Δευτέρα, 12 Νοεμβρίου 2012

Υπό εχεμύθειαν... (2)





Συνεχίζουμε με την παράθεση ανεκδότων από το βιβλίο της Ελλης Αλεξίου «υπό εχεμύθειαν»:

 

                     Τότε πού ήμουνα εδώ σχολάρχης, διηγιέται ο Βάρναλης, την ίδια μέρα της εκδρομής, στην Πάχη, — θυμάσαι, λέει Αποτεινόμενος στον Αυγέρη, — που είχατε έρθει μια παραμονή Αγίου Κωνσταντίνου με το Σικελιανό να μου πείτε τα χρόνια πολλά;
                   Ναι, πώς, θυμάμαι.
                     Φάγαμε, κοιμηθήκαμε, σας κοίμισα στο σχολείο, και Α­νήμερα εγώ συνόδεψα τούς μαθητές στην εκκλησία. Εκεί μου λέ­νε πώς έχει γίνει μεγάλο σχόλιο για τον ερχομό σας κι ο κόσμος λέει πως έφερα στα Μέγαρα το Δελμούζο. Λέγανε πως ο Σικελια­νός ήταν ο Δελμούζος. Ήταν η εποχή της δίκης του Βόλου, τα αθεϊκά, που χαλούσε ο κόσμος... πατραλοίες μητραλοίες και τρέχα γύρευε... Πάω και το λέω στο Σικελιανό έτσι κ' έτσι... ή­μουν Ανήσυχος..
                       Μην Ανησυχείς, μου λέει, και θα δεις. . .
Μπαίνει λοιπόν ο Σικελιανός στην εκκλησία. Ανάβει κερί, προ­σκυνά, και μετά προχωρεί στη μέση της εκκλησίας κι αρχίζει να σταυροκοπιέται και να κάνει μετάνοιες, να χτυπά το κούτελό του κατά γης, να σηκώνεται, να σταυροκοπιέται και πάλι μετάνοια και ξανά και ξανά. Σαστίσανε οι χωριάτες, θαυμάζανε, για την εύλάβειά του, πρώτη φορά ερχότανε από την Αθήνα άνθρωπος τόσο καλός χριστιανός... Μάθανε ποιός ήτανε, ρωτούσαν... Η­θοποιός, καταλαβαίνεις.
                       Τότε με το Χρηστομάνο, συμπληρώνει ο Αυγέρης, είχαν ανεβεί στη σκηνή, κι ο Σικελιανός, κι ο Σκίπης, κι ο Παπαγεωργίου — αυτός διακρίθηκε —, κι ο Πασαγιάννης. Ήσαν εξάλλου όλοι τους πολύ όμορφοι. Ο Σκίπης έμεινε αρκετά κοντά στο Χρηστομάνο, μα ύστερα πού πήγαινε να τα φτιάξει με την αδερφή του Χρηστομάνου, ο Χρηστομάνος τον έδιωξε. Ο Βλαχογιάννης τον πρόδωσε πως είχε λάβει γράμμα από την αδερφή του. . .
(από αφήγηση Βάρναλη — Αυγέρη)

Οι Βάρναλης - Αυγέρης, φίλοι από τα φοιτητικά τους χρόνια, συναντιούνται συχνά και στα μεγάλα τους χρόνια. Ογδοντάρηδες τώρα (1966) ανταλλάσσουν επισκέψεις, συντρώγουν, αστειεύονται, αναθυμούνται, αλληλοπειράζονται.
Μόλις ό Βάρναλης έβγαλε το βιβλίο του «Ελεύθερος Κόσμος», το πήρε και με θερμή αφιέρωση το 'φερε στον Αυγέρη. Τον βρήκε ξαπλωμένο στο κρεβάτι να διαβάζει.
                   Αφού μπορείς και μένεις όλη μέρα ξαπλωμένος στο κρεβάτι, δε θα σού κοστίσει ο τάφος. ..
                    Μα γι' αυτό ξαπλώνω, κάνω πρόβα τζενεράλε. ..
Είσαι καλά εσύ, είναι γερός ο ψυχικός σου κόσμος. Εγώ έχω καλό στομάχι, έχω καλή καρδιά, όλα μου είναι καλά, μα ή ψυχή μου πάσχει. . .
                    Η ψυχή σου; Και δεν την χ…  την ψυχή σου;
(καταγραφή Έλλης Αλεξίου)

Την Τετάρτη, 10 του Νοέμβρη, 1971, πήγαμε για ψάρι. Βάρ­ναλης, Αυγέρης, Άντα Κατσίκη — είπαμε, φιλόλογος, νεαρή, υποψήφια διδάκτωρ της Σορβόννης, κάτοχος και οδηγός του αυτοκινήτου — και εγώ. Κατά το γεύμα και μετά, πολύ γελάσαμε εξ αφορμής της Ασυνεννοησίας των δυο ποιητών. Με την κουφαμάρα τους την τόσο προχωρημένη, άλλα έλεγε ο ένας, άλλα κα­ταλάβαινε ο άλλος.
Εγώ συνηθίζω άμα τρώμε ψάρι να λέω στο γκαρσόνι να φυ­λάει τα κεφάλια κ.λπ. για τα γατιά. «Δεν είναι δικά μας, λέω στο Βάρναλη, αδέσποτα της γειτονιάς ωστόσο πεινάνε...». Εκεί απάνω θυμήθηκε και άρχισε αποτεινόμενος στον Αυγέρη:
                    Θυμάσαι ένα μουσικό Προκοπίου;
                   
                     Δεν τον γνώρισες; Ήταν ένας κοντός, χοντρός. Πη­γαίναμε μαζί στον Πειραιά σε μια ταβέρνα... τρώγαμε, πίναμε, και γυρίζαμε αργά στην Αθήνα. Αυτός ήταν πολύ ζωόφιλος εί­χε ως σαράντα γατιά. . . ζούσε με τη μάνα του... Μια φορά κα­θώς πλησιάζαμε πια στην ταβέρνα, άκουσε γατί να κλαψουρίζει. Σταμάτησε, πήρε το γατί και το 'βαλε στην τσέπη του.
                     Τι κάνεις αυτού, του λέω, τρελός είσαι; Παράτα το γα­τί, γιατί φεύγω. Να κουβαλάς το γατί στην ταβέρνα;...
Το παράτησε.
Πήγαμε, φάγαμε, ήπιαμε και αργά πολύ φύγαμε ακολουθώντας τον ίδιο δρόμο. Μέσα στο σκοτάδι ξανακούστηκε το κλα­ψούρισμα του γατιού. Τότε ο Προκοπίου έσκυψε, το ξαναπήρε, κι εγώ δεν του είπα πια τίποτα. «Έχω και τη μάνα μου που κι αυτή πολύ τ' αγαπά, τα λυπάται. . . έχομε κ' ένα και το φωνάζουμε Βάρναλη...».
                     Βάρναλη; Από πού κι ως πού; Τι σας ήρθε;
                    Είναι ένα γατί, που δεν είχε ακόμα γίνει δυο μηνώ, κ' ήθελε να γ... τη μάνα του. . .
Και βάρθηκε ο Βάρναλης να γελάει ξεκαρδισμένα.
(καταγραφή Έλλης Αλεξίου)

(Συνεχίζεται)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου