Κυριακή, 10 Φεβρουαρίου 2013

Ρεπορτάζ από την παρουσίαση του «Αγνωστου Βάρναλη» στην Κοζάνη



Εγινε την Παρασκευή 8/2/2013 στην Κοζάνη, στην Κοβεντάρειο Βιβλιοθήκη, μια πολύ ζεστή εκδήλωση - παρουσίαση του βιβλίου «Ο άγνωστος Βάρναλης». Συμμετείχαν πλέον των 80 ατόμων, κυρίως εκπαιδευτικοί. Χαρακτηριστικό του κλίματος της εκδήλωσης είναι το σχόλιο επισκέπτριας: «Ανατριχιάσαμε βλέποντας σε βίντεο την κηδεία του Βάρναλη και την πολύ μεγάλη συμμετοχή του απλού κόσμου, τραγουδήσαμε τα ποιήματά του, συγκινηθήκαμε ακούγοντας τις άγνωστες πτυχές της ζωής του, ριγήσαμε με την ομιλία της κ. Λαδογιάννη. Όταν τελείωσε η εκδήλωση, είχα την αίσθηση ότι ο Βάρναλης είναι κάποιος αγαπημένος δικός μου άνθρωπος που ποτέ δεν "έφυγε" από κοντά μας, που είναι πάντα δίπλα μου και μου δίνει δύναμη να συνεχίσω να παλεύω για τις ιδέες μου και για πράγματα που αγαπώ».
Την εκδήλωση χαιρέτισε ο πρόεδρος της Κοβεντάρειου Βιβλιοθήκης, Θεόδωρος Βασδάρης. Μίλησαν: Η πρόεδρος του Συνδέσμου Φιλολόγων Κοζάνης Τούλα Νάκα. Ο συγγραφέας του βιβλίου Ηρακλής Κακαβάνης. Η φοιτήτρια φιλολογίας του ΑΠΘ Νάνσυ Βούζα. Ο Γυμνασιάρχης - Φιλόλογος Μιχάλης Παπάς. Η επίκουρος καθηγήτρια Νεοελληνικής Λογοτεχνίας και Δραματουργίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων Γεωργία Λαδογιάννη
Στην εκδήλωση μουσικό σχήμα του ωδείου της πόλης Music art απέδωσε μελοποιημένα τραγούδια του Κώστα Βάρναλη.
Παίξανε ο Γιάννης Παπαευαγγέλου πλήκτρα και ο Παντελής Μόσχογλου μπουζούκι. Ο μικρός Θανάσης Γκλούμπος που τραγούδησε και «έκλεψε την παράσταση». Τέλος, Προβλήθηκαν σκηνές από την πάνδημη κηδεία του ποιητή.
 Δημοσιεύουμε αποσπάσματα από την ομιλία της προέδρου του Συνδέσμου Φιλολόγων, Τούλας Νάκα.
Από δεξιά προς Αριστερά: Ο πρόεδρος της Κοβεντάρειου Βιβλιοθήκης, Θεόδωρος Βασδάρης, ο γυμνασιάρχης Μιχάλης Παππάς, ο συγγραφέας Ηρακλής Κακαβάνης, η καθηγητρια του πανεπιστημίυο Ιωαννίνων Γεωργία Λαδογιάννη, η πρόεδρος του Συνδέσμου Φιλολόγων Κοζάνης Τούλα Νάκα και η φοιτήτρια Νάνσυ Βούζα 


Kυρίες και κύριοι,
Σας καλωσορίζουμε στη σημερινή μας εκδήλωση που γίνεται σε συνεργασία με τη Δημοτική Βιβλιοθήκη Κοζάνης.
Βρισκόμαστε εδώ σήμερα για να παρουσιάσουμε ένα καινούριο βιβλίο για τον Κώστα Βάρναλη και το έργο του. Προσωπικά πίστευα ότι έχουν ειπωθεί και γραφτεί πολλά για τον ποιητή, όταν λοιπόν πήρα στα χέρια μου το βιβλίο, έβαλα αμέσως στον τίτλο ένα ερωτηματικό (άγνωστος ο Βάρναλης;;), αλλά μέσα από τη μελέτη του βιβλίου του Ηρακλή Κακαβάνη διαπίστωσα ότι όσο κι αν αυτό φαίνεται παράξενο για έναν ποιητή της αξίας και της αναγνώρισής του, το ποιητικό έργο του Κώστα Βάρναλη δε μας είναι ακόμη όλο γνωστό. Σήμερα, αρκετά χρόνια μετά το θάνατο του Κώστα Βάρναλη, συνεχίζουμε να αγνοούμε πολλά για το έργο του. Η πολύτιμη έρευνα του Ηρακλή στα έντυ­πα της εποχής και το Αρχείο Βάρναλη αναδεικνύει την προσωπικότητα και το έργο του ποιητή, αφού τα στοιχεία και τα κείμενα που παρατίθενται δεν είναι γνωστά στο ευρύ κοινό. Κάποια από αυτά υπάρχουν σε εξαντλημένα περιοδικά, άλλα σε δυσεύρετες εφημερίδες και άλλα βλέπουν για πρώτη φορά το φως της δημοσιότητας.
Αλλά επιπλέον το βιβλίο φωτίζει το πότε και γιατί γράφει ο Κ. Βάρναλης και με ποια κριτήρια δημοσιεύει τα ποιήματά του.
Όπως λέει ο συγγραφέας του βιβλίου: «…Ο Βάρναλης δεν είναι ένας συνηθισμένος ποιητής. Καταρχήν, δεν είναι μόνο ποιητής. Πάνω απ’ όλα είναι διανοητής. Η δημοσίευση ποιημάτων δεν ήταν αυτοσκοπός για κείνον. Το πολύπλευρο ταλέντο του και η μεγάλη του μόρφωση του έδωσαν τη δυνατότητα να έχει πολλά εκφραστικά μέσα πέραν της ποίησης. (…) Έγραφε για να εκφραστεί. Και σε ό,τι αφορά ειδικά την ποίηση, ο Βάρναλης δεν έγραφε με σκοπό να δημοσιεύσει, όπως και κανένας ποιητής και γενικά καλλιτέχνης δεν καταφεύγει στην τέχνη του με αυτοσκοπό τη δημοσίευση· αυτή έρχεται μετά…»
Στο βιβλίο υπάρχουν πληροφορίες, κείμενα και ποιήματα που θα ξαφνιάσουν τον μελετητή και θα ικανοποιήσουν τον απαιτητικό αναγνώστη.  Εκτός από τα 19 αδημοσίευτα ποιήματα στο βιβλίο βρίσκουμε και άγνωστα κείμενα του Κώστα Βάρναλη. Ο Ηρακλής Κακαβάνης ξεκινά με μια αδημοσίευτη αυτοβιογραφία του ποιητή

Ο πατέρας μου ήταν από τη Βάρνα κ΄ η μητέρα μου από την Αγχίαλο (Αχελώ, όπως τη λέγαμε). Το επώ­νυμο του πατέρα μου ήτανε Μπουμπούς (παρατσούκλι του γκρινιάρη παππού μου). Όταν εγκαταστάθηκε στον Πύργο, οι γνωστοί του τον ονομάσανε Βάρναλη. Αλλά στο σκολειό (Αστική Σχολή αρρένων και Αστική Σχολή θηλέων) οι δάσκαλοι καθαρολογήσανε το επώνυμο και γράψαν όλα τα αδέρφια μου «Βαρναίος». Όταν ύστερα από το θάνατο του πατέρα μου πήγα κ΄ εγώ (4 χρονώ!) στο σκολειό, η μητέρα μου μου παράγγειλε να πω στους δασκάλους πως δεν είμαι Βαρναίος αλλά Βάρναλης. «Έτσι λέγαν τον μπαμπά σου» και από μένα πήρε το όνομα όλη η οικογένεια.
Ήμουνα το στερνοπαίδι. Όχι ευτυχισμένο. Στο σκολειό ήμουνα πάντα ο πρώτος μαθητής της τάξης μου, χωρίς να αγαπώ τα γράμματα, χάρη στη δυνατή μου μνήμη και τη γρήγορη αντίληψη. Πάντως, περίμενα να τελειώσω το σκολειό για να γίνω ένας επαγγελματίας – ράφτης. Δυστυχώς το σπίτι μου μ’ έστειλε στη Φιλιππούπολη στα περίφημα «Ζαρίφεια Διδασκαλεία» να διαγωνιστώ για υπότροφος του κληρο­δοτήματος Γεωργίου Ζαρίφη. Πήγα αδιάβαστος με την ελπίδα ν’ αποτύχω και να γυρίσω σπίτι μου – ελεύθερος. Δυστυχώς ήρθα πρώτος, δέκα στα μαθηματικά και εννιά στα ελληνικά. Κι έτσι κλείστηκα πίσω από τη βαριά σιδε­ρένια πόρτα του οικοτροφείου ολάκερα τέσσερα χρόνια.
Μέσα από ένα αναλυτικότατο χρονολόγιο ξετυλίγεται στα μάτια του αναγνώστη όλη η ζωή και το έργο του ποιητή χρόνο με το χρόνο.
Λογοτέχνης, πολιτικό ον, μυαλό κοφτερό, ασυμ­βίβαστο, λαϊκός και πηγαίος, ο Βάρναλης έλαβε μέρος σε όλες τις πολιτικές και λογοτεχνικές διαμάχες της ε­ποχής του. «Άλλοι νιώθουν κι άλλοι δεν νιώθουν την ευθύνη τους. Για τους δεύτερους θα δουλέψει η ιστορία της σκούπας. Οι πρώτοι δημιουργούν ιστορία» έλεγε το 1958 στην «Αυγή».
Η ποίηση αλλά και η ζωή του Βάρναλη είναι πλημμυρισμένες από την πίστη στη νίκη του ανθρώπου. Του απλού λαϊκού ανθρώπου που παλεύει, που αγαπάει, που μεθάει και γλεντάει, που αγωνίζεται να κερδίσει αυτό που του αξίζει, του ανθρώπου που κυλιέται στ' ανθρώπινα χωρίς καμιά ενοχή. Αυτός ήταν ο Βάρναλης. Η λατρεία του απλού και του γήινου.

Όμως από τον Κ. Βάρναλη δεν ξέρεις πραγματικά ποια πλευρά του να διαλέξεις. Τον ποιητή, το δάσκαλο, τον πολιτικό, τον άνθρωπο, τον αγωνιστή;
Ήταν όλες αυτές οι πλευρές που κι ο ίδιος ποτέ δεν ξεχώρισε. Ποτέ του δεν ένοιωσε περισσότερο ποιητής απ’ ότι αγωνιστής κι εργάτης απλός της Τέχνης. Αυτό ήταν που του έδωσε ένα ξεχωριστό χαρακτηριστικό. Αυτό του καλλιτέχνη με την καθαρή αγωνιστική στάση αλλά και με συγκεκριμένη ταξική στόχευση. Όλες αυτές οι πτυχές της προσωπικότητας του Βάρναλη ξεδιπλώνονται μέσα στο βιβλίο του Ηρακλή Κακαβάνη.
Μοναδικός θησαυρός του βιβλίου είναι τα σχόλιά του για το γλωσσικό ζήτημα. Ο Βάρναλης ήταν από τους πρώτους µαχητές στις γραµµές του αγωνιζόµενου δηµοτικισµού. Πιστός µαχητής της δηµοτι­κής και απολογητής της σε όλη του τη ζωή. Κυνηγήθηκε άγρια ως µαλλιαρός και άθεος τόσο ως φοιτητής όσο και ως δάσκα­λος ή καθηγητής στα διάφορα σχολεία της Ελλάδας. Κάθε τόσο γίνοντανσε βάρος του ανακρίσεις. 
Το 1910-1911 ο Βάρναλης, 27 χρονών τότε, διορίζεται σχο­λάρχης στην Αργαλαστή του Βόλου. Εκεί θα τον βρουν τα «Αθεϊκά» του Βόλου και θα στοχοποιηθεί ως φίλος του Δελμούζου. Ο ίδιος θα πει για κείνη την εποχή:
Πολλοί άνθρωποι που ως τα χτες ήτανε φίλοι μου και δεν είχανε καμιάν αφορμή μαζί μου, μοναχά επειδής ήτα­νε κατάλληλα ηλεχτρισμένοι «εκ των άνω», νιώσανε πως κάθε ανθρώπινος δεσμός δεν είναι τίποτα μπροστά στο συμφέρο του συνόλου! Και καταθέσανε εναντίο μου
Ένας θυμήθηκε πως με είδε πολλές φορές να βγαίνω περίπατο έξω από το χωριό βαστώντας από κάτου από την αμασκάλη το «Νουμά», το Δαρβίνο, το Ρενάν ή τον Πλάτωνα. Άρα έκανα δημό­σια επίδειξη μαλλιαρισμού ή αθεϊσμού με σκοπό να τους διαδώσω. Άλλοι θυμηθήκανε πως τη Καθαρή Δευτέρα το μεσημέρι ρώτησα μια παρέα γνωστούς μου στο παζάρι: «πού πουλάνε σαρδέλες του βαρελιού»! Αυτό το ρώτησα φωναχτά, για να ακουστώ από όλους τους ανθρώπους του παζαριού [...] πως εγώ ο σχολάρχης, ο επίσημος «θεμα­τοφύλαξ των ιερών θεσμίων», δεν εσεβόμουνα την πίστη των πατέρων, αφού ζητούσα να φάγω ψάρι την Καθαρή Δευτέρα, που δεν τρώνε ούτε λάδι!
Ένας άλλος κατάθεσε πως συχνά με είδε στην εκκλησία, την ώρα που περνούνε τα άγια των αγίων, να στρίβω το... μουστάκι μου. Κι ένας τελευταίος πρόστεσε σ’ όλα αυτά μου τα εγκλήματα και τούτο: Πως τη νύχτα της Ανάστασης άναψα τη λαμπάδα μου μ’ ένα σπίρτο, αντίς να την ανάψω από το ανέσπερον φως που έδωσε ο παπάς από την Ωραία Πύλη!
Κι ας μη νομίσει κανείς πως αυτοί οι κατήγοροι ήτα­νε άνθρωποι του λαού. Ήτανε νοικοκυρέοι, επιστήμονες, δάσκαλοι!

Άλλα πολύ ενδιαφέροντα σημεία του βιβλίου είναι: τα «Μαρασλειακά» το 1925, όταν ο Βάρναλης παύεται με εξάμηνη αργία από το Μαράσλειο για τη δημοσίευση του έργου του «Το Φως που καίει», και βγαίνει σύσσωμη η διανόηση της Ελλάδας,- ακόμα και μη αριστεροί άνθρωποι- και τον υποστηρίζουν. Ανάμεσά τους ο Παλαμάς και ο Καβάφης. Οι φιλολογικοί-ιδεολογικοί διαξιφισμοί του με τον Γρ. Ξενό­πουλο. Η κόντρα μεταξύ υλισμού και ιδεαλισμού, στην οποία αναφέρεται το σατιρικό του κείμενο «Ο άντρας και η γυναίκα. Λόγια και Πράξις». η παρωδία του Ζαχαρία Παπαντωνίου, ένας ποιητικός «διάλογος» με τον Καβάφη, η περίοδος της εξορίας του στα 1935, τα ποιήματα που έγραψε εκεί και οι επιστολές του. Όλα αυτά ζωντανεύουν μπροστά στα μάτια μας το Βάρναλη.

Αλλά και όσα είπε το 1956 υπερασπιζόμενος τον Μενέλαο Λουντέμη: «Ένα έργο τέχνης για να 'ναι έργο τέχνης, πρέπει να απαντά στα εξής ερωτήματα: Είναι κα­λογραμμένο: Λέει την αλήθεια; Ποια είναι η κοινωνική του αποτελεσματικότητα; Γιατί ένα έργο τέχνης πρέπει να ανεβάζει τον άνθρωπο και να τον κάνει καλύτερο».

Ο Βάρναλης εκτιµούσε το Λουντέµη, τόσο για το λογοτεχνικό του ταλέντο όσο και για τη σκέψη του και  ήταν από τους βασικούς µάρτυρες στη δίκη του Λουντέµη το 1956. Η δίκη έγινε µε τον εµφυλιοπολεµικό νόµο 509/47 και µε την κατηγορία ότι στο βιβλίο του «Βουρκωµένες µέρες» (εκδόθηκε το 1953) υπήρχαν «προπαρασκευαστικές πράξεις εσχάτης προδοσίας». 



»– Είναι ένοχος ο κατηγορούµενος; επανέλαβε ο Πρόεδρος πιο δυνατά τούτη τη φορά.
»– Ένοχος; έκανε ο δάσκαλος µε έµφαση. Όχι! Για νάναι ένο­χος ένας συγγραφέας, πρέπει να δίνει αρνητικές απαντήσεις στις τρεις παρακάτω ερωτήσεις: Πρώτον: Ζώντας σε µια κοι­νωνία αδικίας, µε ποιους θα πάει; Με τους αδικητές ή µε τους αδικηµένους; ∆εύτερο: Αν ο Λαός πέσει στα δεσµά της τυραν­νίας, µε ποιους θα συνταχθεί; Με τον τυραγνισµένο ή µε τον τύραννο; Και τρίτο και τελευταίο: Αν η πατρίδα πέσει σε εθνική σκλαβιά, ποιους θα βοηθήσει; Τους κατακτητές ή τους κατα­κτηµένους; ∆ηλαδή µε τους κιοτήδες θα πάει ή µε τα παλικάρια; Γνωρίζω τον κατηγορούµενο από έφηβο. Τον γνωρίζω και σα συγγραφέα, και σαν Έλληνα. Και σας δηλώνω κατηγορηµατικά: Και στις τρεις παραπάνω ερωτήσεις ο κατηγορούµενος έδωσε σωστές απαντήσεις... ∆εν είναι ένοχος!...


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου