Δευτέρα, 14 Απριλίου 2014

Το ραδιόφωνο

ΤΟ ΡΑΔΙΟΦΩΝΟ


Ο μόνος τρόπος να βρεις ησυχία και σιωπή στο σπιτικό σου είναι να μπάσεις σ’ αυτό ένα μεγαλύτερο θόρυβο. Αυτό δεν είναι θεωρητική παραδοξολογία, είναι σοφία της πείρας. Έτσι και ο Κορνάρος του «Ερωτόκριτου» όταν μας βεβαιώνει πως ο μεγαλύτερος πόνος «σχολάζει» το μικρότερο, δεν κατεβάζει καμιάν ιδέα από τον ουρανό παρά μορφοποιεί και φ ι ξ ά ρ ε ι μιαν αλήθεια της ζωής.
Όποιος λοιπόν δεν έχει παιδιά να χαλούνε τον κόσμο και ν’ απασχολούνε τη γυναίκα του, ας πάρει ραδιόφωνο να γλυτώσει από τις φωνές της!
Ήταν ένας καλός άνθρωπος. Και καλός άνθρωπος θα πει βολικός και φιλήσυχος, άρα κορόιδο των άλλων. Μπορεί στο αυτί η καλοσύνη κ’ η βλακεία να διαφέρουν ηχητικώς, αλλά συνηχούν εννοιολογικώς. Το ίδιο και στην αρχαία γλώσσα η λέξη ε υ ή θ ε ι α, επειδής εσήμαινε καλοσύνη, κατάντησε να σημαίνει βλακεία.
***
Για να χει λοιπόν την ησυχία του ο καλός άνθρωπος υποχωρούσε στη γυναίκα του και στην ψυχοκόρη. Αλλ’ όλες οι ανθρώπινες αδυναμίες έχουνε τον κάλο τους. Μόλις τον παραπατήσει ο άλλος, γίνεται έκρηξη! Καυγάς. Και τον καυγά τον αρχίζει πάντα η γυναίκα όπως τον πόλεμο τον αρχίζει πάντα ο περισσότερο εξοπλισμένος.
Αλλά ποιός άνδρας μπόρεσε να τα βγάλει πέρα στον καυγά με μιά μονάχα γυναίκα και πολύ περισσότερο με δυo και τρείς; Η γλώσσα της γυναίκας κόβει βαθύτερα και γρηγορότερα και σταματάει τελευταία – αν σταματήσει. Συχνά λοιπόν ο καλός άνθρωπος είχε τους σπιτικούς καυγάδες του. Και φυσικά αυτός ήτανe ο ηττημένος και δυστυχής. Όπου μιάν ωραίαν πρωίαν η γυναίκα του του λέει:
- Να πάρουμε ένα ραδιόφωνο!
- Ραδιόφωνο; Ξεφώνησεν ο κακομοίρης. Ξέρεις πως δεν μπορώ ούτε να το ιδώ όχι και να τ’ ακούω ολημερίς αυτό το δολοφονικό κασόνι! Γρρρ! γρρρ! … να γρυλλίζει σαν εξαγριωμένος σκύλος! Να σκοτώνει σ’ όλες τις γλώσσες κάθε λογής μουσική. Και να με πληροφορεί κάθε βράδι την ίδια ώρα πώς ο πόλεμος θα γίνει και να μην … ανησυχώ.
- Το αγόρασα κιόλας.
- Άμα μπει δω μέσα αυτή η λαιμητόμος, θα την σπάσω με τον μπαλτά.
***
Δεν ξανάγινε λόγος γι’ αυτό το ζήτημα. Μετά δυο-τρείς βδομάδες ήρθ’ ένα βράδι στο σπίτι μια συγγένισσα, που έλειπε στο Παρίσι. Βαστούσε κ’ ένα μπόγο.
- Σας έφερα ένα παριζιάνικο δώρο…
Κι ανοίγει τον μπόγο και ξεπετιέται από μέσα, αστραφτερή κι ακονισμένη, η λαιμητόμος.
- Αμάν! Έκανε ο άντρας! Να το πάρεις πίσω, λέει της συγγένισσας.
- Δεν κάνει να την προσβάλλεις, επεμβαίνει η κυρά! Θα δεχθούμε το δώρο, αλλά δεν θα το χρησιμοποιήσουμε.
Και του έκανε νόημα, πώς θα το πουλήσουν αύριο κιόλας!
Άμα έφυγε η συγγένισσα, η γυναίκα κ’ η ψυχοκόρη βάλανε το ραδιόφωνο στην πρίζα.
- Να το δοκιμάσουμε τουλάχιστο!
Σκύψανε απάνου, μαρμαρώσανε ακίνητες, βάλανε λουκέτο στο στόμα κι ακούγαν εξώκοσμες, αφαιρεμένες και… καλές. Κάτι πήγε να πεί ο άντρας.
- Σούτ! Του κάνανε με το δάχτυλο.
Γαλήνη κ’ ησυχία βασίλεψε κείνο το βράδι στο σπίτι. Ξελαρυγγιζότανε το ραδιόφωνο, σιωπούσαν οι γυναίκες. Μωρέ, βρήκα τη σωτηρία μου είπε το αιώνιον θύμα! Κι από τότε, μόλις έρθει στο σπίτι, βάζει το ραδιόφωνο να δουλεύει – κι αυτός τρώγει, διαβάζει, ξαπλώνεται ήσυχος κι ανενόχλητος.
Κ. ΒΑΡΝΑΛΗΣ
(Φιλελεύθερος Προοδευτικός 16/3/1951)
Το φύλλο από τη Βιβλιοθήκη της Βουλής

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου