Κυριακή, 13 Οκτωβρίου 2013

Τραγούδι των νέων




Από το περιοδικό της Αλεξανδρειας «Νέα Ζωή» το σημερινό ποίημα.

Από το http://xantho.lis.upatras.gr/kosmopolis/index.php/nea_zoi/index


ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΩΝ ΝΕΩΝ
ΤΟΥ ΑΥΓΕΡΗ ΚΑΙ ΤΟΥ ΧΑΝΤΖΑΡΑ
Ω! σγουροπλόκαμοι άγουροι,
που ο ίσκιός μας ακόμα
δεν έπεσε μπροστά μας !
με τα φιλντισένια δοξάρια
των μελών ας σαϊτέψουμε
την καλόθεη μέρα!
Τα ροδοχάλινα ποτήρια μας
αφρίζουν σαν του αδάμαστου
αλόγου τόρθιο στόμα.
Ξανθίζοντας το αίμα μας
του κλημάτου ο ιχώρας
μηρμυκιάζει στα μηνίγγια μας
τη φαγούρ' ανεβάζοντας της σάρκας
και πιο θερμά τους φίλους αγαπάμε
κι αψύτερα μισούμε τους οχτρούς.
Είτε μυρτιά χρυσόφυλλη
στα μέτωπά μας λυγάει, στενεύοντας τα,
είτε  χύμα σέλινα,
με λινάρι κακόδετα,
είμαστε της ίδιας θάλασσας
κύματ’ απανωτά.
Στο καλόχτιστο αστήθι μας,
στάδιον της γοργής ανάσας,
θέεμελο η αγάπη του πάθους
και το πάθος της αγάπης.
Στης νιότης μας τον άνεμο,
με δαφνοκόκκι θρεμμένον,
λυγάν τα τρυφερά κοράσια
τα κρύφια κάλλη ανοίγοντας,
κ’ η αποθυμιά στα δόντια μας
διαμάντι μπορεί να κόψη.
Οι λωτοί των δαχτύλων μας
ριζώνουν μέσα στον αφρό
των απάρθενων κορμιών
μα την ίδια όλο γυναίκα
δεν μπορούμε ν’ αγαπάμε.
Πιότερο απ’ τα κέρδητά μας
για ό,τ ι δε φελά ξοδεύουμε
και ποτέ μας δεν τελειώνουν,
όταν πρέπει, οι δουλειές μας,
τι δουλεύουνε για μας
οι κάλοι θεοί και οί σκλάβοι.
Οξω απ’ την ιερήν Αθήνα
κόσμον άλλονε δεν έχει
και πα στα καλά μας έργα
ντρέπεται να πέσει ο ίσκιος
βασιλιάδων και θεών.
*
Περνώντας μέσα από του Ηλιου
τα ταμεία χρυσωθήκαμε.
κι από τάχρωμο φεγγάρι
όσος κύκλος λείπει
λάμπει μας στο μέτωπο .
Ζευγαρώνουμε του αγέρα
τις πτυχές φουσκώνοντάς τες
με αρμονία, με αρμονία.
και τα χείλια μας ραγίζει
οποίος λόγος τα κομπιάζει.
Και το τραγούδι μας, νιο κι όμορφο,
σπαράζοντας στα χρυσά νύχια
της λύρας μας, σαν Γανυμήδης,
στον πατρικό ανεβαίνει Όλυμπο.
Όσο μακραίνει ο Ηλιος τους άδειους
ίσκιους των γεμάτων δέντρων
τόσο κονταίνει στην ψυχή μας
τον κόπον, ίσκιον της χαράς.
Αϊ! που τα σπλάχνα πελεκήσει
με το μεγαλοκάνατο,
πιο πολύ απ' το Δία θα χαρεί
που κοιλοπονώντας με το μέτωπο
την πρώτη λευτερώ9ηκε σοφία ! . . .
Ω! κατέβα από τον Πάρνηθα
με τετράχτυπο βήμα
τρυφεροκέρατέ μου Πάνα,
της γης αδερφέ και τέκνο !
Ασε να συχνομυρίζεσαι
τα ριζά των πουρναριών
μήπως κάπου γλυκοκάθησε
καμιά πισώγυμνη Νεράιδα.
Ελα, σειώντας τα κλαριά,
να μαλακώσεις στο κρασί μας
το γένι σου το σουβλερό.
Και τσίμπα μας με μια αγκαθιά
τα μεριά, για να τρελάνεις
πολύ τουύς ολίγο
και σύρε μας στο θειο χορό
όπως ο άνεμος τα δάση .
Και με την τσουχτερήν ουρά σου
τους γέρους φόβισε ποιητάδες,
που άξιο θρεφτάρι δε σου σφάζουν.
Και μένα για το ώριο τραγούδι
χάρισέ μου ένα νιο ταυρί,
που τη δακρυόματη δαμάλα
μέσα στον κάμπο τον ολόβαθο
να σούρνει την χίλιες οργυιές .
Κ. I. ΒΑΡΝΑΛΗΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου