Παρασκευή 8 Νοεμβρίου 2013

Ο Βάρναλης για τη γλώσσα των Ποντίων



Ο Βάρναλης, μαχητής του δημοτικισμού είχε καλή γνώση της γλώσσας και των νόμων της. Η γλώσσα ήταν ένα από τα θέματα που συχνά πυκνά καταπιανόταν. Γεννήθηκε με τη δημιουργία του γλωσσικού ζητήματος και πέθανε με τη λύση του. Περίπου 400 τα κείμενα του με θέμα τη γλώσσα ή μάλλον τα κείμενα που περιέχουν γλωσσική θέση ή τοποθέτηση. Είναι υπό έκδοση. Ένα από αυτά αφορά τη γλώσσα των ποντίων. Το δημοσιεύουμε γιατί ήδη έχει δημοσιευτεί σε άλλο blog (tarakounimata) με κάποιες (προφανώς εσκεμμένες) διαφοροποιήσεις. Το δημοσιεύουμε όπως δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Πρωΐα» στις 1 Νοέμβρη 1943.

Χρονικά του Πόντου


Έχω υπ’ όψη μου τα δύο πρώτα τεύχη του μηνιαίου λαογραφικού περιοδικού «Χρονικά του Πόντου». Είναι όργανο του Συλλόγου Ποντίων «Αργοναύται – Κομνηνοί».
Τι μακρινός ελληνικός κόσμος ζωντανεύει μέσα στις σελίδες του! Μακρινός όχι μονάχα τοπικά, παρά και χρονικά. Γιατί ο πολιτισμός των Ποντίων είναι παλαιότατος, όπως και η γλώσσα τους. «Η γλώσσα των Ποντίων, γράφει ο κ. Σ. Καράς, είναι μια από τας χαρακτηριστικωτέρας ελληνικάς διαλέκτους. Σώζει το μεσαιωνικό βυζαντινό χαρακτήρα με πολλούς γλωσσικούς και γραμματικούς τύπους, αρχαϊκούς και ομηρικούς. Οι Πόντιοι δεν ηκολούθησαν την γλωσσική εξέλιξη των ασπροθαλασσιτών και των λοιπών Ελλήνων. Απομονωμένοι εις το βάθος του Πόντου και της Μικράς Ασίας, διατηρούν ακόμα την απήχηση της βυζαντινής λαλιάς…»
Αυτή η απομόνωση των Ποντίων στην τελευταία βορειοανατολική άκρα του ελληνισμού μπορεί να έδωσε ξεχωριστήν εξέλιξη στη γλώσσα τους και ιδιοτυπία, όμως δεν έκοψε και την ψυχική συνέχεια τους με το επίλοιπο έθνος. Τουναντίον, αντλώντας από την ίδια μεσαιωνική πηγή του ελληνισμού, ανέπτυξε τα ίδια κοινά πνευματικά στοιχεία με τους άλλους ομοεθνείς: αγάπη της πατρίδας, αγάπη της λεύτερης ζωής, θαυμασμός του ηρωϊσμού, που φτάνει σε όρια υπερφυσικά. Και το ιδανικό αυτής της αγάπης, ο Διγενής Ακρίτας, με την πλούσια και πολύτιμη και μοναδική στο είδος της λαϊκή ποίηση.
Η ίδια απομόνωση είχε γι’ αποτέλεσμα να δεχτεί η γλώσσα των Ποντίων πολύ λεξιλόγιο τούρκικο. Παρ’ όλα αυτά η γλώσσα τούτη δεν είναι δύσκολο να εννοηθεί από έναν ελλαδικό αναγνώστη. Με την βοήθεια μάλιστα του λεξιλογίου που συνοδεύει τα λαογραφικά κείμενα και του οδηγού για την προφορά των συνθηματικών στοιχείων του ποντιακού αλφαβήτου, που υπάρχει στην εσωτερική σελίδα του πρώτου εξωφύλλου.
Δεν είναι το πρώτο λαογραφικό περιοδικό, που εκδίδουν οι Πόντιοι για να διασώσουν από τη λήθη τα πνευματικά λείψανα του πολιτισμού τους. Φεύγοντας από τον τόπο τους έφεραν μαζί τους αυτόν τον θησαυρό. Θα ήταν έγκλημα αν τον αφήνανε να χαθεί. Ιδρύσανε πρώτα το «Αρχείον Πόντου», περιοδικό σύγγραμμα που έως τώρα έχει δημοσιεύσει έντεκα «καλοτυπωμένους τόμους, με γλωσσικό, λαογραφικό και ιστορικό υλικό», όπως λέγει κ. Μ. Τριανταφυλλίδης. Πλάι σ’αυτό το Αρχείο εκδώσανε για λίγον καιρό τα «Ποντιακά φύλλα» κι αυτωνών συνέχεια σοβαρή, είναι τα «Χρονικά του Πόντου».
Όλα αυτά ενδιαφέρουν, όχι μονάχα τους Ποντίους, όχι μονάχα τους λαογράφους και τους γλωσσολόγους, παρά κι’ ολάκερο τον ελληνισμό. Διότι τα δημοσιεύματα όλα έχουν όχι μονάχα αξία επιστημονική, αλλά και αισθητική και εθνική.
Είναι αξιοπαρατήρητο πως οι πρόσφυγες Έλληνες δείχνουνε τόση αγάπη και φροντίδα για τα πνευματικά τους αγαθά. Γιατί κινδυνεύουν να χαθούν, αν δεν τα μαζέψουν και τα εκδώσουν. Για τον ίδιο λόγο και οι Θράκες εκδίδουν εδώ και κάμποσα χρόνια (με πόσες δυσκολίες και θυσίες!) δύο αξιόλογα περιοδικά συγγράμματα, Τα «Θρακικά» και το «Αρχείον του Θρακικού λαογραφικού και γλωσσικού θησαυρού» του κ. Π. Παπαχριστοδούλου.
Το ίδιο θα έπρεπε να κάνουν και οι Κυπριώτες, οι Ρόδιοι, οι Κρητικοί, οι Ηπειρώτες, οι Τσακώνοι κλπ. Αλλά βλέπεις δεν αισθάνονται την ανάγκη.
Κι όμως αν έχουμε έναν δικό μας νεοελληνικό πολιτισμό, αυτός καθρεπτίζεται στη μητρική μας γλώσσα, στα δημοτικά μας τραγούδια, στις παραδόσεις, στις παροιμίες, στη λαϊκή μουσική, στους λαϊκούς χορούς. Οι Παρθενώνες, οι Αφροδίτες, οι Απόλλωνες κλπ., είναι πολύ μακρυά στην ιστορική μας συνέχεια. Κι όμως αρχίσαμε από τα μακρινά, σ αυτά απάνω θεμελιώσαμε τον λογιοτατίστικο πολιτισμό μας και περιφρονήσαμε τη γλώσσα μας και τα χυδαϊκά «μυθάρια» όπως τα έλεγε περιφρονητικά ο γλωσσαμύντορας Μιστριώτης. Κι όμως μέσα σ αυτά τα μυθάρια είναι ο Διγενής Ακρίτας κι η ψυχή του νεότερου Ελληνισμού.
    

Τρίτη 5 Νοεμβρίου 2013

Σαλπιγκτής των λαϊκών συνειδήσεων




Δημοσιεύουμε την ομιλία του δημοσιογράφου Παύλου Ριζαργιώτη στην παρουσίαση του «Αγνωστου Βάρναλη» στην Ελασσόνα:


Σαλπιγκτής των λαϊκών συνειδήσεων


Λίγα λόγια, στην αρχή, για τον Ηρακλή. Ο Ηρακλής είναι από τους ανθρώπους που τους αρέσει να ψάχνουν, να ερευνούν. Φιλέρευνο πνεύμα που δουλεύει ακαταπόνητα. Με μεράκι και ζήλο καλό. Ανασκαλεύει να βρει το άγνωστο, σκάβει ν' αποκαλύψει το κρυφό. Οχι για να ξεχωρίσει, αλλά για να προσφέρει.
Αυτό το ψάξιμο μπορεί να φαίνεται ότι αφορά στο "ειδικό" και στο "ιδιαίτερο", αλλά, κατά μία έννοια, δεν είναι παρά η αγωνία του σκαπανέα να συναντήσει το ΟΛΟΝ, επιχειρώντας να το ακουμπήσει μέσα από "μικρές λεπτομέρειες", " άγνωστες πτυχές" , "υποτιμημένα γεγονότα". Βεβαίως, αυτό όσο το πλησιάζεις, τόσο απομακρύνεται, καθώς συνεχώς εμφανίζονται νέα στοιχεία, απορίες και ερωτήματα. Αλλά, αυτή η διαρκής κι ανολοκλήρωτη αναζήτηση, είναι η χαρά του ερευνητή.
Από μια άλλη άποψη, πρόκειται για αναζήτηση της ολόπλευρης και ουσιαστικής Αλήθειας. Αυτής που αναζητούσε, πάντα και παντού, ο Βάρναλης και που για να τη βρεις - όπως ο ποιητής βάζει να λέει ο Ομηρος στην Πηνελόπη - "δεν έχεις παρά να ξεστρέψεις το μέσα όξω, καθώς ξεστρέβουν οι κοκορετσάδες τ' άντερα των αρνιών, για να τα καθαρίσουνε. Ετούτ΄η βρώμα των αντεριών είναι η αλήθεια."
Σε κάθε περίπτωση, η δουλειά του Ηρακλή - δουλειά μυρμηγκιού, αλλά και επιστημονική - είναι πολύ χρήσιμη, θα έλεγα πολύτιμη. Η παρουσίαση 19 αδημοσίευτων ποιημάτων του Βάρναλη και, μαζί, πολλών άγνωστων στοιχείων για τη ζωή και το έργο του μεγάλου μας ποιητή είναι, από μόνη της, σημαντικό πνευματικό γεγονός.
Και τώρα λίγα για τον Κώστα Βάρναλη.
Εχουν ειπωθεί και γραφτεί πάρα πολλά για τον σαλπιγκτή των λαϊκών συνειδήσεων, τον "παππού των λαϊκών αγώνων", όπως τον χαρακτήρισε ο άλλος μεγάλος μας ποιητής, ο Γιάννης Ρίτσος. Δεν φιλοδοξώ, φυσικά, να πω κάτι το εντελώς άγνωστο - αυτό το καταφέρνει ο Ηρακλής και μπράβο του - ή το πολύ πρωτότυπο.
Αυτό που εγώ νοιώθω για τον Βάρναλη είναι ότι είναι ένας "από τους δικούς μας Χριστούς, τους δικούς μας άγιους", που τον εχθρεύονται οι αντίπαλοι για όσα κηρύττει και πράττει, αλλά δεν μπορούν να μην αναγνωρίζουν την μεγάλη αξία του και, ενίοτε, αναγκάζονται και να τον "προσκυνούν".
Είχε ο Βάρναλης - το δείχνει το έργο του, το αποδεικνύει η ζωή του - τη δική του αμετακίνητη ιδεολογία, τα δικά του πολιτικά φρονήματα, την κοσμοθεωρία του. Ηταν κομμουνιστής, με εδραιωμένες πεποιθήσεις και δεσπόζουσα πίστη και παρέμεινε "ορθοστατών και ορθοβαδίζων μέχρι το έσχατον γήρας" - όπως έλεγε ο αείμνηστος μπαρμπα - Κώστας Λουλές. Αλλά, ποτέ δεν εκδηλώθηκε με ψύχωση και μονομανία, ούτε, όμως και με ελιγμούς και τεχνάσματα. Η ακλόνητη πίστη και η επιμονή στην ιδεολογία του δεν τον ωθούσε στην αγριοσύνη, την κακότητα, τον μισανθρωπισμό, αλλά στην ημερότητα, την καλοσύνη, στον εξανθρωπισμό. Το έργο του, η ποίησή του, μια άριστη αισθητική μετάπλαση της επαναστατικής κοσμοθεωρίας.
Οι στίχοι του αρματωμένοι, αλλά όμορφοι. Εχθρευόταν το εύκολο και το τετριμμένο. Σκληροί, όχι, όμως, άδικοι. Με ουσία και λυρισμό. Ρωμαλεότητα και ρομαντισμό. Απλοί, δε δυσκολεύουν ιδιαίτερα - έγραψε και γι' αυτούς που δεν ξέρουν να διαβάζουν - αλλά ούτε και σε τεμπελιάζουν, καθώς είναι ερεθιστικοί και συνάμα προκλητικοί. Οι λέξεις - λεπίδες, ξεπετιούνται σαν αμεταχείριστα σύμβολα και πρωτάκουστες ηχοεικόνες.
Ο στόχος του καθαρός. Απέναντι. Τ' αφεντικά που τρώνε το ψωμί του φτωχού. Η κερδοσκοπική μανία των "ασπιδοπουλητάδων και των κονταροξυστών".
Αλλά βέλη και δίπλα. Στους δικούς του, τους απλούς ανθρώπους του καθημερινού μόχθου, Γιατί τους θέλει έτοιμους να κοντραριστούν παλικαρίσια με τους δυνάστες τους. Γι' αυτό και τσιγκλάει, καλόκαρδα, το "μαχμουρλίκι και τη συνήθεια", ερεθίζει την ανημποριά και κοροϊδεύει την αδιαφορία.
"Κι αν είν' ο λάκκος σου πολύ βαθύς/
χρέος με τα χέρια σου να σηκωθείς."
Ο Ανρί Μπαρμπύς έλεγε "δεν ωφελεί σε τίποτα να ουρλιάζεις, πρέπει να καταλάβεις" - αλήθεια πόση επικαιρότητα κι αξία έχει αυτό σήμερα που οι πάντες, σχεδόν, ουρλιάζουν, αλλά λίγοι καταλαβαίνουν - και ο Βάρναλης που ήξερε ότι ο λαϊκός, επαναστατικός αυθορμητισμός πετυχαίνει το στόχο του αν έχει κοντά του αφυπνισμένες και μαχητικές συνειδήσεις, αποφαίνεται, εξεγερτικά και αισιόδοξα, στην "Μπαλάντα του Κυρ Μέντιου: "Αν ξυπνήσεις μονομιάς, θα' ρτει ανάποδα ο ντουνιάς."
Η τέχνη του στρατευμένη στην υπηρεσία των πολλών και εκμεταλλευομένων. Το ομολογεί και το περηφανεύεται. Από τους άλλους, που βρίσκονται στην αντίπερα όχθη, διαφέρει μόνο στο ότι αυτοί το κάνουν και δεν το ομολογούν. Γιατί - όπως λέει - "δεν είναι δυνατόν να μην πολιτεύεται η Τέχνη. Οσο κι αν αποφεύγει τέτοια σκοποθεσία, δεν μπορεί ν΄ αποφύγει την τέτιαν αποτελεσματικότητα. Δεν υπάρχει πράξη, ή σκέψη κοινωνικού ανθρώπου που να μην έχει είτε καθορισμό, είτε αντίχτυπο πολιτικό"
Κι όπως λέει ο Βισαριόν Γκριγκόριεβιτς Μπελίνσκι: ¨Οταν αφαιρέσουμε από την τέχνη το δικαίωμα να υπηρετεί τα κοινωνικά συμφέροντα, δεν την ανυψώνουμε, αλλά την ταπεινώνουμε, γιατί της στερούμε τη ζωντανή δύναμη, τη σκέψη και την κάνουμε αντικείμενο συβαριτισμού, παιχνίδι στα χέρια των αργόσχολων τεμπελχανάδων."
Ομως, αυτός ο αμετακίνητος στα κομμουνιστικά ιδεώδη διανοούμενος όταν ρωτήθηκε, κάποτε, από δημοσιογράφο ποιά είναι, γι' αυτόν, τα σημαντικότερα ιδανικά της ζωής, απάντησε: "Οι γυναίκες, η θάλασσα, η φασουλάδα και να βλέπεις να παίζουν τάβλι στο "Βυζάντιο""
Γιατί ο Βάρναλης ήταν πολύ μεγάλος ποιητής, υψηλών προδιαγραφών διανοητής και, ταυτόχρονα , ένας πολύ απλός άνθρωπος. Ενιωθε πολύ μεγάλη χαρά όταν βρισκόταν ανάμεσα στους απλούς ανθρώπους του λαού - το δείχνει, ιδιαιτέρως, στους "Μοιραίους".
Γιατί πρώτα απ' όλα και πάνω απ' όλα, κομουνιστής σημαίνει άνθρωπος απλός, χωρίς άχρηστους εγωισμούς ,"εμείς, αδελφέ μου, δεν τραγουδάμε για να ξεχωρίσουμε απ' τον κόσμο, εμείς τραγουδάμε για να σμίξουμε τον κόσμο", παιάνιζε ο Ρίτσος - αλλά με "άκακα" πάθη, γιατί - όπως έγραψε ο Μαρξ - για τον κομμουνιστή "τίποτα το ανθρώπινο δεν του είναι ξένο".
Και καλός κομμουνιστής δεν είναι ο απρόσιτος κι "αμόλυντος", ο κλεισμένος στους τέσσερις τοίχους γραφειοκράτης. Ούτε κι αυτός που προσποιητά "ενδύεται το ράκος του φτωχού" και μιλάει με μεγάλα λόγια γι' αυτόν, αλλά, επί της ουσίας, ποτέ δεν τον κατάλαβε και δεν τον ένιωσε.
Ο Βάρναλης είχε βιώσει σε βάθος την έννοια άνθρωπος και με το έργο του κατόρθωσε να την αντιδιαστείλει από τα αφηρημένα νεφελώματα των ηθικολόγων της αστικής ιδεολογίας - όπως και από την προσβλητική υποτίμηση των "υπερεπαναστατών των λόγων" - και να την ανυψώσει στα ουράνια της κομμουνιστικής κοσμοθεωρίας, δίνοντας την προοπτική ενός πραγματικού, επίγειου παραδείσου.
Προϋπόθεση γι' αυτό είναι όλα ν' αλλάξουν κι άλλα πολλά καινούργια να δημιουργηθούν κι αυτό εννοεί, στο "Φως που καίει", ο Μώμος όταν λέει στον Προμηθέα "εμείς θα ξαναφτιάξουμε τον κόσμο απ' την αρχή". Στην πορεία δημιουργίας αυτού του νέου κόσμου, που θα είναι και πορεία ολοκλήρωσης του ανθρώπου, ο απλός άνθρωπος του λαού καλείται ν' αλλάξει μυαλά, να δαμάσει "τα μέσα του" και τα έξω, με στόχο όχι απλώς να ελαττώσει τον πόνο του κόσμου, αλλά και να χτίσει μια άλλη, ευτυχισμένη κοινωνία...
Ο κομμουνιστής ποιητής Κώστας Βάρναλης, προσηλωμένος στο ιδανικό του ολοκληρωμένου ανθρώπου, με το έργο του αναδείχτηκε σε κορυφαία πνευματική μορφή του 20ου αιώνα...

Σάββατο 2 Νοεμβρίου 2013

Το επίκαιρο του Κώστα Βάρναλη



Δημοσιεύουμε σήμερα μια ενδιαφέρουσα εργασία της Μάρως Καχριμανίδη. 
«Την εν λόγω εργασία συμμετείχα στον 1ο Πανελλήνιο Συγγραφικό Διαγωνισμό για φοιτητές πανεπιστημίων της Ελλάδος και του εξωτερικού, τον οποίο διοργάνωσε ο Σύλλογος Ανατολικής Ρωμυλίας Βόλου και κατάφερα να αποσπάσω το πρώτο βραβείο. Έψαξα κάποιες πηγές, δυσκολεύτηκα στην αρχή και μετά αποφάσισα να μην ψάξω περαιτέρω για το τι έχει ήδη γραφεί για τον Βάρναλη. Διάβασα τον ίδιο και με όλα αυτά που ζούμε ως χώρα, τότε είναι που συνειδητοποίησα αυτό που είχε πει ο Ρίτσος ότι ο Βάρναλης είναι "φλόγα που καίει". Τότε είναι που συνειδητοποίησα το πόσο επίκαιρος είναι. Επίκαιρος κι επικίνδυνος, κατά μία έννοια. Άγνωστος όντας, γιατί άγνωστος είναι ουσιαστικά, είναι ακίνδυνος. Εύχομαι να πάψει να είναι άγνωστος, μήπως κ αφυπνιστούμε!». 
Η Μάρω τελείωσε τη Σχολή καλών Τεχνών (Αθήνα) και σήμερα είναι μεταπτυχιακή φοιτήτρια στο πανεπιστήμιο του Τορόντο.

Το επίκαιρο του Κώστα Βάρναλη
Μάρω Καχριμανίδη
Ιστορικός Τέχνης, Μεταπτυχιακή Φοιτήτρια-University of Toronto (UofT)

Ο Βάρναλης. Ένας αγωνιστής ποιητής, στην υπηρεσία του λαού, με όπλα τις φλεγόμενες ιδέες του, την ανδρεία και την αυθεντικότητά του. Δεν είχε σκοπό ποτέ του ούτε να χαρισθεί μα ούτε και να «χαϊδέψει» κανενός τα αυτιά. Στόχος του ήταν να αφυπνίσει τον κόσμο. Νιώθει τόσο μικρός κανείς όταν καλείται, όχι να γράψει, μα έστω και να αναλογιστεί το μεγαλείο καλλιτεχνών ς﷽﷽﷽﷽﷽﷽﷽﷽νωνν ομάδων. Των μοιραοσόπως ο Βάρναλης, ο οποίος υπήρξε απλός, άμεσος του οποίου η ποίηση προοριζόταν για όλους, ανεξαρτήτου πολιτικής τοποθετήσεως.
Η μορφή του, μια μορφή ασυμβίβαστη. Πέρα από θεούς κι άρχοντες, πέρα από προκαταλήψεις και στερεότυπα. Μα με βαθύ κι απέραντο σεβασμό απέναντι σε όλους, ακόμη κι εκείνους με τους οποίους μοιραζόταν διαφορετικές αντιλήψεις. Ο παππούς του καθενός μας, που είτε βρίσκεται, είτε «βρίσκεται» πάντοτε εκεί για εμάς θέλοντας με τον λόγο του να μας διδάξει και να μας γαλουχήσει με το πνεύμα της αρετής, της αντρειοσύνης, του ακατάπαυστου αγώνα. Ακόμη-ακόμη και να μας δώσει δύναμη κι αισιοδοξία να πάμε τη ζωή μας παρακάτω, παρά τις όποιες δυσκολίες εμφανίζονται στο διάβα μας.
Τα λόγια του. Ορθά κοφτά, ως άλλα εύφλεκτα υλικά. Πέρα από τον όποιο λυρισμό ή κανόνες που τα χαρακτηρίζουν δεν έχουν σκοπό ούτε να πλανέψουν μα ούτε και να δημιουργήσουν την εντύπωση μιας πραγματικότητας άλλης-όπως είθισται να συμβαίνει στην ποίηση- πέραν αυτής την οποία διαβιούμε. Οι ιδέες του δεν αποτελούνται απλώς από λέξεις, γράμματα, γραμμές,... Ούτε επίσης από μεθυστικές φράσεις οι οποίες έχουν σκοπό την «αποπλάνηση» του αναγνώστη σε αδιάβατα της ψυχής μονοπάτια, σε μιαν ουτοπία.
Οι εικόνες του. Ζωγραφισμένες με αίμα αθώων, από τον ιδρώτα όσων μοχθούν για την επιβίωση και τα βαριά χέρια των εργατών.

Μεροδούλι ξεροδούλι δέρναν ούλοι οι αφέντες
δούλοιούλοι δούλοι αφεντικό και μ' αφήναν νηστικό
και μ' αφήναν νηστικό
[…]
Και ζευγάρι με το βόδι άλλο μπόϊ κι άλλο πόδι
όργωνα στα ρέματα  τ΄ αφεντός τα στρέμματα
Και στον πόλεμο όλα για όλα κουβαλούσα πολυβόλα
να σκοτώνονται οι λαοί για τ' αφέντη το φαί
για τ' αφέντη το φαί
(Η μπαλάντα του κυρ Μέντιου)

Από τον καημό, την αδικία, την περιθωριοποίηση ορισμένων κοινωνικών ομάδων. Των μοιραίων της κοινωνίας. «Οι Μοιραίοι». Ίσως το δημοφιλέστερο μα και πιο επίκαιρο δημιούργημα του Βάρναλη.
Γενικότερα στην ποίησή του, μα και ειδικότερα στους Μοιραίους, σκοπός του Βάρναλη είναι να εκφράσει τον πόνο, τη δυστυχία και την αδικία, χαρακτηριστικά τα οποία πάντοτε αφορορμα ﷽﷽﷽﷽﷽﷽ν οποτου χώρου σε ένα οσύν στους μη έχοντες εις βάρος των οποίων επιβιώνει κι ευημερεί το κοινωνικό σύστημα μα κι όσοι βρίσκονται πίσω από αυτό. Η σκηνή λαμβάνει χώρα σε μια ταβέρνα. Η ταβέρνα αποτελεί ξεκάθαρο σύμβολο της κοινωνικής προέλευσης των θαμώνων. Η αίσθηση που μας προκαλείται εντείνεται ακόμη περισσότερο λόγω της τοποθέτησης του χώρου σε υπόγειο. Ένα υπόγειο, ένας άθλιος χώρος ο οποίος έστω για λίγο γίνεται στέγη, αγκαλιά και παρηγοριά των Μοιραίων. Ένας χώρος υπό του εδάφους ως ένας τάφος των ονείρων, της χαράς ή της όποιας προσδοκίας τους για κάτι χαρμόσυνο.
Δεν έχουν δικαίωμα στα όνειρα οι Μοιραίοι. Δεν είναι φτιαγμένοι από αυτό το υλικό. Είναι άνθρωποι των οποίων το δέρμα είναι από ατσάλι —κι ας ματώνουν—  κι οι καρδιές τους από πέτρα — κι ας δακρύζουν, ας πονούν. Αν δεν ήταν έτσι δε θα τα είχαν καταφέρει ως τα εδώ. Άνθρωποι του μόχθου. Όμως μάλλον ξέχασαν πως είναι άνθρωποι. Άνθρωπος ετυμολογικά είναι εκείνος ο έμβιος οργανισμός που στρέφει το βλέμμα του προς τα επάνω. Οι Μοιραίοι όμως δε δύνανται ούτε καν να απολαύσουν τις ομορφιές της φύσης. Ακόμη κι αυτές είναι «ακριβές» για τους Μοιραίους.

Ήλιε και θάλασσα γαλάζια
Και βάθος τ’άσωτ’ ουρανού!
Ω! Της αβγής κροκάτη γάζα,
Γαρούφαλα του δειλινού,
Λάμπετε σβήνετε μακριά μας,
Χωρίς να μπείτε στην καρδιά μας!

Με τι κουράγιο λοιπόν να σηκώσουν το βλέμμα τους προς το δυνατό φως του ηλίου ή το αστραφτερό μπλε του Ελληνικού ουρανού; Καταραμένοι από έναν Θεό που τους μισεί, από μια μοίρα που άλλοι ορίσανε γι’ αυτούς, γελασμένοι από τους ίδιους τους τους εαυτούς και τις επιλογές τους, μεθυσμένοι από τον εξομολογητή τους, το κρασί.

-Φταίει το ζαβό το ριζικό μας!
-Φταίει ο Θεός που μας μισεί!
-Φταίει το κεφάλι το κακό μας!
-Φταίει πρώτ’ απ’ όλα το κρασί!

Ο μικρός αυτός διάλογος θυμίζει κατά πολύ συζητήσεις της σημερινής Εν Ελλάδι εποχής, οι οποίες μπορεί να μη λαμβάνουν μέρος σε ανάλογα υπόγεια χαμαιτυπεία μα σε υπερπολυτελείς πολυθρόνες κέντρων συναθροίσεως και διασκεδάσεως. Οι θαμώνες όμως, έχουν τις ίδιες απορίες, τους ίδιους καημούς για το ποιος φταίει για την τραγική κατάσταση της κοινωνίας που επηρεάζει τους ίδιους και τα παιδιά τους. Μα, ως άλλοι Μοιραίοι ποτέ τους δεν καταλήγουν σε μια συγκεκριμένη απάντηση. Διακατέχονται κι αυτοί από απάθεια και δειλία που δεν τους επιτρέπουν καμία αντίδραση. Είναι όμοιοι με τους Μοιραίους. Το μόνο που τους διαφοροποιεί είναι το περιτύλιγμα. Στην ουσία τους όμως, είναι ίδιοι.
Ο ποιητής μπορεί μεν να χρησιμοποιεί πρώτο ενικό πρόσωπο εντάσσοντας έτσι τον εαυτό του στους Μοιραίους μα διαβάζοντας το ποίημα, καταλαβαίνει κανείς πως δε συμμερίζεται την αδράνεια που τους διακατέχει. Ο αναγνώστης, διαβάζοντας προσεχτικά το ποίημα μπορεί ακόμη και να «ακούσει» τον ήχο των ποτηριών, τις φωνές και τις βρισιές των Μοιραίων, ακόμη και το φτύσιμο καταγής, μια κίνηση μέσω της οποίας εκφράζεται η οργή κι η κατάρα για την κατάσταση στην οποία βρίσκονται.
Ο αναγνώστης νιώθει το κάλεσμα του ποιητή για αλλαγή του τρόπου σκέψης που έχει να κάνει με το ότι οι άνθρωποι είναι ανίκανοι να καθορίσουν τη μοίρα τους. Οι Μοιραίοι αντιμετωπίζουν τη ζωή τους ως μια διαρκή πάλη που δεν έχει καμία μελλοντική ελπίδα να τους προσφέρει. Αυτός είναι κι ο λόγος που προτιμούν να την αρνηθούν, να την παραμερίσουν χωρίς καν να μπουν στον κόπο να την κοιτάξουν κατάματα. Απλώς αφήνονται σε ό,τι τους βασανίζει, με σκυμμένο το κεφάλι, το αποδέχονται κι έτσι πορεύονται.
Σκοπός του ποιητή είναι να τους επαναφέρει από το λήθαργο στον οποίο έχουν βυθιστεί. Τους καλεί να ορθώσουν το ανάστημά τους και πατώντας γερά πάνω στη γη να αντισταθούν στην απελπισία που καθορίζει τις ζωές τους, καλώντας τους παράλληλα σε μια συνειδητοποίηση του παραλογισμού ο οποίος χαρακτηρίζει τη μοιρολατρία τους, ότι δηλαδή πάντοτε θα παλεύουν χωρίς ποτέ τους να φθάνουν σε κάτι καλό, χάνοντας έτσι μια για πάντα την παρτίδα στο παιχνίδι της ζωής.
Εάν το άλμα προς την ελπίδα ή την πίστη και την προσμονή για κάτι καλύτερο αντιπροσωπεύει την προσπάθεια διεξόδου από την πραγματικότητα της μοίρας που πιστεύουμε πως κάποιοι άλλοι έχουν καθορίσει για εμάς κι αν ακόμη η ευτυχία είναι πιθανή μόνο μέσω αυτού του άλματος, τότε η τελευταία, αποτελεί διαφυγή. Η ίδια η ζωή θα ήταν τότε εκ φύσεως δυσάρεστη κι η ευτυχία θα αποτελούσε απάτη, η οποία θα δημιουργείτο από την άρνηση.
Για τον ποιητή όμως η ευτυχία αποτελεί μια κατάσταση η οποία είναι δυνατό να πραγματωθεί. Κι αυτό, διότι οι εμπειρίες των ανθρώπων αποτελούν ίσως αποτελούν τη μία και μοναδική πραγματικότητα κι οι άνθρωποι μπορούν να αποκτήσουν την ευτυχία χρησιμοποιώντας μόνον υπαρκτά μέσα —τη δύναμη και τις εμπειρίες τους— κι όχι την άρνηση και τη φυγή. Δε μπορεί ο άνθρωπος να επιδιώκει την ευτυχία όντας στην αδράνεια και βασιζόμενος στη μοίρα ή οτιδήποτε εντοπίζεται πέραν της άμεσης εμπειρίας του.
Κλείνοντας, θα ήθελα να αναφέρω πως δεν είχα απολύτως καμία πρόθεση να ασκήσω κριτική στο έργο ενός εκ των κορυφαίων δημιουργών μας. Πώς είναι άλλωστε δυνατό να το κάνει αυτό κανείς. Κι αν κανείς θεωρεί πως το έχει καταφέρει, πλανάται πλάνην οικτράν. Το ότι σημείωσα κάποιες από τις σκέψεις μου θα μπορούσε ίσως να θεωρηθεί ένα κάλεσμα για όσους δεν είχαν την ευτυχία να έλθουν σε επαφή με το έργο του Κώστα Βάρναλη. Μια παρακίνηση αλλά και μια απάντηση, με 7 χρόνια καθυστέρηση, στην καθηγήτρια που χλεύασε την αγάπη μου για την εν λόγω ποίηση και την τέχνη, λέγοντάς μου να μην ασχολούμαι με ό,τι στο μέλλον δεν πρόκειται να μου αποφέρει χρήματα. Τέλος-τέλος, ένα παράπονο. Ένα παράπονο για το γεγονός ότι μπορεί μέρος του έργου του Βάρναλη —κι όχι ολόκληρο το έργο του— να βρίσκεται τυπωμένο σε σχολικά βιβλία μα δεν θυμάμαι ποτέ να αποτελεί μέρος της διδακτέας ύλης. Γιατί άραγε; Για τη διατήρηση αυτής της σαθρότητας του κοινωνικού γίγνεσθαι; Καθώς αν το έργο του διδασκόταν στα σχολεία, ως άλλος Σωκράτης θα εισήγαγε καινά δαιμόνια στη νεολαία, εξοικειώνοντάς τους με την κριτική σκέψη. Θα γινόταν ο κόσμος μας καλύτερος και πιο αισιόδοξος, περισσότερο ελεύθερος, κάτι που δεν το θέλουν όσοι εξυπηρετούνται από το σύστημα. Όπως όμως έχει αναφέρει ο έτερος μεγάλος Ρίτσος για τον Βάρναλη, “Ο Βάρναλης είναι φως που καίει” και κρατά άσβεστη τη φλόγα. Δική μου ευχή κι επιθυμία, αυτή η φλόγα που σιγοκαίει να γίνει πυρκαγιά που θα κατακλύσει τις ψυχές και τα οράματά μας, μην επιτρέποντάς μας άλλη αδράνεια, μα ξεσηκώνοντάς μας προς μια αλλαγή.