Τετάρτη, 16 Ιανουαρίου 2013

Ο κονταρομάχος... (3)



Συνεχίζουμε σήμερα με δύο αποσπάσματα από το βιβλίο του Μενέλαου Λουντέμη «Ο κονταρομάχος», που σκιαγραφούν το χαρακτήρα του Κώστα Βάρναλη.

Διαλεχτός πελάτης
Η Ελληνική Ταβέρνα δεν είναι ο τόπος όπου οι άνθρωποι «μπουζουριάζουνε»! Και μόνο ο υπαινιγμός θ' αποτελούσε στί­γμα. Ο πελάτης ενός «Εστιατορίου» ποτέ δεν χάνει περισσότε­ρο από 20-30 λεπτά. Τρώει, πίνει ό,τι είναι να πιει - χωρίς καμιά εθιμοτυπική τελετουργία, καθαρίζει τα δόντια, ρεύεται, και φεύγει. Για πάρε όμως εσύ το γάρμπος σου και πήγαινε με τέτοια μούτρα σε μια βραδινή ταβέρνα! Θα σε κοιτάξουν όλα σαν να κατέβηκες απ’ τ' άγρια βουνά. Και μ' όλη την συμπεριφορά τους θα σου δείξουν να καταλάβεις ότι έκανες φριχτό λάθος που μπήκες. Ότι μπήκες σ’ έναν χώρο χωρίς να φροντίσεις νάχεις προηγούμενα μυηθεί.
Ο Βάρναλης είναι διπλωματούχος σ' αυτά. (Με άριστα και με εύφημη μνεία). Έχει δικαίωμα εισόδου και ελευθέρας κυκλοφορίας σ' όλους αυτούς τους χώρους όπου όλοι - πελατεία, και λειτουργοί - και να μην τον ξέρουν προσωπικά, τον μυρί­ζονται με την όσφρηση. Φαίνεται αμέσως, απ’ την πρώτη μα­τιά, ότι βρίσκεται στα δικά του νερά. Ότι δεν είναι «ξένο σώμα» εδώ μέσα. Οι ταβερνιάρηδες πολύ θολή ιδέα είχαν για το τι άλλο - εκτός απ’ τον διάλεχτο και ανώτερης κατηγορίας πελά­τη - ήταν ο «κυρ - Κώστας». Τις πληροφορίες τις έπαιρναν απ’ τα κατώτερα όργανα του μαγαζιού - τα γκαρσόνια και τους μαγείρους. — Αυτοί λέγανε το τι ήτανε και στήνανε και καυγάδες με τους άλλους τους άμουσους.
-  Ποιητής... λέγανε.
Δηλαδή;
Θέλει και ρώτημα; Ποιητής. Να δουλεύει με τα μαράζια του κόσμου. Γράφει αράδα στιχάκια, κρασί, αγάπη, φτώχεια.
Ε, και... Τόσο δύσκολο πράμα δηλαδή είναι;
Βουνό.
Έχω δει ένα σωρό τέτοιους.
  Δεν είναι το ίδιο μωρέ.
  Τι παραπάνω έχει αυτός;
  Στάσου. Αυτά που γράφανε οι δικοί σου τ' απαγγέλλανε στον κόσμο;
  Αμέ. Κάθε μέρα.
  Και τι κάνανε αυτοί πού τ' ακούγανε;
  Τι ήθελες να κάνουνε; Ακούανε, βαρούσανε δυο παλα­μάκια και φεύγανε.
  Χίμηξε μωρέ κανένας και τον αγκάλιασε; Σκίστηκε κα­νείς στο κλάμα; Κέρασε κανείς σαν τρελός όλο το μαγαζί;
  Όχι. Γιατί;
  Δεν έχω μαζί σου κουβέντες. Εκλεισ' η συζήτηση.

Αργυραμοιβός του πάθους
  Άσε με τώρα γιατί διψώ. Βρήκες κανένα καλό;
  Ναι, στην υπόγα της οδού Πλουτάρχου.
  Πάλι σε «σβηστή» ταβέρνα με πας! Σου είπα. Δεν πάω!
«Σβηστές» έλεγε τις ταβέρνες που δεν άναβαν φωτιά, που πρόσφεραν για μεζέ κρομμύδι, ελιά, λακέρδα, και παλιό κρασί. Ό δάσκαλος δεν έπινε χωρίς σαβούρα. Απεχθανόταν τους «ξεροσφυριτζήδες». Αλλά πιο πολύ απεχθανόταν τους μεθυσμένους. Όχι πώς αυτόν το κρασί δεν τον έπιανε, αλλά να, ήταν πάντα προσεχτικός, οπαδός του «μέτρου».
Μια μέρα βλέποντάς με να πιάνω τούς κροτάφους μου νό­μισε πως μ' έπιασε το κρασί.
Βρέξε μέσ' στο κρασί σου δυο μήλα και φάτα, μου λέει. Κόβει τις καούρες και σταματάει το μεθύσι στα μισά του δρόμου.
Πραγματικά. Το θαυματουργό τούτο αντίδοτο τόμαθα απ’ αυτόν και το εφαρμόζω ως τα σήμερα.
Δεν υπήρχαν τερτίπια της ταβέρνας, νόμοι τού κρασιού, που να μην τάξερε. Και γι' αυτό σ' όλη του τη ζωή δεν υπέκυψε πο­τέ. Δεν παραπάτησε, δεν μπέρδεψε τη γλώσσα του, ούτε τα βήματά του. Γνώρισα ανθρώπους με θλιβερά γεράματα. Άλλους μ' αισιόδοξα ή με γκρινιάρικα. Τα σφριγηλά όμως και θυμοειδή γεράματα του Βάρναλη δεν τα γνώρισα σε κανέναν. Δεν ήταν σε τίποτα αναρχούμενος. Ούτε και μισοήξερε κάτι. Η τόξερε ή το αγνοούσε. Ήταν όμως και μερικά πράματα που τ' αγνο­ούσε θεληματικά. Βαριόταν να τα μάθει, γιατί τα θεωρούσε αδιαφόρετα «νερομπούλια». Κείνος αναζητούσε πάντα την ουσία των πραγμάτων, την ψίχα τους. Και δεν την γευόταν μόνο με το στόμα. Την έπαιρνε με όλες του τις αισθήσεις, και με μια επιπλέον. Δεν γνώρισα άνθρωπο που να χαράμισε λιγότερο τη ζωή. Και πώς; Ψιλοβελονιά, με αργό και μερακλίδικο ρυθμό. Αργυραμοιβός του πάθους. Μεράκι και στα ελάχιστα, σεβντάς και στα παραμικρά. Και στο τάβλι, και στο κουβεντολόι, και στην Τέχνη, και στη Γυναίκα.
Αποστρεφόταν πάντα τη δεύτερη ποιότητα. Άμα δεν είχε ψωμί έτρωγε «παντεσπάνι», δεν ‘ετρωγε κουραμάνα. Το ίδιο έκα­νε και με την παρέα του. Δεν συναναστρεφόταν ποτέ μυξολόγιους. ‘Η θα ήταν αληθινοί λόγιοι ή θάταν Λαός, αμόλευτος, χωρίς πασαλείμματα. Μεγαλύτερη ακαταστασία και μεγαλύτερη πληγή στη ζωή θεωρούσε την ημιμάθεια. Αποστρεφόταν φανατικά τους φανφαρόνους, τους ξιπασμένους, τους βερμπαλιστές, τους κού­φιους ωραιολόγους και τούς κακορίζικους. Σιχαινότανε προπάν­των τους «αριστοκρατίζοντες» φτωχούς καθώς και τούς «πτωχοπροδρομικούς» αριστοκράτες.





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου