Δευτέρα, 21 Οκτωβρίου 2013

«Το βαπόρι της αθανασίας σαλπάρει μετά θάνατον»

Πριν λίγες μέρες το ετήσιο τεύχος του ποιητικού περιοδικού «Αλμανακ». Στα κείμενα που επιλέχθηκαν για το έντυπο περιοδικό είναι και η συνέντευξη στο διαδικτυακό «Ποιείν» του Ηρακλή Κακαβάνη. Μια συνέντευξη με αρκετές χρήσιμες πληροφορίες για το έργο και τις απόψεις του Κώστα Βάρναλη.
Στην παρουσίαση του περιοδικού ο Ηρακλής Κακαβάνης ανταποκρινόμενος στο κάλεσμα των εκδοτών είπε δυο λόγια για το ρόλο των λογοτεχνικών περιοδικών. Η ομιλία δημοσιεύτηκε στο διαδικτυακό «Ποιείν» από όπου την αναδημοσιεύουμε και εμείς. Βέβαια αξίζει να επισκεφτεί κάποιο το περιοδικό όπου στα σχόλια του θέματος υπάρχει ένας σύντομος ποιητικός διάλογος με ενδιαφέρον


«Το βαπόρι της αθανασίας σαλπάρει μετά θάνατον»


Το «Ποιείν» είναι διαδικτυακό περιοδικό - ιστοσελίδα για ποιήματα, ποιητές και ποίηση. Εκδίδει το ετήσιο περιοδικό «Αλμανάκ» που είναι συλλογές με τις καλύτερες δημοσιεύσεις της κάθε χρονιάς της διαδικτυακής Επιθεώρησης. Χτες παρουσιάστηκε το «Αλμανακ 2012» που φιλοξενεί συνέντευξή μου με αφορμή την κυκλοφορία του βιβλίου «Ο Αγνωστος Βάρναλης και 19 αδημοσίευτα ποιήματα». Είναι μια συνέντευξη χρήσιμη στη βιβλιογραφία για τον Κώστα Βάρναλη, αφού με τις ερωτήσεις του Σπύρου Αραβανή θίγονται σημαντικές και άγνωστες πλευρές του βαρναλικού έργου.
Το «Αλμανακ» παρουσίασαν οι συνεκδότες Σωτήρης Παστάκας και Σπύρος Αραβανής. Ο Σπύρος Αραβανής μίλησε για τους ανθρώπους που καθημερινά βρίσκονται δίπλα στο «Ποιείν» ενώ ο Σωτήρης Παστάκας αναφέρθηκε στους ανθρώπους που καλλιεργούν την ποιητική τέχνη, στους χομπίστες ποιητές και στο ρόλο του «Ποιείν» που του δίνει βήμα έκφρασης, μετά από μια αξιολόγηση βέβαια του ποιητικού υλικού που λαμβάνει. Είπε χαρακτηριστικά ότι μόνο από τους εκδοτικούς οίκους που εκδίδουν ποιητικές συλλογές λαμβάνει το «Ποιείν» έξι έως 12 βιβλία μηνιαίως. Θα συμπληρώναμε εμείς ότι οι περισσότερες από αυτές είναι με χρηματοδότηση των ίδιων των ποιητών/«ποιητών». Βέβαια ο Σωτήρης είπε και συμφωνούμε μαζί του ότι είναι ωραίο χόμπι να ασχολείται κανείς με την ποίηση και προτιμά να ξοδεύει κανείς χρήματα για να εκδώσει μια ποιητική συλλογή παρά, για να αγοράσει σφαίρες ώστε να πάει για κυνήγι.
Χωρίς να είμαι προετοιμασμένος ανταποκρίθηκα στο κάλεσμα των εκδοτών και είπα δύο σκέψεις τις οποίες εμπλουτισμένες τις βάζω τώρα στο χαρτί.
Πάντα στην Ελλάδα είχαμε πληθωρισμό ποιητών. Οι ποιητικές δοκιμές και προσπάθειες, ακόμα και οι στιχηρές ανοησίες που έφταναν στα δημοσιογραφικά γραφεία και στα περιοδικά, ήταν πάρα πολλές. Μελετώντας κανείς περιοδικά και εφημερίδες θα βρει πάρα πολλές σχετικές αναφορές. Υπάρχει ένα σχετικό επεισόδιο που διηγείται στον «Κονταρομάχο» ο Μ. Λουντέμης μεταξύ αυτού και του Κώστα Βαρναλη. Μια μέρα πηγαίνει να τον συναντήσει στην εφημερίδα:
`
«Ηταν όμως κάπως αργά και κείνη την δρα κατέβαινε. Ήταν φορτωμένος με καμιά εικοσαριά τόμους ποιητικές συλλογές. Στην πραγματικότητα, ήταν όλες δοκιμές, εξορμήσεις νέων στιχουργιών, νεοσσών (…).
-          Ζεματάει μου λέει. Δεν πάμε για κανένα κατοσταράικι να δροσιστούμε (…).
-         Και δεν πάμε; του λέω. Άλλα δος μου πρώτα το μισό σου βάρος.
Τ’ ανακάλυψε ξαφνικά και… αποφάσισε νά θυμώσει. Και -πώς τα κατάφερε;- θύμωσε για καλά.
-          Συλλογή ‘’Συλλογών’’ κάνεις; τον ρώτησα.
-         Τι θ’ απογίνω εγώ μ’ αυτούς τούς… φορτοεκφορτωτές της ποίησης, μπορείς να μου πεις; Δεν αδειάζω ούτε να γράψω ούτε να πιω ένα ποτήρι. Νάστελναν τουλάχιστον τα βιβλία τους στο σπίτι. Θα γλίτωνα τη μεταφορά. Αλλά αυτοί τα στέλνουν στην εφημερίδα.
-         Δεν ξέρεις… του λέω. Δεν πρέπει να τους ξεμπροστιάζεις έτσι αναπολόγητους. Μπορεί ανάμεσα σ’ αυτούς νάναι και καμιά μεγάλη δόξα.
-         Να μου επιτρέψεις ν’ αμφιβάλω. Για κοίτα… Μούδειξε την στοίβα των βιβλίων. Μπορείς να ξεφυλλίσεις κανέναν απ’ αυτούς τους φρόνιμους τόμους των στίχων; (Δεν μπόρεσα να κα­ταλάβω γιατί τους έλεγε «φρόνιμους»)… Ξεφύλλα… Και θα δεις.
-          Ε, τι είναι;
-         Δεν τους βλέπεις; Ογκοι άσπρου χαρτιού με ελαφρά ίχνη τυπογραφικών στοιχείων. Τι να τους πεις τώρα! Τι πρε­μούρα είν’ αυτή βρε παιδί; Δε σου λέω; Και μείς ‘’μεγαλοφυίες’’ ήμασταν στην ηλικία τους άλλα είχαμε και λιγάκι υπομονή. Αυτοί μόλις σκαρώσουν καναδυό τετράστιχα τρέχουν να τα τυπώ­σουν για να μην τύχει και χάσουν το βαπόρι της αθανασίας. Χμ. Δεν ξέρουν ότι το βαπόρι σαλπάρει μετά θάνατον. Ο ποιητής αγαπητέ… Ο ποιητής… (…)
Ο ποιητής λοιπόν - δε θα ξανασταματήσω - ο ποιητής είναι κλώσα, δεν είναι κότα!
-          Δηλαδή;
-          Δηλαδή δεν τρέχει με το πρώτο αυγό που γεννάει να το κάνει πουλί. Τα μαζεύει πρώτα, τα κλωσάει, συμπληρώνει τα ‘’τέρμενα’’… Κι υστέρα βγαίνει στην αυλή και τα διαλαλεί. Τώ­ρα τόχει το δικαίωμα. Εγινε ποιήτρια. Εβγαλε έναν τόμο που­λάκια».
`
Αυτή η σκηνή σκιαγραφεί την κατάσταση και χτες και σήμερα.
Εκτός από τον πληθωρισμό των ποιητών είχαμε και έχουμε υπερβολικά μεγάλο αριθμό λογοτεχνικών περιοδικών. Πανελλήνιας αλλά και τοπικής εμβέλειας. Δυσανάλογο με τον πληθυσμό. Περιοδικά με σημαντικά προσφορά στα Γράμματα και άλλα που απλώς υπήρξαν. Να θυμηθούμε το «Νουμά», την «Αναγέννηση», την «Εστία», τα «Νέα Γράμματα», τα «Ελεύθερα Γράμματα», την «Επιθεώρηση Τέχνης» κλπ. περιοδικά με διευθυντές και συνεργάτες ανθρώπους με σημαντική προσφορά στα Γράμματα.
Σήμερα, στην εποχή του διαδικτύου εκτός από τα πολλά έντυπα περιοδικά έχουμε και ένα πολύ μεγάλο αριθμό λογοτεχνικών σελίδων. Οργανωμένες, έχουν δηλαδή αντίστοιχη συγκρότηση με αυτή των έντυπων περιοδικών, είτε ατομικές σελίδες ανθρώπων που φιλοδοξούν να συνεισφέρουν στο Πνεύμα.
Ένα σύγχρονο λογοτεχνικό μέσο συγκροτημένο με άτυπη πολυθεματική Συντακτική ομάδα, ευρεία ποιητική θεματολογία, πρωτοτυπία και αξιόλογο ποιητικό υλικό είναι το «Ποιείν». Ισως κάποια στιγμή να μπορεί να περηφανευτεί ότι φιλοξένησε το πρώτο ποίημα του τάδε γνωστού ποιητή.
Όλα αυτά τα μέσα λαμβάνουν ποιητικό υλικό προς δημοσίευση. Είναι λογικό και θεμιτό, αυτός που γράφει κάτι να θέλει να το κοινωνήσει στου άλλους. Να το θέσει στην κρίση ειδικών/«ειδικών». Εδώ είναι και το κλειδί. Η ικανότητα του μέσου να αξιολογήσει το ποιητικό υλικό που λαμβάνει. Τα ποιήματα που θα δημοσιευτούν να πληρούν κάποιες προϋποθέσεις. Ο αποστολέας να έχει μια δυνατότητα. Η αλήθεια είναι ότι η δημοσίευση λειτουργεί ενισχυτικά. Σαν το τραμπολίνο. Είναι χρήσιμη διαδικασία στην εξελεγκτική πορεία του φέρελπι ποιητή. Μια άλλη αλήθεια είναι ότι περισσότερη τύχη είχε ο χρυσοθήρας την εποχή του Φαρ Ουέστ να βρει χρυσάφι παρά να παραλάβει ένα περιοδικό ώριμο ποιητικό υλικό.
Ένα παράδειγμά γα το πώς λειτουργεί η δημοσίευση στην ψυχολογία του νέου ποιητή είναι αυτό του Βάρναλη στην πρώτη του ποιητική εμφάνιση στα 1904. Το αφηγείται ο ίδιος στα «Φιλολογικα Απομνημονεύματα»:

«Ένα χρόνο αργότερα έστειλα δέκα ποιήματά μου καινούρια στο ‘’Νουμά’’. Άλλα καυδιανά δίκρανα για το ποιητικό μου μέλλον! Θα τα δημοσίευε άραγες ο γερο-Ταγκόπουλος, αυτός ο τρομερός άνθρωπος με την αστείρευτη ειρωνεία, ή θα με έπαιρνε στο ψιλό στα… ‘’ψιλά’’ σημειώματα του περιοδικού του, όπως έκαμνε για τόσους άλλους νέους και παλιούς;
Σε λίγες μέρες κι ύστερα από πολλήν αγωνία πήρα ένα δελτάριό του. Μου έγραφε με τα γνωστά του ορνιθοσκαλίσματα πως τα ποιήματά μου του αρέσανε και θα δημοσιευτούνε. «Αρέσανε και του Παλαμά», μου πρόσθετε.
Ποιος με κρατούσε πια! Άρχιζε η… δόξα. Και μάλιστα ανάγγειλε ο «Νουμάς» πως στο άλλο του φύλλο θα παρουσιάσει δυο καινούριους ποιητές. Ο άλλος ήτανε ο Ηλίας Βουτιερίδης».

Ένα άλλο παράδειγμα το αντλώ από το αριστερό περιοδικό «Ελεύθερα Γράμματα» που εκδιδόταν μετά την Κατοχή. Ξεφυλλίζοντας το περιοδικό, κάπου στα 1946 αν θυμάμαι καλά, στη στήλη «Αλληλογραφία» υπάρχει μια απάντηση του περιοδικού προς τον 20ετή τότε Μίκη Θεοδωράκη που μάλλον είχε στείλει κάποιους στίχους του. Του έλεγε πως είναι μεν αξιόλογη η προσπάθεια του αλλά θέλει δουλειά ακόμη. Πρέπει να προσπαθήσει περισσότερο.

Τέλος επειδή έγινε αναφορά από άλλον ομιλητή στο ρόλο των λογοτεχνικών περιοδικών σήμερα. Όπως είπα και πριν λογοτεχνικά περιοδικά υπήρχαν όλο τον προηγούμενο αιώνα, και μάλιστα αξιόλογα. Η επιβίωση τους εξαρτιόνταν από την ποιότητα του περιεχομένου. Προβλήματα οικονομικά στην έκδοση τους είχαν και μάλιστα πολλά. Σήμερα προέκυψε η διαφήμιση. Η βιωσιμότητα συνδέθηκε με το κομμάτι από την πίτα της διαφήμισης. Και για να είναι μεγάλο το κομμάτι της πίτας τα περιοδικά γίναν «προθήκες» των εκδοτικών οίκων (ευτυχώς όχι όλα). Η ποιότητα της ύλης (π.χ. εκλαΐκευση και όχι ελιτισμός, αγκάλιασμα της λογοτεχνικής παραγωγής) είναι ή πρέπει να εξασφαλίζει τη βιωσιμότητα. Παραδειγματικά και τελείως πρόχειρα θα μπορούσα να υποδείξω κάποια λογοτεχνικά έργα που η ποιότητα τους θα τα δώσει μία θέση στις μελλοντικές ανθολογίες αλλά δεν υπάρχει καμιά αναφορά γι’ αυτά στα λογοτεχνικά περιοδικά. Μπορώ να υποδείξω πολύ περισσότερα έργα που καμιά λογοτεχνική αξία έχουν κι όμως φιλοξενήθηκαν. Αυτό όμως είναι μια άλλη κουβέντα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου