένο, μα και τον πιο ορμητικό, τον πιο αρμονικό και τον πιο δυνατό πεζό λόγο στην Ελλάδα.
Από τα 1922 ως τα 1933 έβγαλε ο Βάρναλης τ’ ακόλουθα βιβλία: Το φώς που καίει (1922).  Ο λαός των μουνούχων (1923).  Ο Σολωμός χωρίς μεταφυσική (1925),  Σκλάβοι πολιορκημένοι (1927), Η αληθινή Απολογία του Σωκράτη (1931), Το φως που καίει, δεύτερη έκδοση ξαναπλασμένη (1933). Εξόν απ’ αυτά δημοσίευσε λίγα μετρημένα ποιήματα, τους Μοιραίους στη Νεολαία του 1922, τη Λευτεριά στη Μούσα (περιοδικό του Α. Κουκούλα), τον Καλό πολίτη, το Στο πέρασμά σου και αρκετά κριτικά σημειώματα στο περιοδικό Αναγέννηση (1926 — 28) και στους Πρωτοπόρους και Νέους Πρωτοπόρους.
Στη δεύτερη αυτή περίοδο της δημιουργίας του ο Βάρναλης είναι ο μεγάλος χαλαστής. Η πνευματική του προσωπικότητα υψώνεται μέσα στους ανθρωπάκηδες, τους τσανακογλύφτες, τους λακέδες, τούς φυγάδες και τους προδότες, που μελανώνουν γύρω τους το νερό. Η σκέψη του, η ποίησή του η ρωμαλέα, η αντρίκια του σάτιρα, το καταλυτικό γέλιο του, αστράφτει σα ρομφαία, που τη χτυπάει ο ήλιος.
Ο ήλιος που τον φωτίζει είναι ο διαλεκτικός ματεριαλισμός και η προλεταριακή επανάσταση. Υπεύθυνα, παλικαρίσια, άντρας αυτός μέσα στα γυμνοσαλιάγκια, πήρε επάνω του το χρέος το πνευματικό να μιλήσει με τη μορφή της τέχνης, τη γλώσσα της ατρόμητης και αναπλαστικής αλήθειας πέρα για πέρα. Βαθιά γνώση της ανθρώπινης ψυχής και της ανθρώπινης κοινωνίας τον οπλίζει με τη δύναμη του λυτρωτή σαρκασμού.
Καθαρός, αγνός, απόλυτα ειλικρινής, αληθινά έχει λούσει το στόμα και τα χέρια του και την ψυχή του, από τη στιγμή που επιτελεί το ιερό του χρέος. Ο Βάρναλης δεν είναι μόνο ο μεγάλος ποιητής, ο μεγαλύτερος ποιητής της νεότερης Ελλάδας, είναι συνάμα η πιο καθαρή, η πιο αγνή, η πιο τίμια πνευματική προσωπικότητα στον τόπο μας.
Στα έργα της δεύτερης, της μεγάλης δημιουργικής εποχής του Βάρναλη, πρέπει ν’ αφιερωθεί ξεχωριστή για το καθένα μελέτη. Και πρέπει να γίνει αυτό τώρα μέσα στους Νέους Πρωτοπόρους κα συνάμα ν’ ανοιχτεί συζήτηση απ’ αφορμή και με βάση το Βάρναλη, για την τέχνη και την επανάσταση.
Το θέμα είναι πλατύ και πολύ σημαντικό. Ας αρχίσει η δουλειά από την ανάλυση των έργων του Βάρναλη. Ας δοθούνε πλατιά στους προλετάριους οι στίχοι του και οι στοχασμοί του, που πρέπει να γίνουν χτήμα τους. Ν’ αστράφτουνε μέσα σε κάθε νου, να τους ξέρει κάθε στόμα. Και ας μελετηθεί ταυτόχρονα το ζήτημα: μπορεί να είναι ο Βάρναλης ο ποιητής της μάζας ; Ο ποιητής του σημερινού προλεταριάτου, που μάχεται; Και ίσως ακόμη θα μπορούσε να βγει ένας τόμος με τα πιο διαλεχτά, τα πιο χτυπητά, τα πιο επαναστατικά κομμάτια του Βάρναλη και να πουλιέται φτηνά, για να τα μάθουν όλοι, να ποτισθούν μ’ αυτά και να δυναμώσει μέσα τους η καταλυτική ορμή.
Δε δίνω λέξεις παρηγοριά
δίνω μαχαίρι σ’ ολουνούς,
καθώς το μπήγω μέσ’ το χώμα
γίνεται φώς, γίνεται νους.
Άκου πως παίρνουνε οι αγέρες
χιλιάδων χρόνων τη φωνή!
Μέσα στο λόγο το δικό μου
ολ’ η ανθρωπότητα πονεί.
Όθε περνά γκρεμίζει κάτου
σαν το βοριά, σαν το νοτιά,
όλα τα φονικά ρηγάτα
θεμελιωμένα στη ψευτιά
Κ’ ένα στυλώνει κι ανασταίνει
το ένα βασίλειο της Δουλειάς,
(ειρήνη, ειρήνη!) το βασίλειο
της Πανανθρώπινης Φιλιάς.