Τρίτη, 16 Οκτωβρίου 2012

Ποιήματα του Κώστα Βάρναλη από το περιοδικό ΗΓΗΣΩ



Υπάρχουν αρκετά ποιήματα του Βάρναλη που ενώ τα δημοσίευσε στην εποχή τους σε κάποιο περιοδικό δεν τα συμπεριέλαβε αργότερα σε κάποια συλλογή του. Ο ίδιος γράφει εισαγωγικά στα «Ποιητικά» του Κέδρου το 1959:  

Στα 1954 είχα εκδόσει μια «Εκλογή» από τα ποιήματά μου – όσα νόμιζα, πως μπορούσανε να ιδούνε το φως. Σε εκείνη την «Εκλογή» περιέλαβα και μερικά
ποιήματα από το «Φως που καίει» και τους «Σκλάβους πολιορκημένους». Αυτά φυσικά λείπουν απ’ την τωρινή εκλογή. Έχω όμως προσθέσει μερικά νεανικά (ξαναδουλεμένα όσο σηκώνανε) που χαραχτηρίζουνε την πνευματική πορεία όχι μόνο τη δικιά μου παρά και της εποχής εκείνης.

Αυτά τα ποιήματα οι μελετητές του τα χαρακτηρίζουν αθησαύριστα. Πρωτοπαρουσίασαν αθησαύριστα ποιήματα του Κώστα Βάρναλη οι Γ.Π. Σαββίδης και Αλεξ. Αργυρίου το 1975 στο περιοδικό «Ηριδανός», περίπου 40 τον αριθμό και ο Μ.Μ. Παπαϊωάννου στα 1984 που παρουσίασε τρία σονέτα και μια παρωδία. Στις μέρες μας επικαιροποίησε την κουβέντα και δημοσίευσε κάποια δυσεύρετα και άγνωστα ποιήματα ο Νίκος Σαραντάκος στο Blog του.
Στα αθησαύριστα ποιήματα του Κώστα Βάρναλη προσθέτει κάποια ο Ηρακλής Κακαβάνης στο βιβλίο του «Ο άγνωστος Βάρναλης και 19 αδημοσίευτα ποιήματά του» όπου δίνει μια απάντηση στο ερώτημα: Γιατί ο ποιητής κάποια από τα ποιήματά του, ενώ τα δημοσίευσε στον καιρό τους, στη συνέχεια, δηλαδή αργότερα, δεν τα συμπεριέλαβε στις συλλογές ποιημάτων του;
Όσα μπορούμε να βρούμε ψάχνοντας σε παλιά δυσεύρετα περιοδικά, θα τα παρουσιάσουμε σταδιακά από αυτή τη σελίδα.
Στην κατηγορία των αθησαύριστων ποιημάτων συγκαταλέγονται όσα δημοσίευσε στο περιοδικό ΗΓΗΣΩ (1907-1908). Το ποίημα «Τα δάκρυα της βοσκοπούλας» δημοσιεύτηκε στο πρώτο τεύχος (σελ. 13) του περιοδικού.

ΤΑ ΔΑΚΡΥΑ ΤΗΣ ΒΟΣΚΟΥΛΑΣ
Το φεγγαράκι, εγέλασε πάνου στο κοιμητήρι
Και πλια διαβάτες δεν περνούν από το μοναστήρι.
Σου 'σταξαν για ένα ομορφονιό τα δάκρυα στη βρυσούλα
Και πήρε η κόρη του παπά, η ώρια παπαδοπούλα
Και στην αυλή της πότισε τον ανθισμένο Μάη
Και οι κρίνοι μαραθήκανε και η μαντζουράνα εκάη.
Μα κι ο καλός της στάθηκε στης βρύσης το πλατάνι,
Ήπιε νεράκι το πρωί, το βράδυ την ξεχάνει.
Γι' αυτόν τα δάκρυα σου έσταξαν πικρά μες στη βρυσούλα ...
Κλαίγοντας παίρνει τα βουνά η ώρια παπαδοπούλα
Και τον ζητάει μες στα δεντρά, στα πλάγια τον ζητάει
Κι αυτός τα πρόβατα άφησε και ναύρη εσένα πάει . . .

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου