Σάββατο, 2 Νοεμβρίου 2013

Το επίκαιρο του Κώστα Βάρναλη



Δημοσιεύουμε σήμερα μια ενδιαφέρουσα εργασία της Μάρως Καχριμανίδη. 
«Την εν λόγω εργασία συμμετείχα στον 1ο Πανελλήνιο Συγγραφικό Διαγωνισμό για φοιτητές πανεπιστημίων της Ελλάδος και του εξωτερικού, τον οποίο διοργάνωσε ο Σύλλογος Ανατολικής Ρωμυλίας Βόλου και κατάφερα να αποσπάσω το πρώτο βραβείο. Έψαξα κάποιες πηγές, δυσκολεύτηκα στην αρχή και μετά αποφάσισα να μην ψάξω περαιτέρω για το τι έχει ήδη γραφεί για τον Βάρναλη. Διάβασα τον ίδιο και με όλα αυτά που ζούμε ως χώρα, τότε είναι που συνειδητοποίησα αυτό που είχε πει ο Ρίτσος ότι ο Βάρναλης είναι "φλόγα που καίει". Τότε είναι που συνειδητοποίησα το πόσο επίκαιρος είναι. Επίκαιρος κι επικίνδυνος, κατά μία έννοια. Άγνωστος όντας, γιατί άγνωστος είναι ουσιαστικά, είναι ακίνδυνος. Εύχομαι να πάψει να είναι άγνωστος, μήπως κ αφυπνιστούμε!». 
Η Μάρω τελείωσε τη Σχολή καλών Τεχνών (Αθήνα) και σήμερα είναι μεταπτυχιακή φοιτήτρια στο πανεπιστήμιο του Τορόντο.

Το επίκαιρο του Κώστα Βάρναλη
Μάρω Καχριμανίδη
Ιστορικός Τέχνης, Μεταπτυχιακή Φοιτήτρια-University of Toronto (UofT)

Ο Βάρναλης. Ένας αγωνιστής ποιητής, στην υπηρεσία του λαού, με όπλα τις φλεγόμενες ιδέες του, την ανδρεία και την αυθεντικότητά του. Δεν είχε σκοπό ποτέ του ούτε να χαρισθεί μα ούτε και να «χαϊδέψει» κανενός τα αυτιά. Στόχος του ήταν να αφυπνίσει τον κόσμο. Νιώθει τόσο μικρός κανείς όταν καλείται, όχι να γράψει, μα έστω και να αναλογιστεί το μεγαλείο καλλιτεχνών ς﷽﷽﷽﷽﷽﷽﷽﷽νωνν ομάδων. Των μοιραοσόπως ο Βάρναλης, ο οποίος υπήρξε απλός, άμεσος του οποίου η ποίηση προοριζόταν για όλους, ανεξαρτήτου πολιτικής τοποθετήσεως.
Η μορφή του, μια μορφή ασυμβίβαστη. Πέρα από θεούς κι άρχοντες, πέρα από προκαταλήψεις και στερεότυπα. Μα με βαθύ κι απέραντο σεβασμό απέναντι σε όλους, ακόμη κι εκείνους με τους οποίους μοιραζόταν διαφορετικές αντιλήψεις. Ο παππούς του καθενός μας, που είτε βρίσκεται, είτε «βρίσκεται» πάντοτε εκεί για εμάς θέλοντας με τον λόγο του να μας διδάξει και να μας γαλουχήσει με το πνεύμα της αρετής, της αντρειοσύνης, του ακατάπαυστου αγώνα. Ακόμη-ακόμη και να μας δώσει δύναμη κι αισιοδοξία να πάμε τη ζωή μας παρακάτω, παρά τις όποιες δυσκολίες εμφανίζονται στο διάβα μας.
Τα λόγια του. Ορθά κοφτά, ως άλλα εύφλεκτα υλικά. Πέρα από τον όποιο λυρισμό ή κανόνες που τα χαρακτηρίζουν δεν έχουν σκοπό ούτε να πλανέψουν μα ούτε και να δημιουργήσουν την εντύπωση μιας πραγματικότητας άλλης-όπως είθισται να συμβαίνει στην ποίηση- πέραν αυτής την οποία διαβιούμε. Οι ιδέες του δεν αποτελούνται απλώς από λέξεις, γράμματα, γραμμές,... Ούτε επίσης από μεθυστικές φράσεις οι οποίες έχουν σκοπό την «αποπλάνηση» του αναγνώστη σε αδιάβατα της ψυχής μονοπάτια, σε μιαν ουτοπία.
Οι εικόνες του. Ζωγραφισμένες με αίμα αθώων, από τον ιδρώτα όσων μοχθούν για την επιβίωση και τα βαριά χέρια των εργατών.

Μεροδούλι ξεροδούλι δέρναν ούλοι οι αφέντες
δούλοιούλοι δούλοι αφεντικό και μ' αφήναν νηστικό
και μ' αφήναν νηστικό
[…]
Και ζευγάρι με το βόδι άλλο μπόϊ κι άλλο πόδι
όργωνα στα ρέματα  τ΄ αφεντός τα στρέμματα
Και στον πόλεμο όλα για όλα κουβαλούσα πολυβόλα
να σκοτώνονται οι λαοί για τ' αφέντη το φαί
για τ' αφέντη το φαί
(Η μπαλάντα του κυρ Μέντιου)

Από τον καημό, την αδικία, την περιθωριοποίηση ορισμένων κοινωνικών ομάδων. Των μοιραίων της κοινωνίας. «Οι Μοιραίοι». Ίσως το δημοφιλέστερο μα και πιο επίκαιρο δημιούργημα του Βάρναλη.
Γενικότερα στην ποίησή του, μα και ειδικότερα στους Μοιραίους, σκοπός του Βάρναλη είναι να εκφράσει τον πόνο, τη δυστυχία και την αδικία, χαρακτηριστικά τα οποία πάντοτε αφορορμα ﷽﷽﷽﷽﷽﷽ν οποτου χώρου σε ένα οσύν στους μη έχοντες εις βάρος των οποίων επιβιώνει κι ευημερεί το κοινωνικό σύστημα μα κι όσοι βρίσκονται πίσω από αυτό. Η σκηνή λαμβάνει χώρα σε μια ταβέρνα. Η ταβέρνα αποτελεί ξεκάθαρο σύμβολο της κοινωνικής προέλευσης των θαμώνων. Η αίσθηση που μας προκαλείται εντείνεται ακόμη περισσότερο λόγω της τοποθέτησης του χώρου σε υπόγειο. Ένα υπόγειο, ένας άθλιος χώρος ο οποίος έστω για λίγο γίνεται στέγη, αγκαλιά και παρηγοριά των Μοιραίων. Ένας χώρος υπό του εδάφους ως ένας τάφος των ονείρων, της χαράς ή της όποιας προσδοκίας τους για κάτι χαρμόσυνο.
Δεν έχουν δικαίωμα στα όνειρα οι Μοιραίοι. Δεν είναι φτιαγμένοι από αυτό το υλικό. Είναι άνθρωποι των οποίων το δέρμα είναι από ατσάλι —κι ας ματώνουν—  κι οι καρδιές τους από πέτρα — κι ας δακρύζουν, ας πονούν. Αν δεν ήταν έτσι δε θα τα είχαν καταφέρει ως τα εδώ. Άνθρωποι του μόχθου. Όμως μάλλον ξέχασαν πως είναι άνθρωποι. Άνθρωπος ετυμολογικά είναι εκείνος ο έμβιος οργανισμός που στρέφει το βλέμμα του προς τα επάνω. Οι Μοιραίοι όμως δε δύνανται ούτε καν να απολαύσουν τις ομορφιές της φύσης. Ακόμη κι αυτές είναι «ακριβές» για τους Μοιραίους.

Ήλιε και θάλασσα γαλάζια
Και βάθος τ’άσωτ’ ουρανού!
Ω! Της αβγής κροκάτη γάζα,
Γαρούφαλα του δειλινού,
Λάμπετε σβήνετε μακριά μας,
Χωρίς να μπείτε στην καρδιά μας!

Με τι κουράγιο λοιπόν να σηκώσουν το βλέμμα τους προς το δυνατό φως του ηλίου ή το αστραφτερό μπλε του Ελληνικού ουρανού; Καταραμένοι από έναν Θεό που τους μισεί, από μια μοίρα που άλλοι ορίσανε γι’ αυτούς, γελασμένοι από τους ίδιους τους τους εαυτούς και τις επιλογές τους, μεθυσμένοι από τον εξομολογητή τους, το κρασί.

-Φταίει το ζαβό το ριζικό μας!
-Φταίει ο Θεός που μας μισεί!
-Φταίει το κεφάλι το κακό μας!
-Φταίει πρώτ’ απ’ όλα το κρασί!

Ο μικρός αυτός διάλογος θυμίζει κατά πολύ συζητήσεις της σημερινής Εν Ελλάδι εποχής, οι οποίες μπορεί να μη λαμβάνουν μέρος σε ανάλογα υπόγεια χαμαιτυπεία μα σε υπερπολυτελείς πολυθρόνες κέντρων συναθροίσεως και διασκεδάσεως. Οι θαμώνες όμως, έχουν τις ίδιες απορίες, τους ίδιους καημούς για το ποιος φταίει για την τραγική κατάσταση της κοινωνίας που επηρεάζει τους ίδιους και τα παιδιά τους. Μα, ως άλλοι Μοιραίοι ποτέ τους δεν καταλήγουν σε μια συγκεκριμένη απάντηση. Διακατέχονται κι αυτοί από απάθεια και δειλία που δεν τους επιτρέπουν καμία αντίδραση. Είναι όμοιοι με τους Μοιραίους. Το μόνο που τους διαφοροποιεί είναι το περιτύλιγμα. Στην ουσία τους όμως, είναι ίδιοι.
Ο ποιητής μπορεί μεν να χρησιμοποιεί πρώτο ενικό πρόσωπο εντάσσοντας έτσι τον εαυτό του στους Μοιραίους μα διαβάζοντας το ποίημα, καταλαβαίνει κανείς πως δε συμμερίζεται την αδράνεια που τους διακατέχει. Ο αναγνώστης, διαβάζοντας προσεχτικά το ποίημα μπορεί ακόμη και να «ακούσει» τον ήχο των ποτηριών, τις φωνές και τις βρισιές των Μοιραίων, ακόμη και το φτύσιμο καταγής, μια κίνηση μέσω της οποίας εκφράζεται η οργή κι η κατάρα για την κατάσταση στην οποία βρίσκονται.
Ο αναγνώστης νιώθει το κάλεσμα του ποιητή για αλλαγή του τρόπου σκέψης που έχει να κάνει με το ότι οι άνθρωποι είναι ανίκανοι να καθορίσουν τη μοίρα τους. Οι Μοιραίοι αντιμετωπίζουν τη ζωή τους ως μια διαρκή πάλη που δεν έχει καμία μελλοντική ελπίδα να τους προσφέρει. Αυτός είναι κι ο λόγος που προτιμούν να την αρνηθούν, να την παραμερίσουν χωρίς καν να μπουν στον κόπο να την κοιτάξουν κατάματα. Απλώς αφήνονται σε ό,τι τους βασανίζει, με σκυμμένο το κεφάλι, το αποδέχονται κι έτσι πορεύονται.
Σκοπός του ποιητή είναι να τους επαναφέρει από το λήθαργο στον οποίο έχουν βυθιστεί. Τους καλεί να ορθώσουν το ανάστημά τους και πατώντας γερά πάνω στη γη να αντισταθούν στην απελπισία που καθορίζει τις ζωές τους, καλώντας τους παράλληλα σε μια συνειδητοποίηση του παραλογισμού ο οποίος χαρακτηρίζει τη μοιρολατρία τους, ότι δηλαδή πάντοτε θα παλεύουν χωρίς ποτέ τους να φθάνουν σε κάτι καλό, χάνοντας έτσι μια για πάντα την παρτίδα στο παιχνίδι της ζωής.
Εάν το άλμα προς την ελπίδα ή την πίστη και την προσμονή για κάτι καλύτερο αντιπροσωπεύει την προσπάθεια διεξόδου από την πραγματικότητα της μοίρας που πιστεύουμε πως κάποιοι άλλοι έχουν καθορίσει για εμάς κι αν ακόμη η ευτυχία είναι πιθανή μόνο μέσω αυτού του άλματος, τότε η τελευταία, αποτελεί διαφυγή. Η ίδια η ζωή θα ήταν τότε εκ φύσεως δυσάρεστη κι η ευτυχία θα αποτελούσε απάτη, η οποία θα δημιουργείτο από την άρνηση.
Για τον ποιητή όμως η ευτυχία αποτελεί μια κατάσταση η οποία είναι δυνατό να πραγματωθεί. Κι αυτό, διότι οι εμπειρίες των ανθρώπων αποτελούν ίσως αποτελούν τη μία και μοναδική πραγματικότητα κι οι άνθρωποι μπορούν να αποκτήσουν την ευτυχία χρησιμοποιώντας μόνον υπαρκτά μέσα —τη δύναμη και τις εμπειρίες τους— κι όχι την άρνηση και τη φυγή. Δε μπορεί ο άνθρωπος να επιδιώκει την ευτυχία όντας στην αδράνεια και βασιζόμενος στη μοίρα ή οτιδήποτε εντοπίζεται πέραν της άμεσης εμπειρίας του.
Κλείνοντας, θα ήθελα να αναφέρω πως δεν είχα απολύτως καμία πρόθεση να ασκήσω κριτική στο έργο ενός εκ των κορυφαίων δημιουργών μας. Πώς είναι άλλωστε δυνατό να το κάνει αυτό κανείς. Κι αν κανείς θεωρεί πως το έχει καταφέρει, πλανάται πλάνην οικτράν. Το ότι σημείωσα κάποιες από τις σκέψεις μου θα μπορούσε ίσως να θεωρηθεί ένα κάλεσμα για όσους δεν είχαν την ευτυχία να έλθουν σε επαφή με το έργο του Κώστα Βάρναλη. Μια παρακίνηση αλλά και μια απάντηση, με 7 χρόνια καθυστέρηση, στην καθηγήτρια που χλεύασε την αγάπη μου για την εν λόγω ποίηση και την τέχνη, λέγοντάς μου να μην ασχολούμαι με ό,τι στο μέλλον δεν πρόκειται να μου αποφέρει χρήματα. Τέλος-τέλος, ένα παράπονο. Ένα παράπονο για το γεγονός ότι μπορεί μέρος του έργου του Βάρναλη —κι όχι ολόκληρο το έργο του— να βρίσκεται τυπωμένο σε σχολικά βιβλία μα δεν θυμάμαι ποτέ να αποτελεί μέρος της διδακτέας ύλης. Γιατί άραγε; Για τη διατήρηση αυτής της σαθρότητας του κοινωνικού γίγνεσθαι; Καθώς αν το έργο του διδασκόταν στα σχολεία, ως άλλος Σωκράτης θα εισήγαγε καινά δαιμόνια στη νεολαία, εξοικειώνοντάς τους με την κριτική σκέψη. Θα γινόταν ο κόσμος μας καλύτερος και πιο αισιόδοξος, περισσότερο ελεύθερος, κάτι που δεν το θέλουν όσοι εξυπηρετούνται από το σύστημα. Όπως όμως έχει αναφέρει ο έτερος μεγάλος Ρίτσος για τον Βάρναλη, “Ο Βάρναλης είναι φως που καίει” και κρατά άσβεστη τη φλόγα. Δική μου ευχή κι επιθυμία, αυτή η φλόγα που σιγοκαίει να γίνει πυρκαγιά που θα κατακλύσει τις ψυχές και τα οράματά μας, μην επιτρέποντάς μας άλλη αδράνεια, μα ξεσηκώνοντάς μας προς μια αλλαγή.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου