Τετάρτη, 18 Δεκεμβρίου 2013

Η Ιστορία του Εκπαιδευτικού Ομίλου: Η Διακήρυξη μετά τη διάσπαση (3ο)

Τα κείμενα είναι του Ηρακλή Κακαβάνη και δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό «ΘΕΜΑΤΑ ΠΑΙΔΕΙΑΣ» τεύχ. 35-36 και 37-38 το 2009.



Η Διακήρυξη του ΕΟ μετά τη διάσπαση

Τι νέα Διακήρυξη του Ομίλου συνέταξαν «ο Δημ. Γληνός, η Αύρα Θεοδωροπούλου, ο Κώστας Δ. Σωτηρίου, ο Β. Λαχανάς, ο Ν. Μπέρτας, η Γαλ. Καζαντζάκη και ο Μπ. Αλιβιζάτος. Ο Γληνός, ο Σωτηρίου και ο Μπέρτος ήταν εκπαιδευτικοί. Η Αύρα Θεοδωροπούλου ήταν Πρόεδρος του Συνδέσμου για τα δικαιώματα της Γυναίκας, ο Β. Λαχανάς ήταν συμβολαιογράφος και ιδρυτής του εκδοτικού οίκου ΄΄Στοχαστής΄΄, η Γαλ. Καζαντζάκη λογοτέχνιδα, ο Μπ. Αλιβιζάτος υπήρξε από τα κύρια στελέχη της Δημοκρατικής Νεολαίας του 1922 -1924 και ανήκε στην κατηγορία των ΄΄νεαρών΄΄ που μετέφεραν στον ΕΟ τις ΄΄κοσμοθεωρητικές’’ ανησυχίες τους. Ο Γληνός και ο Σωτηρίου ανήκαν στο διευθυντικό επιτελείο της ΄΄Αναγέννησης΄΄. Ήταν στο στάδιο της σοσιαλιστικής συνειδητοποίησής τους, χωρίς ΄΄να βάζουν φραγμούς προς τα αριστερά». Ο Ν. Μπέρτος, γενικά προοδευτικός και δημοκρατικός, δεν είχε κοινωνικά καθορισμένες ιδεολογικές θέσεις. Δε θυμάμαι να τον θεωρήσαμε ποτέ σοσιαλιστή ή κομμουνιστή. Ο Β. Λαχανάς, παλιός συνεργάτης της ΄΄Κίνησης των Νεοελλήνων’’ του Δανιήλ Δανιηλίδη, ανήκε στην πτέρυγα των δημοκρατικών σοσιαλιστών. Η Αύρα Θεοδωροπούλου και ο Μπ. Αλιβιζάτος ανήκαν πολιτικά στο κόμμα της Δημ. Ενωσης και ακολουθούσαν μετριοπαθή σοσιαλιστική γραμμή. Η μόνη ευθυγραμμισμένη με την κομμουνιστική άποψη, αν όχι οργανωτικά - αυτό δεν το ξέρω - πάντως ιδεολογικά, ήταν έτσι η Γαλάτεια Καζαντζάκη»[1].
Ας δούμε το περιεχόμενο της Διακήρυξης του Ομίλου μέσα από την κριτική που ασκεί ο «Ριζοσπάστης»:
«Στην αρχή του μανιφέστου προσπαθεί να δώσει μια ματεριαλιστική οπωσδήποτε ερμηνεία στην κρίση του Ομίλου και του Εκπαιδευτικού Δημοτικισμού. Μιλά για την ’’αστική απολυταρχία, που καταργεί τις επικίνδυνες και ενοχλητικές ελευτερίες, που αυτή η ίδια είχε κατακτήσει και καθιερώσει στην επαναστατική της περίοδο, καθώς κα τις ελευθερίες που είχε αναγνωρίσει ως τώρα στην εργατική τάξη’’. Παραδέχεται πως ’’η άρχουσα τάξη κι εδώ γίνεται ολοένα συντηρητικότερη και σήμερα όλα τα κόμματά της, δίχως καμιά σχεδόν ουσιαστική διαφορά, ταυτίζονται και συνεργάζονται’’. Επίσης αποδίνει στη διαμόρφωση αντικειμενικών όρων τη δημιουργία ζυμώσεων και συζητήσεων μέσα στον Όμιλο, που έφερε κιόλας την κρίση του Εκπαιδευτικού Ομίλου.
Παραδέχεται επίσης πως δεν έχει η παιδεία τίποτε πια να περιμένει απ’ το κράτος και απ’ την κυρίαρχη τάξη που πέρασε κιόλας στην αντίδραση.
Έπειτα έρχεται στην αναίρεση των ισχυρισμών των αντιδραστικών. Και ρωτά, έχει σχέσεις η Παιδεία με τις κοινωνικές τάξεις;
Απαντώντας στο ερώτημα αυτό καταλήγει έτσι: ’’Η θεωρία ’’το κράτος υπεράνω τάξεων’’ τη στιγμή που υπάρχουν τάξεις, είναι καθαρό ξεγέλασμα, για να κρύψει την πραγματικότητα, δηλ. ’’το κράτος υπέρ της άρχουσας τάξης’’. Το ίδιο είναι ξεγέλασμα και η θεωρία ’’η Παιδεία υπεράνω τάξεων’’, εκεί όπου υπάρχουν κοινωνικές τάξεις, για να αποσκεπάσει την πραγματικότητα, δηλ. το ’’η Παιδεία όργανο της άρχουσας τάξης’’. Και παρακάτω ’’Βλέπει πως κανένας ρομαντικός φιλανθρωπισμός και μόνο ο αγώνας μπορεί να δώσει ένα μέρος ή το σύνολο από τα πνευματικά αγαθά, σε εκείνους που σήμερα δεν τα ‘χουν.
’’Ο ΕΟ λοιπόν δε μπορεί να λέγεται και να είναι αληθινά εκπαιδευτικό προοδευτικό σωματείο, αν δε μελετήσει τα μέσα και δε βοηθήσει μ’ όλη του τη δύναμη να λείψει πια αυτή η αδικία. Αυτό είναι το νόημα της λαϊκής (!) Εκπαιδ. Μεταρρύθμισης’’… Τις ιδέες αυτές διατυπώσανε οι προοδευτικοί του Ομίλου με την ακόλουθη αρχή:
’’Κάθε σημαντική κοινωνική μεταρρύθμιση, άρα και η εκπαιδευτική, γίνεται με μέσο την πάλη των τάξεων…
Ο Εκπαιδ. Όμιλος βλέπει πως η λαϊκή Εκπαιδ. Μεταρρύθμιση δεν μπορεί να έχει άλλο κοινωνικό φορέα και πρόμαχο, παρά τις κοινωνικές εκεί8νες τάξεις, που σαν αδικημένες συνειδητοποιούν καθαρά τα κοινωνικά προβλήματα και αγωνίζονται για την πραγματοποίηση κοινωνικών μεταρρυθμίσεων, αναγκάζοντας έτσι και την άρχουσα τάξη να βελτιώσει τους θεσμούς της (σπολάτη!). Γι ’αυτό ο Εκ. Ομ. έχει χρέος να εργάζεται για να εφαρμόζει τα εκπαιδ. Αιτήματα και να διαμορφώνει την εκπαιδ. Συνείδηση των λαϊκών τάξεων (εργατικής, αγροτικής, μικροαστικής)’’.
Ώστε ο ΕΟ παραδέχεται ότι η Παιδεία είναι ταξική, όπως παραδέχεται και την πάλη των κοινωνικών τάξεων που φέρνει τις κοινωνικές μεταρρυθμίσει(!) Μα άραγε σκοπός των ταξικών αγώνων είναι η μεταρρύθμιση; Κι έπειτα ποιες είναι οι τάξεις που αγωνίζονται και εναντίων ποιανής; Οι μικροαστοί και οι αγρότες και οι εργάτες! Αυτοί όλοι μαζί, αν αγαπάτε, ’’συνειδητοποιούν καθαρά τα κοινωνικά προβλήματα’’ και αγωνίζονται για κοινωνικές μεταρρυθμίσεις. Πάλι ’’μεταρρυθμίσεις’’! Έτσι το μανιφέστο σοφιστικά (μεταχειριζόμαστε τον όρο για να ελαφρύνουμε τη θέση εκείνων που το συνέταξαν) συγχέει το ρόλο της εργατικής τάξης με το ρόλο των άλλων δύο τάξεων των μικροαστών και αγροτών.
Η εργατική τάξη δε ζητά ’’μεταρρυθμίσεις’’ ζητά ανατροπή του υπάρχοντος κοινωνικού καθεστώτος, ζητά επανάσταση. Και μόνο με την επανάσταση μπορεί να επιτύχουν κείνο που ζητά το μανιφέστο, δηλ. την κατάργηση των κοινωνικών τάξεων και την άρση των κοινωνικών αδικιών και επομένως της εκπαιδ. Αδικίας. Έπειτα η ταξική πάλη, όπως ξέρουμε, δεν διεξάγεται μεταξύ της μεγαλοαστικής τάξεως και μικροαστών – αγροτών (στο σύνολό τους) και εργατών.
Η πάλη των τάξεων διεξάγεται από μέρους της εργατικής τάξης ενάντια στο ενιαίο αστικό μέτωπο, μέσα στο οποίο περιλαμβάνονται τα περισσότερα στρώματα της αγροτικής τάξης (μεγαλοτσιφλικάδες, μεγαλοαγρότες, μεσαίοι αγρότες) και κατά σύνολο η μικροαστική τάξη. Επίσης σοφιστικά ισχυρίζεται το μανιφέστο, ότι η μικροαστική τάξη και η αγροτική συνειδητοποιούν τα κοινωνικά προβλήματα και μάλιστα ’’καθαρά’’! Ισα ίσα στην Ελλάδα ιδίως η μικροαστική τάξη είναι η πιο αφώτιστη και αντιδραστική τάξη, φρούριο του βασιλισμού και η αγροτική τάξη στο σύνολό της ποτέ δε συνειδητοποίησε κανένα κοινωνικό πρόβλημα. Αν τα κομμουνιστικά κόμματα επικαλούνται την αγροτιά, αν η ρούσικη επανάσταση βασίστηκε και πάνω στους αγρότες, με τον όρο αυτό εννοούν τον ακτήμονα κυρίως και το μικροχωρικό, που σαν τάξη που βρίσκεται κάτω απ’ την αδυσώπητη εκμετάλλευση των μεγαλογαιοκτημόνων και μεγαλοαγροτών, μπορεί και πρέπει να ακολουθήσει την εργατική τάξη στον επαναστατικό της δρόμο. Το ίδιο συμβαίνει και με την επίκληση προς τα φτωχά στρώματα της μικροαστικής τάξης, που με τους σημερινούς φόρους και με την πίεση που αιστάνονται από μέρους του κράτους και του μεγάλου κεφαλαίου, τείνουν να εκπρολεταριστούν.
Μα τόσο οι φτωχοί αγρότες, όσο και τα μικροαστικά εκπρολεταριζόμενα στοιχεία δεν καλούνται ως κύριες ηγετικές δυνάμεις μέσα στο επαναστατικό κίνημα, αλλά σαν βοηθητικές και υπό την ηγεσία της εργατικής τάξης. Στη Ρωσία ό,τι έγινε, έγινε με την πρωτοβουλία της εργατικής τάξης, που μόνο αυτή, λόγω της θέσης της, συνειδητοποιεί τα κοινωνικά προβλήματα και αγωνίζεται για τη λύση τους. Έτσι η άποψη του μανιφέστου, στο σημείο αυτό είναι καθαρά μικροαστική, ψευτο-μεταρρυθμιστική.
Εμείς θα θέλαμε ο Όμιλος, δηλαδή οι πρωτοπόροι δάσκαλοι να έχουν καταλάβει πως μόνο ενώνοντας τον αγώνα τους με τον αγώνα του προλεταριάτου θα μπορούσαν θα μπορούσαν να ελευτερώσουν αληθινά την Παιδεία και το δάσκαλο απ' τη σημερινή τους σκλαβιά.
Ο αγώνας για την απελευθέρωση της Παιδείας και του εργάτη της, είναι αγώνας πολιτικός στο πλευρό της εργατικής τάξης, της μόνης τάξης που έχει για ιστορική αποστολή την απελευθέρωση ολόκληρης της ανθρωπότητας απ' τη σκλαβιά του κεφαλαίου.
Τώρα ερχόμαστε στο δεύτερο επίμαχο σημείο: Στο ζήτημα της εθνικής αγωγής. Η άποψη των σοσιαλιστών του Ομίλου είναι: "Η έννοια του συνόλου" που χρησιμεύει για σύνορο στην κοινωνική συνείδηση των ανθρώπων κάθε εποχής, αλλάζει κάθε φορά. Σε άλλους καιρούς ήταν το γένος, η φατρία, το άστυ, η θρησκευτική ολότητα, ο μονάρχης".
"Δε μπορεί λοιπόν να σταθεί η απόλυτη αντίληψη πως η καλλιέργεια της συνείδησης του εθνικού συνόλου, είναι κάτι αναπόσπαστα ενωμένο με την έννοια της αγωγής".
Ώστε παραδέχονται οι σοσιαλιστές του Ομίλου πως υπάρχει "σύνολο", αδιάφορο αν άλλοτε ήταν στενότερο κι είχε άλλο όνομα και σήμερα είναι φαρδύτερο και λέγεται έθνος. Μα αυτό λεν και οι συντηρητικοί, ζητούν να καλλιεργήσουν σαν συγχρονισμένοι άνθρωποι τη μορφή του σημερινού "συνόλου" του "εθνικού συνόλου". Τι έχουν να απαντήσουν σε αυτό οι συντάχτες του μανιφέστου; Έπειτα ο κ. Δελμούζος πιο βιαστικός απ' τους σοσιαλιστές, θέλει ευθύς απ' το εθνικό σύνολο να περάσουμε στον ανθρωπισμό που είναι, όπως λέει, η ανώτερη μορφή του εθνισμού, της πατρίδας.
Μα υπάρχει λοιπόν σύνολο; όχι! Αυτό δα αρνήθηκαν και οι "σοσιαλιστές" του μανιφέστου με το να παραδέχονται κοινωνικές τάξεις, αντίθεση συμφερόντων μεταξύ των τάξεων και την πάλη μεταξύ των τάξεων αυτών! Πώς μπορεί να υπάρχει σύνολο εκεί όπου υπάρχουν τάξεις, που στέκονται εχθρικά η μία απέναντι στην άλλη και με την αμοιβαία πρόθεση η μια να εξοντώσει την άλλη; Έπειτα το ίδιο μανιφέστο λέει: "Δεν πρέπει να ξεχνάει κανένας πως με το πρόσχημα του "συμφέροντος της ολότητος" μίλησαν όλες οι τυραννίες σε ’’όλες τις εποχές".
Επίσης για την εθνική αυτοσυντήρηση λέει: "η αυτοσυντήρηση του συνόλου δεν είναι αξία απόλυτη, εξαρτιέται από την ποιότητα του συνόλου. Όσο το σύνολο είναι χωρισμένο σε ανταγωνισμένες κοινωνικές τάξεις θα προτιμούν τη δική τους αυτοσυντήρηση από τη συντήρηση του συνόλου. Γι’ αυτό η έννοια της αυτοσυντηρήσεως του συνόλου δε μπορεί να σταθεί σαν κάτι αυτονόητο παρά μόνο σε μια κοινωνία, που δε θα ‘χει κοινωνικές τάξεις. Ναι, γιατί τότε μόνο θα ‘ναι σύνολο, ενώ σήμερα δεν είναι. Και συνεχίζει: ‘’Αν λοιπόν υψώσει κανένας σήμερα την έννοια αυτή σαν κάτι απόλυτο δεν κάνει τίποτε άλλο, παρά να κρύβει κάτω απ’ αυτήν τη συντήρηση της κυρίαρχης τάξης και των συμφερόντων της’’. Εδώ συμφωνούμε.
Και τώρα το ζήτημα της θρησκείας: Ο Όμιλος ως τα τώρα για αντικειμενικούς λόγους ‘’δεν είχε δημιουργήσει ζήτημα θρησκευτικών’’. Επειδή όμως αντικρίζει επίμονα για εμπόδιο στο έργο του αδιάκοπες κατηγορίες (προσέξτε τη λέξη κατηγορίες. Ώστε είναι κατηγορία η αθεΐα, αντιθρησκευτικότητα) για αθεΐα, αντιθρησκευτικότητα, επιβουλή κατά της θρησκείας κτλ. Νομίζει χρέος του (βάζοντας την ουρά κάτω από τα σκέλη του), να διακηρύξει ότι το θρησκευτικό ζήτημα το θεωρεί κατ’ εξοχήν ζήτημα ελευθερίας της συνείδησης και επομένως δεν θεωρεί αναπόσπαστη από την έννοια της δημόσιας αγωγής τη διδασκαλία των θρησκευτικών μαθημάτων στα σχολεία’’.
Ώστε, αν δε δημιουργούνταν ζήτημα, οι διαφωτιστές, οι σοσιαλιστές του Ομίλου δε θα λέγαν καν τη γνώμη τους πάνω στο ζήτημα της διδασκαλίας των θρησκευτικών στο σχολειό αφήνοντας το δάσκαλο –στο φωτισμό του οποίου όπως θα δούμε επιμένουν – να μορφινίζει τα φτωχά πλήθη με το όπιο της θρησκείας! Μα και τώρα θα μου πείτε έτσι που την είπαν, ποιον διαφώτισαν; ’’Δεν θεωρεί αναπόσπαστη κτλ’’. Ώστε αυτό μόνο! Η θρησκεία είναι ζήτημα ελευθερίας συνειδήσεως! Αυτό είπαν όλοι οι χλιαροί μεταρρυθμιστές, οι δημοκρατικοί, αν και οι δημοκράτες της Γαλλίας, τόλμησαν κάποτε να αφαιρέσουν τη λέξη θεός από τα σχολικά τους βιβλία και να διώξουν σαν επικίνδυνους για την πνευματική και ηθική υγεία της Γαλλίας τα τάγματα των καθολικών καλογήρων.
Τι σχέση έχει, αν σήμερα ο κ. Πουνκαρά, ξανασιάζοντάς τα με τον Πάπα άνοιξε πάλι στο παπαδολόι τη πισόπορτα, ισχυριζόμενος εκείνο ακριβώς που ισχυρίζονται και οι σοσιαλιστές του ΕΟ, πως το θρησκευτικό ζήτημα το θεωρεί κατ’ εξοχήν ζήτημα ελευθερίας της συνείδησης!
Το μάθημα των θρησκευτικών πρέπει να εξοστρακιστεί απ’ το λαϊκό σχολείο, γιατί ’’η θρησκεία, είναι το όπιο του λαού’’ όπως είπεν ο Μαρξ, γιατί τη θρησκεία η άρχουσα τη μεταχειρίστηκε και τη μεταχειρίζεται ως μέσο αποκτηνόσεως και υποταγής των μαζών στα ταξικά συμφέροντα των κυρίαρχων. Αυτά θα έκανε ένα έστω και ‘’σοσιαλιστικό’’ σωματείο που αναγνωρίζει, όχι διακοσμητικά, αλλά πραγματικά την πάλη των τάξεων.
Τελευταίο μένει το ζήτημα της θέσης του δασκάλου μέσα στην παιδεία και την κοινωνία. Εδώ έχουμε ένα άλλο είδος δημοκρατίας και υπεκφυγής. Οι σοσιαλιστές του Ομίλου κόπτονται για τη λευτεριά της σκέψης του δασκάλου. Ποιος το αρνήθηκε αυτό. Ούτε ο κ. Νικολούδης υποθέτουμε. Τουλάχιστο με τα λόγια. Γιατί κι εδώ για λόγια πρόκειται. Δε δείχνουν στο δάσκαλο το δρόμο που ακολουθώντας θα αποκτήσει το σπάνιο αυτό αγαθό. Να τι λένε πάνω στο ζήτημα αυτό: ’’Φυσικός και κύριος εργάτης της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης (αυτό είναι το ψητό, η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση) είναι ο δάσκαλος. Επομένως ο ΕΟ φρονεί ότι ο δάσκαλος χωρίς (παρακαλώ) να παραβαίνει τους νόμους και τα προγράμματα του κράτους κατά την εχτέλεση του έργου του μέσα στο σκολείο, έχει όχι μόνο το δικαίωμα (άκουσον! Άκουσον!) της ελεύτερης σκέψης, μα ακόμα και το δικαίωμα σαν άτομο και σαν ομάδα (να κάνει τι νομίζετε;) να διαφωτίζει την κοινωνίας (;!) και να συντελεί στην αναμόρφωση της Παιδείας’’. Να λόγια, κούφια λόγια που δε λένε τίποτα, μα που ούτε και την επαναστατικοφανή φρασεολογία τηρούν! Ο δάσκαλος πρέπει ’’πρώτα πρώτα να στοχάζεται καν να ‘χει γνώμη για τα εκπαιδευτικά ζητήματα, μα και τη γνώμη του αυτή να την ανακοινώνει στους συναδέλφους του και να συνεργάζεται μαζί τους για να διαφωτίσει την κοινωνία γι’ αυτά’’. Λένε κάπου αλλού. Μα ποιος κι απ’ τους αντιδραστικούς το αρνήθηκε! Ίσα ίσα , αυτό Θέλουν οι αντιδραστικοί, κι αυτό κάνει κάθε μέρα το κράτος με τους επιθεωρητές του. Συγκαλεί συνέδρια δασκάλων, όπου ’’ελεύτερα’’ συζητούνται οι γνώμες των δασκάλων πάνω στα εκπαιδευτικά ζητήματα. Θεωρείται μάλιστα πολύ καλός ο δάσκαλος που βγάζει λόγους των τριών ιεραρχών για την Παιδεία, για την αναμόρφωσή της και τα ρέστα ή κάνει διαλέξεις στο νοήμον κοινό για τα ίδια κολοκύθια. Ίσα ίσα αυτό θέλει η αντίδραση, να περιορίσει το δάσκαλο στο ‘’σχολείο εργασίας’’ των ‘’σύγχρονων προβλημάτων της νεοελληνικής αγωγής, στη μελέτη των φτοχωπροδρόμων της παιδαγωγικής, είτε και των νεωτεριστών της αερολόγου παρλάτας, για να τον κάνουν να ξεχάσει πως είναι σκλάβος, πως πεινά, πως τα παιδιά που έχει αντίκρυ του, τα φτωχόπαιδα του λαού, έρχονται στο σκολειό νηστικά, κουρελιασμένα αναιμικά, μελλοθάνατα απ’ την κακουχία! Αυτά πρέπει να τα ξεχάσει, έχοντας υπόψη του το μεγάλο του προορισμό, που είναι η ανόρθωση της Παιδείας και ο διαφωτισμός του λαού πάνω στο ίδιο ζήτημα!
Πού τρύπωσε λοιπόν η περίφημη επαγγελία τους για τον αγώνα των κοινωνικών τάξεων; Σε ποιαν τάξη κατατάσσουν το δαρμένο και ξεζουμισμένο εργάτη της Παιδείας; Πώς ζητούν να τον διαφωτίσουν ταξικά; Πώς του ‘δειξαν το δρόμο για τον ταξικό του αγώνα και την κοινωνική απολύτρωση; Πώς θα ξεσκλαβώσει το φτωχόπαιδο, πώς θα εργαστεί ενάντια στην κοινωνική αδικία, που ανέχεται τη φρίκη και τη δυστυχία μέσα στην οποία ζει ο ίδιος και οι μαθητές του! Ποιο είναι το μεγάλο του καθήκον!
Να ανορθώσει βέβαια την Παιδεία! Την ταξική λοιπόν Παιδεία που παραδέχονται οι ίδιοι στο μανιφέστο τους; Όχι βέβαια! Μα του ’δειξαν το δρόμο προς την αταξική παιδεία και την αταξική κοινωνία;
Ή μήπως νομίζουν πως θα μεταβληθούν όλα αυτά με το να φωτίζεται ο δάσκαλος πάνω στο εκπαιδ. Πρόβλημα και να διαφωτίζει το λαό! Περιμένουν λοιπόν προκοπή και αλλαγή απ’ τα λόγια και απ’ τις ευκές; Δεν το πιστεύουν. Τότε σοφιστεύονται.
Ο εργάτης του λαϊκού σχολείο είναι ο πιο καταφρονεμένος, ο πιο οικονομικά καταδικασμένος εργάτης μέσα στο καπιταλιστικό σύστημα. Τα παιδιά του λαού που διδάσκει είναι τα πιο δαρμένα, τα πιο πεινασμένα, τα πιο σακατεμένα παιδιά, με τη διπλή αλυσίδα, την πνευματική που ο ίδια ο δάσκαλος είναι αναγκασμένος απ’ το κράτος και την κοινωνία των εκμεταλλευτών να τους περνά στο λαιμό και την οικονομική με την οποίαν φρόντισεν η εκμεταλλεύτρια τάξη να δεσμέψει τον πατέρα τους, την τάξη τους. Ο δάσκαλος τα βλέπει, μα στέκεται με σταυρωμένα χέρια άπραγος. Να το σημείο απ’ το οποίο πρέπει να αρχίσει ο πραγματικός ξυπνημός του δασκάλου. Να του δώσουμε να καταλάβει πως ο λυτρωμός του ίδιου μα και του παιδιού του απ’ τη σκλαβιά είναι ο αγώνας του, όχι ατομικός, αλλά ο ομαδικός όλων των εργατών της Παιδείας στο πλευρό της αδικημένης τάξης, που μασώντας στα δόντια το φαρμάκι της αδικίας και της καταφρόνησης εργάζεται για την ταξική του αποκατάσταση, που θα είναι και αποκατάσταση όλων των σκλάβων της Γης! Αυτό το κήρυγμα περιμέναμε από τον ‘’σοσιαλιστικό’’ Όμιλο. Αυτά έπρεπε να μας πει στο μανιφέστο του». Μα συνέβη ολωσδιόλου το αντίθετο. Όλο το μανιφέστο είναι γραμμένο για να καταρρίψει τη βασική ‘’κατηγορία’’ που του ‘καναν οι αντίθετοι ότι καταντά πολιτικό σωματείο. (…)».
Σαράντα πέντε χρόνια μετά τη διάσπαση, ο Στρατής Σωμερείτης, από τους εκπροσώπους των σοσιαλδημοκρατών και πρωταγωνιστής στη διάσπαση του 1929, διαφοροποιείται από τη Διακήρυξη του 1927. Εκφράζει επιφυλάξεις για το ρόλο των τάξεων και για τη θέση σχετικά με τη διδασκαλία των θρησκευτικών, ενώ στρατηγικό και τακτικό λάθος βλέπει και στη θέση για το έθνος. Θεωρεί σωστότερη τη θέση του Αλ. Σβώλου που τότε υιοθετήθηκε από ελάχιστους και δεν κατάφερε να συγκροτήσει ψηφοδέλτιο (ψηφίζοντας το ψηφοδέλτιο ψήφιζαν και τη θέση). Ο ίδιος θεωρεί ως αιτίες για τη διάσπαση του 1929 τη συνεχή πίεση των κομμουνιστών, την πορεία του Γληνού προς τ’ αριστερά, εξαιτίας κι αυτής της πίεσης, και τη διαφορά θέσεων σοσιαλδημοκρατίας – κομμουνιστικού κόμματος.
Τι ρόλο επεφύλασσαν στον Όμιλο οι σοσιαλδημοκράτες; «Και η ενδιάθετη αυτή θέση υπήρχε σ' ένα μεγάλο μέρος των μελών της πλειοψηφίας του ΕΟ. Τα μέλη αυτά συντάσσονταν με το Δημ. Γληνό γιατί βλέπανε ότι αυτός ο άνθρωπος, μαζί με τον Αλ. Σβώλο και όλο το άλλο επιτελείο των νεωτέρων τους, θα μπορούσε να εκφράσει το ανανεωτικό δημοκρατικό και σοσιαλιστικό ιδεώδες τους.
Για τα μέλη αυτά ο ΕΟ θα γινόταν ένα σωματείο πνευματικού προβληματισμού και μελέτης πάνω στα μεγάλα θέματα που τα απασχολούσαν την εποχή αυτή και θα προετοίμαζε τουλάχιστο τη δημιουργία του σοσιαλιστικού κόμματος.
Η προοπτική αυτή διαψεύστηκε από τα πράγματα. Η πίεση που ασκήθηκε στον καινούριο ΕΟ από την κομμουνιστική πτέρυγα, έγινε σύντομα αφόρητη. Βοηθήθηκε εσωτερικά από τη στάση ορισμένων εκπαιδευτικών, όπως οι Δούμας, Οικονόμου και Κομιώτης, πού, αν και διαγραμμένοι από χρόνια από το ΚΚΕ, παραμένανε πιστοί στην ιδεολογική γραμμή του Μαρξισμού - Λενινισμού. Ο ίδιος ο Δημ. Γληνός έμεινε αμφίρροπος. Το σύνθημα πού είχε υιοθετήσει: κανένας φραγμός προς τ' αριστερά προετοίμαζε από τότε την τελική στροφή του προς το ΚΚΕ. Ο Αλ. Σβώλος, τότε, όπως και πολλά χρόνια ακόμη, έμενε στο περιθώριο της καθαρής πολιτικής
 ΠΑΝΤΩΣ, η συζήτηση του ΕΟ έδωσε την ευκαιρία σε μια σειρά νέους σοσιαλιστές δημοκράτες να συναντηθούν, να γνωριστούν καλύτερα μεταξύ τους, να επιβεβαιώσουν τη σύμπτωση των απόψεών τους και να δώσουν παρ' - όλες τις αδυναμίες της - την πρώτη πολιτική μάχη τους. Αργότερα, στην πορεία της ζωής, πολλοί από τους σοσιαλιστές αυτούς ξεστρατίσανε ή, χωρίς να εγκαταλείψουν την ιδεολογία τους, δε θέλησαν να δώσουν τη μάχη για την πρακτική υποστήριξή της.
Η Γεν. Συνέλευση του 1927, οι συζητήσεις που προηγήθηκαν, όπως και οι συζητήσεις που ακολούθησαν στον καινούργιο ΕΟ στη σύντομη διάρκεια της ζωής του, υπήρξαν το πρώτο ξέσπασμα της δημοκρατικής σοσιαλιστικής ιδεολογίας στην Ελλάδα του μεσοπολέμου. Και αυτό αποτελεί σημαντικό γεγονός για την ιστορία των πολιτικών και κοινωνικών ιδεών στην ιστορία του σύγχρονου Ελληνισμού»[2].
Πολλοί απ’ αυτούς τους «νέους σοσιαλιστές δημοκράτες» πρωτοστάτησαν λίγο αργότερα στη δημιουργία του Σοσιαλιστικού Κόμματος.





















[1] «Η μεγάλη καμπή, Μαρτυρίες – Αναμνήσεις 1924 – 1974» Στρατής Σωμερίτης, εκδόσεις «Ολκός», 1975.
 Για να μπορέσουμε να καταλάβουμε καλύτερα τις ζυμώσεις της εποχής πρέπει να έχουμε υπόψη ότι ο Γληνός ήταν στην πορεία «από τον Μιστριώτη στον Λένιν» (όπως ο ίδιος την περιέγραψε. Μέλος του ΚΚΕ έγινε στις αρχές της δεκαετίας του ‘30, πιθανά, το 1932. 
[2] «Η μεγάλη καμπή, Μαρτυρίες – Αναμνήσεις 1924 – 1974» Στρατής Σωμερίτης, εκδόσεις «Ολκός», 1975.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου