Τρίτη, 26 Νοεμβρίου 2013

Σχέση προσωπικότητας και έργου




Ένα επίκαιρο κείμενο του Βάρναλη από τον τόμο του «Κέδρου» «Αισθητικά Κριτικά».  

 Σχέση προσωπικότητας και έργου



ο ΑΙΣΘΗΤΙΚΟΣ κι ο κριτικός μυστικισμός από την αρχαία εποχή έως σήμερα καλλιεργεί συστηματικά την πρόληψη - πως η έμπνευση, η δημιουργία κ' η αίσθηση του Καλού είναι φαινόμενα εξωλογικά κ' εξωφυσικά. Οι Ελληνες πρώτοι είπανε την ποίηση «θεία μανία» και τον ποιητή «μουσόληπτο», «φοιβόληπτο», «υποφήτη» - ένα είδος δαιμονοπαρμένου ανθρώπου. Κ' οι Ρωμαίοι συνεχίζοντας αυτήν την αντίληψη ονομάσανε τον ποιητή vates.
Μάταια εδώ κ' έναν αιώνα η ψυχολογία, η βιολογία κ' η κοινωνιολογία προσπαθούνε να διώξουνε από τη σφαίρα του επιστητού κάθε μυστήριο και να δώσουν εξηγήσεις επιστημονικές στα ζητήματα που αφορούνε τον φυσικό, τον ψυχικά και τον κοινωνικά βίο του ανθρώπου. Οι θεωρητικοί, οι κριτικοί κ' οι δημιουργοί της Τέχνης δεν αφήνουνε με κανέναν τρόπο να τους ξεφύγει το «μυστήριο». Οι θεωρητικοί κ' οι κριτικοί πίσω από τον πέπλο αυτού του μυστηρίου, κινούνται πιο λεύτερα, πιο αξιωματικά, πιο «αφ' υψηλού», γιατί κινούνται ανεύθυνα: δεν υπάρχει καμιά απόδειξη, εξόν από την πίστη, για τις αόρατες δυνάμεις ούτε και κανένας έλεγχος. Οι δημιουργοί πάλι της Τέχνης υπερασπίζουνε το «μυστήριό» τους, γιατί αυτό κολακεύει τη ματαιοδοξία τους - αφού τους παρουσιάζει μέσα στη ζωή σαν όντα ανώτερα, προνομιούχα κι ανεξάρτητα, ενώ όλοι εμείς οι άλλοι είμαστε «κοινοί θνητοί», «ανθρώπινο κοπάδι», «profanum vulgarus». Κ' είμαστε, αλήθεια, πολύ τυχεροί που ζούμε σήμερα δίπλα σε ποιητές, που όχι μονάχα το πιστεύουνε στα κατάβαθά τους, μα και το διαλαλούνε φανερά, πως είναι θεοί!
Αυτός ο χαραχτήρας της ιερότητας, που δίνουμε στην έμπνευση, στη δημιουργία και στην αίσθηση του Καλού: α) δεν επιτρέπει την πεζή ανάλυση του «μυστηρίου» - κάθε Ανάλυση είναι ιεροσυλία. β) δεν επιτρέπει την Αντικειμενική βιογράφηση και ψυχογραφία του δημιουργού - τέτοιο πράμα είναι ασέβεια. Ο αισθητικός θαυμασμός είναι ένα είδος ιερής έκστασης, όπως και η επιληψία είναι «ιερά νόσος». Αν δεν υπάρχει κανένας μεγάλος άντρας για τον καμαρότο του, όμοια δεν μπορεί να κρατήσει το μεγαλείο του κανένας μεγάλος δημιουργός μπροστά σε μια κριτική, που κάνει χρέη καμαρότου!
Απ' αυτήν την Αντίληψη βγήκε το αξίωμα, που κάποτε στην παιδική ηλικία της κριτικής (όπου εμείς βρισκόμαστε ακόμα) είχε μεγάλη τύχη. «ό,τι είναι ο άνθρωπος, είναι και το έργο του». Κι άμα το έργο είναι μεγάλο, κι ο άνθρωπος πρέπει να είναι μεγάλος! Η βιογραφία λοιπόν των μεγάλων καλλιτεχνών πρέπει να είναι ηρωογραφία.
Στην Ιστορία των νεοελληνικών γραμμάτων τα πρώτα θύματα αυτού του αντιεπιστημονικού Αξιώματος υπήρξαν oι Εφτανησιώτες μαθητές - βιογράφοι ή κριτικοί - του Σολωμού. Ο θαυμασμός τους έπλεξε γύρω από την προσωπικότητα και το έργο του Σολωμού ένα μύθο. Αν ετούτοι αποσιωπήσανε σκόπιμα κάθε πληροφορία από τη ζωή του ποιητή, που θα μίκραινε τον άνθρωπο (κι αυτή η σμίκρυνση θ' αντανακλούσε στην υπόληψη όλων των Εφτάνησων) oι κατοπινοί συναξαριστές του του αποδώσανε τέτοιες αστείες «τελειότητες», που αντίς ν' ανεβάσουνε το είδωλό τους το γελοιοποιήσανε.
Ξεχωρίζουμε δυο μεγάλους «τύπους» καλλιτεχνικής δημιουργίας. Ο καλλιτέχνης ή εκφράζει ό,τι πραγματικά είναι ή εκφράζει ό,τι θα ήθελε να είναι (ό,τι του λείπει). Στην πρώτη περίπτωση θα ίσχυε το αξίωμα: «ό,τι ο άνθρωπος και το έργο του». Αλλά και στην περίπτωση αυτή: α) Ο καλλιτέχνης μπορεί να εκφράζει όχι ολάκερο τον εαυτό του, μα το καλύτερο μέρος του, ό,τι δηλαδή ή αξίζει ή συμφέρει να εκφραστεί. Π.χ. μπορεί ο Μιχαηλάγγελος να έχει βάλει όλην την εσωτερική ταραχή του μέσα στα έργα του, απόκρυψε όμως μερικά του βίτσια, β) Ο καλλιτέχνης μπορεί να εκφράζει όχι τον εαυτό του, όπως είναι, μα τον εαυτό του, όπως τον νομίζει πως είναι. δηλαδή την ιδέα που έχει για τον εαυτό του. Αν άξαφνα ο Αλή πασάς έγραφε ποιήματα, θα υμνούσε τη θεά δικαιοσύνη, γιατί χε την ιδέα, πώς είναι δίκιος. Στην περίπτωση αυτή θα ίσχυε αλλιώς το αξίωμα: «ό,τι η ιδέα του Ανθρώπου για τον εαυτό του, τέτοιο είναι και το έργο του». Δηλαδή το αξίωμα αχρηστεύεται.
Μα κάθε άνθρωπος είναι σύνθεση της ατομικής του ιδιοσυστασίας και του περιβάλλοντος· του υποκειμένου και του Αντικειμένου, του Εγώ και του Συ. Η Ατομικότητα μονάχη δεν είναι, λέγει ο Ντυρκέμ, ο «αποχρών λόγος» των Ατομικών πράξεων. Η Ατομικότητα εκφράζει με ιδιοτυπία το διανοητικό και συναισθηματικό περιεχόμενο της ομαδικής ζωής. Επομένως κι ο καλλιτέχνης εκφράζει, θέλει δε θέλει, μέσα στο έργο του είτε κατά τρόπο καταφατικό είτε κατά τρόπον αρνητικό τα έξω απ' αυτόν κοινωνικά προστάγματα. Π.χ. αν ο Σολωμός μέσα στα ποιήματά του παρουσιάζεται υμνητής του ιδεαλιστικού έρωτα, αυτό δε θα πει, πως η βαθύτερη φύση του έκλινε σ' αυτήν την φυσιολογικήν εκτροπή, μα πως ο ιδεαλισμός ήτανε ο κυρίαρχος τρόπος της σκέψης και του συναισθήματος και της καλαισθησίας εκείνου του καιρού. Ο Σολωμός δηλαδή δεν ύμνησε τον καλύτερον έρωτα από δική του προτίμηση, μα υπακούοντας στην τότε φιλοσοφική και αισθητική μόδα.
Οταν λοιπόν νοήσουμε τον άνθρωπο σύνθετο μ' αυτόν τον τρόπο, δεν μπορούμε να εφαρμόζουμε το αξίωμα που είπαμε, γιατί δε μένει τίποτες άλλο στο άτομο παρά μονάχα η ικανότητα να εκφράζει καλαισθητικά την εποχή του βάζοντας στο έργο του την Ατομική του σφραγίδα - κάνοντας έργο προσωπικό. Μα τότες το αξίωμα πρέπει να διατυπωθεί έτσι: «κάθε έργο με τάλαντο είναι έργο που δε μοιάζει με τ' άλλα της ίδιας σχολής». Επειδή όμως κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να ξεφύγει τη μοίρα του περιβάλλοντος του, οι θιασώτες της υπερφυσικής και υπερλογικής καταγωγής τής Τέχνης πιστεύουνε, πως ακριβώς οι μεγάλοι δημιουργοί βγαίνουν από το περιβάλλον τους, δηλαδή από τον κόσμο της Αναγκαιότητας και πηδούνε σαν ελικόπτερα στον κόσμο της Απόλυτης ελευθερίας!
Οσοι υποστηρίζουνε την αντιστοιχία ανάμεσα στον άνθρωπο και στο έργο του θέλουνε προ πάντων να υποστηρίζουνε, πως ένα έργο καλαισθητικά τέλειο δεν μπορεί βα προέρχεται από ψυχή ηθικά ατελή. Ητοι η καλλιτεχνική ενέργεια ανάγεται στην ηθική ικανότητα του ανθρώπου. Π.χ. το έργο του Βιγιόν δε μπορεί να είναι μέγα, γιατί ο ποιητής του ήτανε του σκοινιού και του παλουκιού· όμοια το έργο του Βερλέν δε μπορεί να έχει ποιητική αξία, γιατί ο δημιουργός του ήτανε μέθυσος και ανώμαλος τύπος· όμοια και το έργο του Μπενβενούτο Τσελίνι δε μπορεί να σταθεί μέσα στα «Ηλύσια της Τέχνης» γιατί ο δημιουργός του ήτανε δολοφόνος!
Εμείς ωστόσο δεν πρέπει να είμαστε θύματα του ίδιου a priori τυπικού ορθολογισμού. Πρέπει να ξέρουμε, πως η καλλιτεχνική δημιουργία είναι μια ξέχωρη ικανότητα της ψυχής καθώς και του ματιού, του αφτιού και του χεριού. Δεν προϋποθέτει καθόλου την ισοδύναμη ανάπτυξη όλων των άλλων ψυχικών και σωματικών ικανοτήτων. Ολες βέβαια μπαίνουνε σε ενέργεια την ώρα της δημιουργίας, μα η συμβολή τους στα καλό ή κακό αποτέλεσμα δεν εξαρτάται από την τελειότητά τους. Ανήθικοι, τρελοί, ανώμαλοι τύποι μπορεί να είναι μέγιστοι καλλιτέχνες (πολλοί υποστηρίξανε, πώς η μεγαλοφυΐα είναι μια μορφή τρέλας) όπως μπορεί οι πιο ισόρροποι, ηθικοί και κανονικοί τύποι να 'ναι γελοίοι καλλιτέχνες - ή επιστήμονες, ή πολιτικοί, ή στρατηγοί ή ό,τι άλλο θέλετε. Σ' αυτά τα ζητήματα το αποτέλεσμα μονάχα λογαριάζεται. Αλλωστε, όταν ο καλλιτέχνης δημιουργεί ένα έργο ωραίο, το δημιουργεί με τα καλύτερά του στοιχεία. Την ώρα κείνη είναι τέλειος. Μόνον ο πρόστυχος άνθρωπος, που εξυπηρετεί πρόστυχους σκοπούς, δε θα κάνει ποτές καλλιτέχνημα ηθικό.

Παρασκευή, 22 Νοεμβρίου 2013

Δεν είναι του Βάρναλη, αυτοί οι στίχοι είναι αλλουνού



Στο ΠΟΙΕΙΝ ένα διαφωτιστικό άρθρο του Ηρακλή Κακαβάνη για τις λανθασμένες αποδόσεις στίχων σε ποιητές στη χώρα του facebook... Ο «παππούς των λαϊκών αγώνων», Κώστας Βάρναλης, έχει την τιμητική του στις αναρτήσεις.

Αυτοί οι στίχοι δεν είναι δικοί του!
Το δίκιο αυτό όμως δεν το ζητιανεύουν
(…)
το αρπάζουν με βία απ όποιους το κρατούν.

Την πόρτα αν δεν ανοιή τη σπουν σας είπα•
τι στέκεστε, τι γέρνετε σκυφτοί;
Λαέ σκλάβε, δειλέ, ανανιώσου, χτύπα
και κέρδισε μονάχος το ψωμί.
 
 Η συνέχεια στο ΠΟΙΕΙΝ

Πέμπτη, 14 Νοεμβρίου 2013

Τέχνη και ηθική



Το «Τέχνη και ηθική» δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Πρωϊα» την Κυριακή 24/4/1938, σελ. 1 και 4. Αργότερα  ο Κώστας Βάρναλης το συμπεριέλαβε στα « Αισθητικά – Κριτικά».  εκδ. Κέδρος, 1958

Τέχνη και ηθική

Στην εφημερίδα Ακρόπολη της 17 του Μάρτη 1896 (παραμονές των πρώτων Ολυμπιακών αγώνων) διαβάζουμε την ακόλουθην είδηση: «Αύριον θα στηθώσιν εις το Στάδιον και οι ανακαλυφθέντες δύο Ερμαί, εκατέρωθεν της σφενδόνης, εκεί όπου άρχονται τα τόξα αυτής. Τα κάτω μέρη των Ερμών, τα οποία δεν συνάδουσι προς τα σημερινά ήθη, θα καλυφθώσι δι' υφασμάτων κυανόλευκων». Τι ήτανε αυτοί οι «Ερμαί» ή Ερμήδες του Σταδίου; Δυο τετράγωνες στήλες μαρμάρινες με δυο κεφάλια στην κορφή τους, του Ερμή και του Διόνυσου, κολλημένα σβέρκο με σβέρκο. Στην μπροστινή και στην πισινή πλευρά αυτών των στηλών ο αρχαίος μαρμαράς είχε σκαλίσει πολύ «έκτυπα» τα διακριτικά σημεία του φύλου των δύο θεών. Σ' αυτούς τους Ερμήδες (κι ήτανε πολλών λογιών: μονοκέφαλοι, διπλοκέφαλοι, τρικέφαλοι καθώς και διαφόρων θεών, ακόμα και θηλυκών, όπως της Αφροδίτης, της Υγείας κτλ) συνήθιζαν οι αρχαίοι να προσφέρουνε σύκα κι άλλα φρούτα και να τους περνάνε στο λαιμό κορδέλες και γιρλάντες από λουλούδια, όχι για να σκεπάζουνε τη γυμνότητά τους από σεμνοτυφία, μα για να τους στολίζουνε και τους τιμάνε για λόγους λατρευτικούς. Η γυμνότητά τους ήτανε στοιχείο θρησκευτικό κι οι αρχαίοι μαρμαρογλύφοι τήνε σημειώνανε, όπως λέγει καθαρά ο Ηρόδοτος «κατά λόγον ιερόν». Είναι γνωστό πως το γυμνό, φυσικό και καλλιτεχνικό, δεν τρόμαζε τους προγόνους μας. «Συνήδε προς τα αρχαία ήθη». Μα στην περίπτωση των Ερμήδων υπήρχε κι ένας λόγος παραπάνω: η Θρησκεία. Όταν όμως οι απόγονοι βρήκανε μέσα στο Παναθηναϊκό στάδιο τους δυο Ερμήδες κι αποφασίσανε να τους αφήσουνε στη θέση τους, θεωρήσανε φρόνιμο να τους καλύψουνε με υφάσματα. Aλλοι καιροί, άλλα ήθη. Σύγκρουση δυο διαφορετικών πολιτισμών. Το σκέπασμά της από τους νεότερους οι αρχαίοι θα το βρίσκανε ιεροσυλία. Σ' αυτές τις δυο αντίθετες "κρίσεις αξίας" λογαριάστηκε η Ηθική κι η Θρησκεία, δεν λογαριάστηκε η Τέχνη. Κι όμως αυτό θα έπρεπε να 'ναι το κύριο ζήτημα. Είναι καλλιτεχνικά ωραίοι οι Ερμήδες αυτοί ή όχι; Και παίζει κανένα ρόλο η θρησκευτική και η ηθική κρίση στην καλαισθητική επιδοκιμασία ή αποδοκιμασία των έργων; Η θρησκευτική Τέχνη των αρχαίων δεν φοβότανε το γυμνό και το άσεμνο. Το ίδιο κι ο Μεσαίωνας είχε κάποιαν αναλογία με την αρχαία κλασική εποχή. Δε φοβότανε όχι μονάχα το γυμνό, μα και το άσεμνο. Πολλές γκαρκούγιες, culps de lampe, ανάγλυφα κι αγάλματα αδιαφορούνε για την ηθικότητα και ενδιαφέρονται μονάχα για το ωραίο, έτσι όπως το ήθελε το «αισθητικό πρόσταγμα» του καιρού. Aρχοντες, λαός και καλλιτέχνες ήτανε πιο φυσικοί και πιο απλοί σ' αυτά τα ζητήματα, λιγότερο σχολαστικοί, αντίθετα με τη γνώμη, πως ο Μεσαίωνας είναι η εποχή του σχολαστικισμού. Στην Αναγέννηση όμως, τον καιρό ίσα ίσα, που τα ήθη των αστών καθώς και των πολιτικών και θρησκευτικών αρχόντων, δεν ήτανε καθόλου ασκητικά, αρχίσανε να σκεπάζουνε τη γύμνια των αγαλμάτων με φύλλα συκής ή να τους φορούνε πανταλονάκια. Η Ντροπή δεν είναι πάντοτε σύμπτωμα αυστηρών ηθών. Μα και πάλι η Τέχνη άνοιγε ρήγματα μεγαλειώδη σ' αυτήν την θεληματική σεμνοτυφία. Ο πάπας Ιούλιος Β΄ ανάγκασε με το ζόρι το Μιχαηλάγγελο να διακοσμήσει την Καπέλα Σιξτίνα. Τι φρίκη ένιωσε ο Καρδινάλιος εκείνος που είδε για πρώτη φορά τη φουρτούνα των γυμνών της "Δεύτερης Παρουσίας"! Και βρήκε αυτή τη μεγαλοφυέστατη ζωγραφική σύνθεση όλων των αιώνων κατάλληλη μονάχα για σάλα λουτρού. Γιατί την «έκρινε» όχι σαν τεχνοκρίτης, μα σαν εκκλησιαστικός αξιωματούχος. Κάτι τέτοια παραδείγματα δείχνουν αρκετά καθαρά, πόσο η αισθητική συνείδηση είναι διαφορετική από την ηθική και την θρησκευτική. Και όταν ακόμα η Τέχνη εξυπηρετεί τους σκοπούς της Θρησκείας και της Ηθικής (δύο ισότιμών της «αξιών ») δεν ζητάει να καταστήσει το περιεχόμενό της θέμα διδασκαλίας, μα αισθητικής χαράς πρώτ' απ' όλα. Δε θέλουμε να υποστηρίξουμε πως η Τέχνη είναι από φυσικό της ανήθικη. Είναι μονάχα, από φυσικό της, πράγμα διαφορετικό από την ηθική, εξωηθική (amorale). Φτάνει να ρίξει κανείς μια ματιά στην ιστορία της Τέχνης και της λογοτεχνίας όλων των καιρών και των λαών για να πειστεί. Ο έρωτας και το γυμνό σώμα είναι το πιο αγαπημένο θέμα των τεχνών. Η Τέχνη και η ποίηση των πρωτόγονων λαών τον αγνοεί τον έρωτα. Όμως στην ιστορία των πολιτισμένων λαών υπήρξαν εποχές, που ο έρωτας αποτελούσε τον κύριο άξονα της ζωής. Στο Μεσαίωνα τον ταυτίζανε με το Θεό και με τον ιπποτικό ηρωισμό. Στην Αναγέννηση τον είχανε κάνει είδος πολιτικής. Και στα χρόνια του αστικισμού κατάντησε κοινωνικός θεσμός. Μα ο έρωτας από τη μοίρα του είναι ανήθικος. Γιατί παντού και πάντα παρουσιάζεται σαν ένα εξωοικογενειακό φαινόμενο... Είναι άρα αθέμιτος. Μήπως όμως γι' αυτόν τον λόγο η ερωτική Τέχνη γεννά την ανηθικότητα; Είναι χρόνια, που κάποιος δικός μας κριτικός διαλάλησε από τις στήλες της εφημερίδας του πως ο ερωτικός ηδονισμός στη σύγχρονη ποίησή μας είναι ξεπεσμός της ποίησης κι αποτελεί δημόσιο κίνδυνο. Κι έκανε έκκληση στους «νοικοκυραίους» να προφυλάξουνε τα κορίτσια τους απ' αυτόν τον κίνδυνο. (Δεν εννοούσε την πορνογραφική λογοτεχνία). Η αισθητική ηδονή είναι κάτι πολύ διαφορετικό από την αισθητηριακή. Η Τέχνη (εννοώ η αληθινή Τέχνη) δεν αποτείνεται στα ένστιχτά μας για να τα διεγείρει. Όσο κι αν παίρνει την ύλη της από την περιοχή των ενστίχτων, δεν μας δένει μ' αυτά. Χάρη στην επέμβαση της τεχνικής και των τεχνικών συναισθημάτων μας αλλάζει «σημεία οράσεως του κόσμου» κι έτσι μας απομακρύνει από την άμεση επιρροή των αισθήσεων και των ενστίχτων. Όποιος διάβασε τη Σαπφώ, τον Αριστοφάνη, τον Βιγιόν, τον Βοκκάκιο, τον Βερλαίν, τον Γκαίτε των "ρωμαϊκών ελεγείων" κτλ. κι όποιος επισκέφθηκε το εθνικό μας Μουσείο, ας ομολογήσει, αν διαβάζοντας τα ερωτικά έργα αυτών των μεγάλων ή κοιτάζοντας τα γυμνά της αρχαίας γλυπτικής ή γραφικής, ένιωσε ποτές να ξυπνάει μέσα του η ερωτική επιθυμία. Οι Ερμήδες, οι Αφροδίτες των Αρχαίων, οι άγγελοι, οι Εύες και οι Μαγδαληνές των χριστιανών δεν μας ερεθίζουμε αισθητηριακά, μας αρέσουν αισθητικά. Κι αν μέσα σ' αυτήν την αρεσιά υπάρχει και ίσκιος επιθυμίας, αυτός μένει στη σφαίρα του φανταστικού, δεν πάει παραπέρα. Για να μας διαφθείρει τα ήθη μας η «ανήθικη» Τέχνη, πρέπει εμείς να είμαστε από πριν διεφθαρμένοι ή άξεστοι. Όμοια η "ηθική" Τέχνη ποτές δεν θα μας ηθικοποιήσει, αν εμείς δεν είμαστε από τα πριν ηθικοί και καλαίσθητοι. Συμπέρασμα: μονάχα οι αφώτιστοι απ' της Τέχνης την αχτίδα (Μαβίλης), δηλ. οι ακαλλιέργητοι άνθρωποι βλέπουνε την ανηθικότητα της Τέχνης ως ανηθικότητα. Οι φωτισμένοι και καλλιεργημένοι αισθητικά βλέπουνε και νιώθουνε την Τένχη και τίποτες άλλο. Οι πρόγονοί μας είχανε μεγάλη "κουλτούρα" με την έννοια που δίνει στον όρο αυτόν ο Γερμανός φιλόσοφος Τσάμπερλαιν. Δηλαδή όλη τους τη ζωή ήτανε (όχι και τόσο!) θεμελιωμένη επάνω στο Ωραίο. Έτσι δεν βλέπανε τη γύμνια των Θεών τους. Βλέπανε την ομορφιά τους. Όταν οι απόγονοι ζητάμε να πάρουμε τη γλώσσα τους (οι αρχαϊστές), ας ζητήσουμε να πάρουμε πρώτ' απ' όλα την ψυχή τους, που δεν είχε τις δικές μας προλήψεις. Κι όταν ανασταίνουμε τους ολυμπιακούς αγώνες τους, είναι υποχρέωσή μας να σεβόμαστε τον πολιτισμό τους «κατά λόγον ιερόν». Αν πραγματικά μια Τέχνη πρέπει να ονομαστεί ανήθικη, για τον ανήθικο ρόλο που παίζει στην πνευματική και τη συναισθηματική ζωή των μαζών, είναι η Τέχνη η αντιδραστική. Αυτή που ψεύδεται, παραπλανά και συσκοτίζει τις μάζες, σε τρόπο, που να χάνουμε την αίσθηση του πραγματικού, του αληθινού, του προοδευτικού και της λευτεριάς. Η τέτοια Τέχνη κι όταν δεν είναι άσεμνη είναι Τέχνη κακοήθης. Η καλή Τέχνη, που αναπαριστά το γυμνό, είναι ηθική, μα η κακιά Τέχνη, κι όταν σκεπάζει την ανηθικότητα, αυτή 'ναι πρόστυχη κι ανήθικη.

Παρασκευή, 8 Νοεμβρίου 2013

Ο Βάρναλης για τη γλώσσα των Ποντίων



Ο Βάρναλης, μαχητής του δημοτικισμού είχε καλή γνώση της γλώσσας και των νόμων της. Η γλώσσα ήταν ένα από τα θέματα που συχνά πυκνά καταπιανόταν. Γεννήθηκε με τη δημιουργία του γλωσσικού ζητήματος και πέθανε με τη λύση του. Περίπου 400 τα κείμενα του με θέμα τη γλώσσα ή μάλλον τα κείμενα που περιέχουν γλωσσική θέση ή τοποθέτηση. Είναι υπό έκδοση. Ένα από αυτά αφορά τη γλώσσα των ποντίων. Το δημοσιεύουμε γιατί ήδη έχει δημοσιευτεί σε άλλο blog (tarakounimata) με κάποιες (προφανώς εσκεμμένες) διαφοροποιήσεις. Το δημοσιεύουμε όπως δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Πρωΐα» στις 1 Νοέμβρη 1943.

Χρονικά του Πόντου


Έχω υπ’ όψη μου τα δύο πρώτα τεύχη του μηνιαίου λαογραφικού περιοδικού «Χρονικά του Πόντου». Είναι όργανο του Συλλόγου Ποντίων «Αργοναύται – Κομνηνοί».
Τι μακρινός ελληνικός κόσμος ζωντανεύει μέσα στις σελίδες του! Μακρινός όχι μονάχα τοπικά, παρά και χρονικά. Γιατί ο πολιτισμός των Ποντίων είναι παλαιότατος, όπως και η γλώσσα τους. «Η γλώσσα των Ποντίων, γράφει ο κ. Σ. Καράς, είναι μια από τας χαρακτηριστικωτέρας ελληνικάς διαλέκτους. Σώζει το μεσαιωνικό βυζαντινό χαρακτήρα με πολλούς γλωσσικούς και γραμματικούς τύπους, αρχαϊκούς και ομηρικούς. Οι Πόντιοι δεν ηκολούθησαν την γλωσσική εξέλιξη των ασπροθαλασσιτών και των λοιπών Ελλήνων. Απομονωμένοι εις το βάθος του Πόντου και της Μικράς Ασίας, διατηρούν ακόμα την απήχηση της βυζαντινής λαλιάς…»
Αυτή η απομόνωση των Ποντίων στην τελευταία βορειοανατολική άκρα του ελληνισμού μπορεί να έδωσε ξεχωριστήν εξέλιξη στη γλώσσα τους και ιδιοτυπία, όμως δεν έκοψε και την ψυχική συνέχεια τους με το επίλοιπο έθνος. Τουναντίον, αντλώντας από την ίδια μεσαιωνική πηγή του ελληνισμού, ανέπτυξε τα ίδια κοινά πνευματικά στοιχεία με τους άλλους ομοεθνείς: αγάπη της πατρίδας, αγάπη της λεύτερης ζωής, θαυμασμός του ηρωϊσμού, που φτάνει σε όρια υπερφυσικά. Και το ιδανικό αυτής της αγάπης, ο Διγενής Ακρίτας, με την πλούσια και πολύτιμη και μοναδική στο είδος της λαϊκή ποίηση.
Η ίδια απομόνωση είχε γι’ αποτέλεσμα να δεχτεί η γλώσσα των Ποντίων πολύ λεξιλόγιο τούρκικο. Παρ’ όλα αυτά η γλώσσα τούτη δεν είναι δύσκολο να εννοηθεί από έναν ελλαδικό αναγνώστη. Με την βοήθεια μάλιστα του λεξιλογίου που συνοδεύει τα λαογραφικά κείμενα και του οδηγού για την προφορά των συνθηματικών στοιχείων του ποντιακού αλφαβήτου, που υπάρχει στην εσωτερική σελίδα του πρώτου εξωφύλλου.
Δεν είναι το πρώτο λαογραφικό περιοδικό, που εκδίδουν οι Πόντιοι για να διασώσουν από τη λήθη τα πνευματικά λείψανα του πολιτισμού τους. Φεύγοντας από τον τόπο τους έφεραν μαζί τους αυτόν τον θησαυρό. Θα ήταν έγκλημα αν τον αφήνανε να χαθεί. Ιδρύσανε πρώτα το «Αρχείον Πόντου», περιοδικό σύγγραμμα που έως τώρα έχει δημοσιεύσει έντεκα «καλοτυπωμένους τόμους, με γλωσσικό, λαογραφικό και ιστορικό υλικό», όπως λέγει κ. Μ. Τριανταφυλλίδης. Πλάι σ’αυτό το Αρχείο εκδώσανε για λίγον καιρό τα «Ποντιακά φύλλα» κι αυτωνών συνέχεια σοβαρή, είναι τα «Χρονικά του Πόντου».
Όλα αυτά ενδιαφέρουν, όχι μονάχα τους Ποντίους, όχι μονάχα τους λαογράφους και τους γλωσσολόγους, παρά κι’ ολάκερο τον ελληνισμό. Διότι τα δημοσιεύματα όλα έχουν όχι μονάχα αξία επιστημονική, αλλά και αισθητική και εθνική.
Είναι αξιοπαρατήρητο πως οι πρόσφυγες Έλληνες δείχνουνε τόση αγάπη και φροντίδα για τα πνευματικά τους αγαθά. Γιατί κινδυνεύουν να χαθούν, αν δεν τα μαζέψουν και τα εκδώσουν. Για τον ίδιο λόγο και οι Θράκες εκδίδουν εδώ και κάμποσα χρόνια (με πόσες δυσκολίες και θυσίες!) δύο αξιόλογα περιοδικά συγγράμματα, Τα «Θρακικά» και το «Αρχείον του Θρακικού λαογραφικού και γλωσσικού θησαυρού» του κ. Π. Παπαχριστοδούλου.
Το ίδιο θα έπρεπε να κάνουν και οι Κυπριώτες, οι Ρόδιοι, οι Κρητικοί, οι Ηπειρώτες, οι Τσακώνοι κλπ. Αλλά βλέπεις δεν αισθάνονται την ανάγκη.
Κι όμως αν έχουμε έναν δικό μας νεοελληνικό πολιτισμό, αυτός καθρεπτίζεται στη μητρική μας γλώσσα, στα δημοτικά μας τραγούδια, στις παραδόσεις, στις παροιμίες, στη λαϊκή μουσική, στους λαϊκούς χορούς. Οι Παρθενώνες, οι Αφροδίτες, οι Απόλλωνες κλπ., είναι πολύ μακρυά στην ιστορική μας συνέχεια. Κι όμως αρχίσαμε από τα μακρινά, σ αυτά απάνω θεμελιώσαμε τον λογιοτατίστικο πολιτισμό μας και περιφρονήσαμε τη γλώσσα μας και τα χυδαϊκά «μυθάρια» όπως τα έλεγε περιφρονητικά ο γλωσσαμύντορας Μιστριώτης. Κι όμως μέσα σ αυτά τα μυθάρια είναι ο Διγενής Ακρίτας κι η ψυχή του νεότερου Ελληνισμού.