Δευτέρα, 21 Ιανουαρίου 2013

Κονταρομάχος...(5)




Τα πενηντάχρονα της πνευματικής του δημιουργίας και η αντίδρασή του όπως τα περιγραφει ο Μενέλαοςλουντέμης στο βιβλίο του «Κονταρομάχος».


Στο Θέατρο «Κεντρικόν» στην Αθήνα (30.03.1957). Από αριστερά: Στ. Κανελλόπουλος, Στέφ. Σαράφης, Γ. Ρίτσος, Χρ. Θεοδωρίδης. 


(…) Οι φίλοι του Δάσκαλου, τα πνευματικά σωματεία, οι Δήμοι της Αθήνας και του Πειραιά… ετοίμαζαν μια Βαρναλική μέρα. Τα πενήντα χρόνια της πνευματικής του δημιουργίας.
Το μαθαίνει κείνος και βγαίνει απ τα ρούχα του. Σηκώνεται και  -μια και δυο- τραβάει ολόισα στα Γραφεία της Εταιρείας Λογοτεχνών.
-      Έφτασαν στ΄ αφτιά μου κάτι άσκημες φήμες… λέει στον Κουκούλα που κείνον των καιρό ήταν πρόεδρος.
-      Ουφ… τις φήμες ακούς καημένε Δάσκαλε;
-      Όπου βγαίνει καπνός δε λείπει η φωτιά. Έννοια σου συ.
-      Ε, καλά. Πες μας… Τι λένε αυτές οι φήμες;
-      Ότι κάτι σκαρώνετε πίσω απ΄ την πλάτη μου. Γιορτές ή μνημόσυνα… κάτι τέτοιο. Για κοιτάτε καλά! Θα βγω να σας καταγγείλω! Δεν δέχομαι διασυρμούς.
-      Μα τι διασυρμούς Δάσκαλε; Εσύ τι ανάμιξη έχεις; Εμείς τα ετοιμάζουμε αυτά.
-      Άσε και  ξέρω γω πως τα ετοιμάζουνε όλα αυτά τα μασκαραλίκια.
-      Εδώ είναι η Επιτροπή Εορτασμού.
-      Ξέρω. Προβάλλεται η Επιτροπή Εορτασμού για να μη φανεί ο τιμώμενος που τρώει τα λυσσακά του για να επιδειχθεί. Έτσι γίνονταν πάντα!
-      Να μα τώρα που δε γίνεται.
-      Ποιος θα το πιστέψει ότι εγώ είμαι αθώος του εγκλήματος; Δε νομίζετε ότι πριν απ’ την οργάνωση όλης αυτής της δυσφημιστικής εκστρατείας έπρεπε να ρωτηθεί και το… θύμα;
Ο Κουκούλας πάλαιβε πάντα να τον ημερέψει.
-      Καλά, δάσκαλε. Συχώρα μας που δεν ειδοποιήσαμε. Ηταν δική μου ιδέα αυτή. Τόξερα, ότι με σένα θα ήταν λίγο δύσκολα και γι’ αυτό δε σε ειδοποιήσαμε. Φοβούμασταν ότι θα μας χαλούσες τη γιορτή. Και βλέπω πως δεν ήταν αβάσιμοι οι φόβοι μας. Αν θέλεις πήγαινε κάποιο ταξίδι.
-      Δε θα πάω πουθενά!
-      Ετσι θα δούνε ότι λείπεις κι ότι προσωπικά εσύ δεν έχεις καμιά ανάμιξη.
-      Αυτό θα μπορούσε να γίνει πριν το μάθω. Τώρα που το ξέρω θάχω ανάμιξη. Εξόν αν το σταματήσω. Και θα το σταμα­τήσω! Κατάλαβες οι ερίφηδες. Περιμένετε να πεθάνω μωρέ κι ύστερα κάνετε ό, τι θέλετε. Τότε δε θα μπορώ να σας εμποδίσω. Τώρα μπορώ. Και σας εμποδίζω!
Ο Κουκούλας προσπαθούσε να τον καλμάρει.
-      Άκου Δάσκαλε. Θα σου πω κάτι που, φυσικά, το ξέρεις. Και το ξέρει κι ο κόσμος όλος. Ότι δε σ΄ αρέσουν τα τέτοια. Ότι δεν είσαι καθόλου –όπως λέει ο Λαός- «φιγουρατζής». Συνεπώς θα το καταλάβει ότι πραγματικά, εσύ δεν είχες καμία ανάμιξη.
-      Χμ… ξέρει αυτό, αλλά ξέρει και κάτι άλλο. Ότι καμία τέτοια τιμητική γιορτή δεν έγινε ποτέ χωρίς ο τιμώμενος να χει χώσει το χεράκι του. Γι΄ αυτό δε θα πιάσει. Άσε. Η καλύτερη λύση είναι να περιμένετε να πεθάνω. Τότε κανένας δε θα στάξει το φαρμάκι του –όσο κακή γλώσσα κι αν έχει.
[…]
-      Ακουσες τι σου είπα!... φώναζε συνέχεια στον Κουκού­λα. Διόρθωσέ το όσο είναι ακόμη καιρός.
-      Δυστυχώς δεν υπάρχει πια καιρός. Δάσκαλε. Ολα είναι έτοιμα. Αγκαζαρισμένο και το θέατρο...
-      Χμ... Και ποιοι θα μου ψάλουν τον αναβαλλόμενο;
-      Τι είν’ αυτό; Δε σε καταλαβαίνω.
-      Τον «επικήδειο» μωρέ!... Ποιος θα μου τον διαβάσει;
-      Χτύπα ξύλο. Εσύ θα μας θάψεις όλους.
[…]
Κάτι παρόμοια «σχολιανά» φυσικά άκουσαν κι όλοι οι άλ­λοι της Επιτροπής. Πάντως, ως το τέλος ο δάσκαλος δεν μπό­ρεσε να ματαιώσει τη γιορτή. Πόσο μικρός όμως αποδείχτηκε ο χώρος ενός κλειστού θεάτρου!
Σαν έφτασα κείνη την Κυριακή στο θέατρο... πιο πάνω από πενήντα χιλιάδες άνθρωποι είχαν κλείσει την πιο κεντρική αρτηρία της Αθήνας, απ’ την Ομόνοια ως τον Κλαύθμωνα. Ενα τέτοιο θέαμα ήταν πρωτάκουστο - σε παγκόσμια κλίμακα! Φαν­τάζομαι ότι σε καμιά άλλη πρωτεύουσα του κόσμου δεν δημι­ουργήθηκε ποτέ τέτοιος συνωστισμός, τέτοια κοσμοθάλασσα, για να τιμηθεί ένας πνευματικός άνθρωπος. Ως τότε μόνο σε μέρες εκλογικού πυρετού είδε η Αθήνα τέτοιαν ανθρωποθάλασσα.
[…]
Αλλά μέσα γινόταν η ίδια διαδήλω­ση - αξίωση να μ’ αφήσουν να μπω. Πρόστρεξε κι ο τιμώμενος... ριχτήκαμε ο ένας στην αγκαλιά του άλλου. Αξέχαστες στιγμές... Ανεπανάληπτες - ας είναι και τόσο ακριβοπληρωμένες.
-      Εβγαινα για καυγά... μου λέει.
-      Καλά. Εσβησε. Ελα όμως τώρα να γυρίσουμε στη θέση μας γιατί γινήκαμε «θέατρο».
-      Είδες τι ρεζιλίκια μου σκαρώσανε… μου λέει με παράπονο.
-      Τα είδα και γέμισε η καρδιά μου αγαλλίαση.
-      Έτσι; Καλά… Θα σε συγυρίσω κι εσένα. Αλλά τώρα δε σηκώνει ο τόπος.
Άρχισε η γιορτή σε ατμόσφαιρα αγάπης, πάθους και λατρείας λαϊκής.
Σε μια γωνιά φαινόταν καθισμένος κι εκείνος ν΄ ακούει (ευτυχώς… να μην ακούει) τα όσα του ξομπλιάζανε.
[…]
Τέλος οι πανηγυρισμοί κάποτε πήραν τέλος. Και, στη σκηνή, κλήθηκε ο τιμώμενος - ίσα ίσα την ώρα που… το ‘σκαζε. Με τραβολογήματα τον γύρισαν πίσω και τον ανέβασαν απάνω. Τι ήταν εκείνο!... Τι σάστισμα… Τι ντροπαλοσύνη… Τι αμηχανία αγνού ανεπιτήδευτου ανθρώπου, και τι κάκιωμα μικρού παιδιού!
Δεν είχε ποιος να τον γλιτώσει και απευθύνθηκε με παρά­πονο στο κοινό.
-      Τι είν’ αυτό; τους είπε. ΙΙως τους αφήνετε και με τραβολογάνε έτσι;
-      - Καλά σου κάνουνε! Τ’ αξίζεις!... φώναξε κάποιος από κάτω και τον σκέπασαν τα χειροκροτήματα.
-      Θέλεις να πάθεις κι εσύ τα ίδια; λέει στον άγνωστο.
-      Μακάρι... Πού τέτοια τιμή.
Τα χειροκροτήματα, οι χαρές, οι επευφημίες συνόδευαν αυτά τα εκτός προγράμματος στιγμιότυπα. Ως που επί τέλους με το καλό ή με τη βία τον φέρανε στο βήμα και του βάλανε στο στόμα το μικρόφωνο.
-      Τι; έκανε... Τι είν' αιτό; και το κοίταξε σαν να ήταν κινίνο!
«Πιες» το Δάσκαλε! θα σου κάνει καλό.
Τέλος το πήρε στο χέρι.
-      Ακούστε… λέει στο κοινό σα ζεματισμένος. Εγώ… Εγώ δεν τα ήθελα αυτά. Τσακώθηκα και μαζί τους, τους φοβέρισα. Αν θέλετε ρωτήστε τους. Γιατί μου τα κάνανε όλα αυτά; Εγώ ακόμα ζω. Πάνε δηλαδή με το ζόρι να με κάνουνε «μεταστάντα»;
-      Για να σε τιμήσουμε το κάναμε Δάσκαλε… λέει δυνατά απ΄ τη θέση του Προεδρείου ένα μέλος της Οργανωτικής Επιτροπής. Να τιμήσουμε το ζωντανό έργο ενός ζωντανού ανθρώπου.
-      Και τότες γιατί βάλατε τη λέξη «πενηντάχρονα»! Όλοι αυτοί εκεί κάτω ξέρουνε αριθμητική και θα με βγάλουνε… γέρο!
Ήταν τόσο ειλικρινής… τόσο αγνός κι απροσποίητος στο παράπονό του που ολόκληρο το ακροατήριο σηκώθηκε όρθιο και τον χειροκροτούσε με λατρεία.
Να τους πείτε να αναγνωρίσουν το λάθος τους… λέει στο κοινό δείχνοντας την Οργανωτική Επιτροπή. Έχω αρκετά δικά μου λάθη. Δε χρειάζεται να πληρώνω και ξένα. Εγώ ξέρω ότι το χρεός του ποιητή δεν είναι ν΄ ανεβαίνει στα παλκοσένικα και να κορδακίζεται σαν πυγμάχος. Είναι να βάζει τα δυνατά του ν΄ ανεβάσει τη ζωή ένα σκαλί πιο πάνω.
-      Εγώ... μόνο σε μια περίπτωση θα συγχωρούσα την παρου­σία μου εδώ πάνου. Αν ανέβαινα για να σας γυρέψω συγνώμη. Και τώρα τι έκανα; Αφησα τα χαρτιά μου και το ποτήρι μου κι ήρτα εδώ να μαζέψω λιβάνια, σαν να ήμουν κάνας άγιος ή κάνας νεκρός. Αξιος της ζωής είναι κείνος πού ρίχνει όλα του τα μπαρουτόβολα καταπάνου στο στόχο. Μα εγώ είμαι ακόμη χρεώστης. Γι’ αυτό μη με παινεύετε. Μαλώστε με. Αλλά... - για να λέμε την αλήθεια - μούκανε και λίγο καλό η γιορτή. Με βο­ήθησε να δω τη φτώχεια μου. Γι’ αυτό απ' όλους τους στίχους που είπαν εδώ πέρα ένας μόνο μου ταιριάζει. Αυτός πού λέει:
-      «Αχ... πούσαι νιότη πούλεγες πως θα γινόμουν άλλος». Και τώρα σας αφήνω. Και εύχομαι στον εαυτό μου μη χειρότερα. Δρν κάνατε καλά ναρθείτε εδώ - ούτε κι εγώ. Αλλά... θα συναντη­θούμε στην ταβέρνα.
Εκανε να πατήσει το σκαλοπάτι για να κατεβεί. Αλλά τότε κινήθηκε ή σάλα. Ενας ωκεανός που χοχλάκιαζε τον περί­μενε κάτω όχι βέβαια για να τον πνίξει αλλά για να τον καταφιλήσει. Αλλά ποιος μπορεί νάναι βέβαιος για κάτι τέτια όταν έχει να κάνει μ’ ωκεανό;
Η βουή ήταν τέτοια που ξεκουφαθήκαμε. «Μ' έσωσε η κου φαμάρα μου» μούλεγε την άλλη μέρα. Αλλά τι θα γινόταν τώρα που ο κύσμος δεν έφευγε.
-      Σχολάσαμε... τους λέει. Τι κάθεστε. Η κωμωδία τε­λείωσε.
Αλλά κείνοι που να τον αφήσουν; Αν δεν τον έπαιρναν μαζί τους δεν έφευγαν. Μπήκαν στην μέση τα μέλη της Οργανωτικής Επιτροπής. Με κόπο, με προτροπές, με παρακάλια, κα­τάφεραν να σπρώξουν το πλήθος προς τα πίσω. Τέλος κάποτες άρχισε η «άμπωτις».
Αλλά η οδός Πανεπιστημίου περίμενε γεμάτη. Αλλος πο­ταμός. Κι αυτός ήταν φουρτουνιασμένος, και διόλου «πλωτός». Κάποιος επί τέλους βρήκε ένα παραπόρτι. Ποιός ξέρει ως ποια ώρα θα περίμενε το πλήθος. Κι είχε διακόψει και τη συγκοινω­νία. Επί τέλους. Αυτές οι κοσμοσυρροές... Οι λαοπλημμύρες που ως τότε μόνο για τους πρόσκαιρους, τους πολιτικούς άνδρες γίνον­ταν, ήταν γραφτό να γίνουν - για πρώτη φορά - προς τιμήν ενός ποιητή.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου