Τρίτη, 5 Αυγούστου 2014

ΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΔΗΜΟΤΙΚΙΣΜΟΣ

ΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΔΗΜΟΤΙΚΙΣΜΟΣ

Κώστας Βάρναλης Φιλολογικά Απομνημονεύματα, εκδόσεις «Κέδρος»

( Ανεξάρτητος 22/2/1935 και 23/2/1935)


Πώς και γιατί έγινα ποιητής; Τέτοιου είδους ερωτήματα προβάλλουνε πάντα εκ των υστέρων. Γιατί την ώρα που γίνεται κανείς, που η προσωπικότητα του μορφοποιείται (στην αρχή χωρίς να το καταλαβαίνει κι αργότερα με συνειδητή προσπάθεια), δεν αναρωτιέται το πώς και το γιατί. Έτσι είναι ή ζωντανή ζωή. Το πώς και το γιατί παρουσιάζονται όταν κανείς έχει πια αποτελειω­θεί, όταν έχει καταντήσει κείμενο και κάνει μοναχός του την κριτική του.
Ατομικότητα και περιβάλλον, ψυχικές δυνατότητες και κοινωνικές συνθήκες, καθορίζουνε δράση του ανθρώπου - η Μοίρα, όπως θα λέγανε οι παλαιότεροι.
Θυμούμαι τώρα πως σαν ήμουνα δεύτερη τάξη στο δημοτικό σκολειό, μας είχανε δώσει οι δάσκαλοι για αναγνωστικό ένα βιβλίο με ψιλά γράμματα, Ο μικρός Δημήτριος. Ήτανε ή ιστορία ενός μικρού παιδιού, που το κλέψανε οι γύφτισσες, γραίαι δυσειδείς, από τον πύργο των γονιών του, το κλείσανε σ' ένα υπόγειο σπή­λαιο κι από κει, σα μεγάλωσε λιγάκι, σώθηκε μοναχό του και βγήκε στον ήλιο. Χωρίς να πολυκαταλαβαίνω την καθαρεύουσα, έτσι μαντεύοντας άκρες - μέσες το νόημα των λέξεων, διάβασα μο­ναχός μου από τις πρώτες μέρες όλην αυτήν την περιπετειώδη ιστορία και έμεινα αποσβολωμένος από τη βαθιά εντύπωση, που έκανε στην παιδιάτική μου φαντασία.
Ο μικρός Δημήτριος ήμουνα... εγώ. Όπως εκείνος έμεινε θαμπωμένος από τον ήλιο, κι από το χλοϊσμένο λιβάδι, που για πρώτη φορά τα έβλεπε, έτσι κι εγώ μου φαινότανε, πως για πρώτη φορά έβλεπα τον ήλιο, τα λιβάδια, τα δέντρα και τα πουλιά. Έβγαινα έξω στα χωράφια, καθόμουνα μέσα στα στάχια κι έκλαιγα με δά­κρυα από τη χαρά μου.
Αυτή η νοσηρή ευαισθησία, αυτή η ξαναμμένη φαντασία, που ξυπνήσανε μέσα μου με τόσην ένταση, τώρα το σκέφτομαι πως ήτανε τα ευνοϊκά ψυχολογικά δεδομένα για ένα μελλοντικό ποιητή και μεγάλα μειονεχτήματα για έναν άνθρωπο πραχτικό.
Οι αδερφάδες μου, όπως ανέφερα στα πρώτα μου άρθρα, ήτανε μια τάξη παραπάνου από μένα στο σκολειό. Αυτές είχανε για αναγνωστικό την Οδύσσεια. Τη διάβασα κι αυτήν με πολλή συγκί­νηση και χτυποκάρδι κι ολάκερος αυτός ό μύθος με τους υπεράνθρω­πους ηρωισμούς του και τα θαύματα των θεών, μου φαινόντανε για αληθινά και τα ζούσα τόσο πολύ που μ' έπιανε απελπισία γιατί ήρθε ο Χριστός να σκοτώσει όλους εκείνους τους καλούς Θεούς, που κάνανε καθημερινώς συντροφιά με τους ανθρώπους και πολεμούσανε μαζί τους πλάι-πλάι.
Μεγάλο διανοητικό και ψυχικό στραπάτσο κάνουνε τέτοια βιβλία στα δυστυχισμένα παιδιά. Να γιατί οι Ρώσοι έχουν αποκλείσει από την εκπαίδευση των μικρών μπολσεβίκων το μύθο. Τη στιγμή ίσα- ίσα, που είναι ανάγκη ο άνθρωπος να έρθει σε άμεση επαφή με την πραγματικότητα και να συνηθίσει να πατεί σε στερεό έδαφος για να μη χαθεί αργότερα, δίνουμε στα παιδιά για πνευματική τροφή το θαύμα, για να μη μπορούνε μεθαύριο να ξεχωρίζουνε την αλήθεια από το ψέμα και να έχουνε πάντα ανάγκη από το... θαύμα. Αυτό φαίνεται πως είναι σκόπιμο για τα δικά μας καθεστώτα.
Όταν ήμουνα στην τρίτη τάξη του δημοτικού, είχα και τον πρώτο μου... έρωτα. Αγάπησα την... Ειρήνη, ένα μικρό κοριτσάκι του σχολειού με μπούκλες. Το αρρεναγωγείο και το παρθενα­γωγείο, όπως τα λέγανε, ήτανε εγκατεστημένα στο ίδιο μεγάλο κτίριο. Οι αυλές τους χωριζόντανε από μια σανιδένια φράχτη. Ανάμεσα από τις χαραμάδες έβλεπα σε κάθε διάλειμμα το... ίδαλμά μου να παίζει με τ' άλλα κοριτσόπουλα το γκέον - γκέον - γκέον!. Κι η ψυχή μου προσηύχετο γονυκλινής γεμάτη από οράματα ηρωισμών που θα έκανα εγώ για χατίρι της, όταν θα μεγάλωνα! Τότες έγραψα και το πρώτο μου ποίημα εις εκείνην.
Αλλ' αν το πρώτο μου ποίημα, που το είχα ταιριάξει σ' ένα γνωστό δημοτικό ήχο για να... τραγουδιέται, ήτανε ερωτικό, τα κατοπινά μου ήτανε σατιρικά. Σατίριζα τους δα σκάλους μου για ό,τι κουσούρι έβλεπα στον καθένα, φυσικό εννοείται· τον ένα για τη μεγάλη του μύτη, τον άλλονε γιατί ήτανε πάντα μεθυσμένος κ.τ.λ. κ.τ.λ.
Στο αναμεταξύ όπου έβρισκα τυπωμένο ποίημα καθόμουνα και το διάβαζα. Και μου φαίνεται πως το ένιωθα. Κάποιος φίλος του αδερφού μου, που παρατήρησε αυτή μου τη μανία, μου αγόρασε μιαν ανθολογία ποιημάτων. Θυμούμαι την τιμή της, σαράντα λεπτά. Γιατί πριν να μου την αγοράσει, την έβλεπα απλωμένη μαζί με άλλα λαϊκά βιβλία (το Μπερτόλδο, τον Ερωτόκριτο, την ιστο­ρία του Μεγάλου Αλεξάνδρου κ.τ.λ.) απάνω στο πεζοδρόμιο. Εκεί είχε στήσει το υπαίθριο κατάστημα του ένας πλανόδιος βιβλιοπώ­λης. Και είχα ρωτήσει πόσο κάνει.
Κάθε μέρα το κουβαλούσα αυτό το βιβλίο στο σκολειό μέσα στην τσάντα μου και το διάβαζα όσο που το είδε καπότες ο δάσκαλος και μου το πήρε ως... απηγορευμένον βιβλίον διά μαθητάς. Μου πήρε την ψυχή μου. Τόσο πόνο μου έκανε αυτή του η... κλοπή.
Όταν πήγα στο γυμνάσιο εξακολουθούσα να γράφω ποιήματα. Τα περνούσα καλλιγραφημένα σ' ένα τετράδιο και τα φύλαγα. Κάθε χρόνο έσκιζα το περσινό τετράδιο κι άρχιζα καινούριο, όσο να έρθει το πλήρωμα του χρόνου να το σκίσω κι αυτό. Αυτήν τη συνή­θεια την έχω και τώρα.. Προτιμώ να σκίζω παρά να γράφω. Κι όταν έχω τυπώσει τίποτα δεν το διαβάζω ποτές από... φόβο. Ξέρω πως δε θα μου αρέσει και πως είναι αργά πια για να το σκίσω. Εν τω Αδη ουκ έστι μετάνοια. Γι' αυτό και δεν ξέρω κανένα ποίημα μου απόξω.
Αυτά τα τετράδια τα έκρυβα. Τα έδινα να μου τα φυλάγουν άλ­λοι φρόνιμοι συμμαθητές μου. Γιατί τα περισσότερα ποιήματα ήταν ερωτικά. Έγραφα βέβαια και για την άνοιξη, για τη... ση­μαία μας κ.τ.λ. Μα ένα ερωτικό ποίημα, αν έπεφτε στα χέρια των καθηγητών μου, έφτανε να με χαντακώσει. Γιατί σε κείνη την εφηβική ηλικία οι περισσότεροι μαθητές ήταν ερωτευμένοι με μαθή­τριες του ελληνικού ή βουλγαρικού γυμνασίου κι είχανε τη σχετική τους αλληλογραφία και τα σχετικά ραντεβού. Κι ο έρωτας λογα­ριαζότανε για βαρύ αμάρτημα από τη σχολική... Εξουσία! Κι εγώ δεν ήμουνα ο λιγότερο αμαρτωλός.
Μοναχά σαν τέλειωσα το γυμνάσιο δημοσίεψα δυο-τρία ποιήματα στις Ειδήσεις του Αίμου της Φιλιππούπολης.
Ωστόσο τρεις από τους καθηγητές μου ήτανε ποιητές. Ο καθηγητής μου των ελληνικών Μυρτίλος Αποστολίδης[1]- ο καθηγητής μου των μαθηματικών Κυριάκος Στεφανίδης κι ο καθηγητής της μουσικής Κωνσταντίνος Μπέλλας. Ο πρώτος δημοσίευε συχνά στις Ειδήσεις του Αίμου μεγάλες σειρές από σονέτα - κι ο τρίτος είχε εκδώσει μια συλλογή ποιήματα με τον τίτλο Η καρδιά μου. Όσο για το δεύτερο, αυτός ήξερε απόξω ολόκληρα ειδύλλια του Θεοκρίτου και κομμάτια από τις ραψωδίες του Όμηρου και σύνθετε το κείμενο όλων των τραγουδιών, που μάθαινε η χορωδία του γυμνα­σίου των αγοριών και των κοριτσιών. Πώς ήθελα να τους... μοιάσω.
Οι περισσότεροι από τους καθηγητές μου ήτανε καθαρευουσιάνοι των άκρων, οπαδοί του Κόντου. Από αυτούς έμαθα να γράφω την πιο αυστηρή καθαρεύουσα με μέσους αόριστους και με απαρέμφατα. Ήτανε όμως και μερικοί διγλωσσίτες, όπως οι τρεις ποιητές που ανάφερα παραπάνω. Ένα καιρό στάθηκα κι εγώ στο αξίωμα η καθαρεύουσα είναι η γλώσσα της επιστήμης και η δημοτική η γλώσσα της ποιήσεως. Κάτι είναι κι αυτό. Δεν πρόφτασα όμως καλά-καλά να τελειώσω το γυμνάσιο κι ήμουνα πια δημοτικιστής σε όλα — μα όχι και μαλλιαρός. Γιατί τότες ενόμιζα πως ο μαλλιαρισμός είναι... γλωσσική αυθαιρεσία. Ενώ είναι ο νόμος κι ο κανό­νας και η τάξη στη γλώσσα. Κι η παλικαριά.
Στο οικοτροφείο του γυμνασίου είχαμε καταρτίσει οι μαθητές με εράνους μια μικρή βιβλιοθήκη από φιλολογικά βιβλία. Ο Στεφανίδης μας εχάρισε μερικά από τα δικά του (Καρκαβίτσα, Εφταλιώτη*) και γραφτήκαμε συνδρομητές στο περιοδικό Εθνική Αγωγή, που έβγαζε ο Δροσίνης*. Από αυτά τα βιβλία είχα πει­στεί, πώς η δημοτική είναι όμορφη κι εκφραστική και στον πεζό λόγο όπως και στους στίχους.
Στα 1902 επρόκειτο να γιορταστεί η εκατονταετηρίς του Σολωμού. Θυμάμαι, πως ο γυμνασιάρχης ήρθε μια μέρα στην αίθουσα της παραδόσεως και μας διάβασε ένα έγγραφο κάποιας επιτροπής εράνων. Και μας είπε όποιος θέλει να συνδράμη δύναται να καταθέση τον όβολόν του εις το γραφείον.
Αυτό ήτανε όλο. Κανένας καθηγητής μας δεν μας έκανε λόγο για το μεγάλο ποιητή. Κανένας δε μας εξήγησε το έργο του ούτε μας έδωσε καμιάν ιστορική και βιογραφική πληροφορία γι' αυτόν. Τέτοια ήτανε ή εθνική μας εκπαίδευση. Ο πιο σημαντικός άνθρω­πος στην πνευματική ζωή της νέας Ελλάδας έπρεπε ν' αγνοείται από τους αληθινούς Έλληνες γιατί ήτανε... χυδαϊστής. Ο Σολω­μός ήτανε εχθρός των λογιότατων. Οι λογιότατοι τον εκδικιόντανε τώρα.
Το σημειώνω αυτό για να φανεί καθαρά, πως για να μάθει ένας Ρωμιός τη γλώσσα του και να γνωρίσει τους πνευματικούς θησαυ­ρούς της φυλής του, πρέπει να κάνει μοναχός του αυτή τη δουλειά αρχίζοντας από το άλφα. Η εκπαίδευσή μας από τότε έως σήμερα έχει για μοναδικό της σκοπό να μας κάνει να ξεχάσουμε τον πραγ­ματικό εαυτό μας και να μας κάνει άγλωσσους, ανεδαφικούς και... φρονηματίας - ήγουν δούλους.
Τέτοια εκπαίδευση, τέτοια ανερμάτιστη δημόσια γνώμη!




[1] 1870-1942. Όταν μετά τους διωγμούς των Ελλήνων από τη Φιλιππούπολη επέστρεψε στην Ελλάδα το ελληνικό κράτος τον διόρισε φύλακα στο Εθνικό Μουσείο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου