Παρασκευή, 21 Δεκεμβρίου 2012

Η ομιλία της Σοφίας Κολοτούρου



Αριστερά ο συγγραφέας Ηρακλής Κακαβάνης και δεξία η ποιήτρια Σοφία Κολοτούρου



ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ (1883-1974) - ΤΟ ΚΤΗΝΟΣ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΚΩΦΟΝ

Καλησπέρα σας.
Ευχαριστώ για την τιμή που μου κάνετε απόψε εδώ και μου ζητάτε να μιλήσω κι εγώ για τον γνωστό μας άγνωστο ποιητή, τον Κώστα Βάρναλη. Θα εστιάσω κυρίως σε μια του -σχετικά άγνωστη-, πλευρά που έχει σχέση με την απώλεια ακοής του. Πρώτα πρώτα θα πρέπει να σας παρακαλέσω να συγκεντρωθείτε στη φωνή μου, γιατί έχω κάτι κοινό με τον Βάρναλη: αντιλαμβανόμαστε και οι δυο τον κόσμο με μειωμένη ακοή, και αυτό έχει και επίδραση στη φωνή μας, εκτός των άλλων.
Προσωπικά έχω ολική απώλεια ακοής, την οποία και εμφάνισα σταδιακά, αλλά και ο Βάρναλης ήταν βαρήκοος, από μια ηλικία κι έπειτα, ενώ, καθώς φαίνεται έχανε προοδευτικά την ακοή του μέχρι τα βαθιά του γεράματα. Γι αυτό το λόγο είμαι ίσως ο καταλληλότερος άνθρωπος για να εντοπίσω και να περιγράψω την επίδραση που είχε η απώλεια ακοής του τόσο στην προσωπικότητά του όσο και στο έργο του.
Από πότε ήταν βαρήκοος ο Βάρναλης; Οι πρώτες αναφορές που εντόπισα αφορούν το έτος 1926, στα 43 του χρόνια: πρόκειται για την χρονιά που ξέσπασαν τα Μαρασλειακά και ο Βάρναλης παύθηκε από καθηγητής της Παιδαγωγικής Ακαδημίας μετά από ένα δημοσίευμα της Εστίας. Στο δημοσίευμα αυτό υποδείκνυαν ως παράδειγμα της αντεθνικής δράσης των μεταρρυθμιστών Παιδαγωγών ένα απόσπασμα από Το φως που καίει (το οποίο είχε δημοσιεύσει το 1922).
Όπως αναφέρει ο φίλος Νίκος Σαραντάκος  στον ιστότοπό του, στο ομώνυμο άρθρο: Το κτήνος είναι και κωφόν (από όπου πήρα κι εγώ τον τίτλο της σημερινής παρουσίασής μου) : Ένα αντίτυπο της συλλογής είχε δώσει ο Ευστράτιος Κουλουμβάκης, βουλευτής Οιτύλου που έκανε και υπουργός και στον τότε πρωθυπουργό Μιχαλακόπουλο, με χειρόγραφα σχόλια που έγραφαν μεταξύ άλλων : Βάρναλης, καθηγητής εις την Παιδαγωγικήν Ακαδημίαν, δηλαδή την αυθαίρετον Σχολήν του Γληνού. Το κτήνος αυτό είναι Βουλγαρικόν. Είναι και κωφόν.
Επομένως το πρόβλημα της ακοής του ήταν ήδη έντονο από το 1926. Φυσικά δεν ήταν κουφός με τη σημερινή έννοια (ολικά κουφός), ωστόσο επειδή τότε δεν υπήρχαν ακουστικά βαρηκοΐας όπως τα σημερινά (υπήρχαν κάποια πολύ παλαιάς τεχνολογίας και εντελώς ξεπερασμένα σήμερα), ένας άνθρωπος με μέτρια βαρηκοΐα, που θα μπορούσε σήμερα να είναι πλήρως λειτουργικός, τότε είχε σοβαρό πρόβλημα και δεν διέφερε και πολύ από τους ολικά κωφούς.
Στο βιβλίο «ο άγνωστος Βάρναλης» γίνεται επίσης σαφής αναφορά στο πρόβλημα της ακοής του πολλά χρόνια αργότερα, κατά τη δίκη του Λουντέμη το 1956. Επιτρέψτε μου να σας διαβάσω ένα απόσπασμα :
-         Σελ. 253: Να περάσει ο επόμενος μάρτυρας, Κωνσταντίνος Βάρναλης.
-         Κωνσταντίνος Βάρναλης! Επανέλαβε ο κλητήρας με ακόμα πιο δυνατή φωνή! (..)
-         Κωνσταντίνος Βάρναλης! Ξανακούστηκε η φωνή του κλητήρα.
-         Δάσκαλε, εσένα φωνάζουν! Του λέει ο Νίκος Παπάς (…)
Σελ 256: εδώ επεμβαίνει ο πρόεδρος και ρωτά κάτι.
-         Πιο δυνατά! Φώναξε ο Βάρναλης, φέρνοντας το χέρι στο αυτί του, σημάδι ότι δεν άκουσε την ερώτηση.
Σελ. 258: Ε; έκανε ο δάσκαλος, φέρνοντας το χέρι του στο αυτί, σημάδι ότι δεν άκουγε τι έλεγε ο σύνεδρος.
Αποσπάσματα σχετικά με το πρόβλημα ακοής του Βάρναλη βρίσκουμε όχι μόνο στον Λουντέμη, αλλά και αργότερα στο βιβλίο της Ελλης Αλεξίου «Υπό εχεμύθειαν» (1976), όπως το παρακάτω:
Είκοσι δύο Φλεβάρη του 1972, στην Πλατεία Κολωνακίου, έχει ωραία λιακάδα. Ο Βάρναλης κάθεται στο καφενείο «ΕΛΛΑΣ» και χαζεύει τους περαστικούς αλλά κατά κύριο λόγο τις περαστικές, σχολιάζοντας δυνατά την ποιότητα του κορμιού τους — «περισσούς κ. . . . έχεις. . .» — «μπουκιά και συχώριο!. . .». Τώρα πού έχει ολότελα αποκουφαθεί, δεν είναι σε θέση να κανονίσει τη δύναμη της φωνής του. Αλλά και δεν έχει όρεξη να μιλάει με τον κόσμο. Έχει καταλάβει εκ πείρας πως η διαδικασία της συνομιλίας δε γίνεται εύκολα, άμα είσαι κουφός. Γι' αυτό μιλάει μόνο με τον εαυτό του και μάλιστα δυνατά. Λέει ό,τι θέλει, αδια­φορώντας αν τον ακούνε γιατί, όπως είπαμε, δεν ακούει τη φω­νή του. Ίσως νομίζει πως μιλάει από μέσα του. (από αφήγηση Κωστή Τριαντάφυλλου)

Τα προβλήματα ακοής είναι γνωστό ότι επιφέρουν και δυσκολία στην επικοινωνία. Σε εποχές που δεν υπήρχε ίντερνετ, όπως η εποχή του Βάρναλη, ήταν ευνόητο ότι ο βαρήκοος θα οδηγούνταν σε ένα είδος κοινωνικής απομόνωσης. Για τον ποιητή και λογοτέχνη όμως το πρόβλημα ακοής είναι μαζί ευλογία και κατάρα. Αποτελεί εμπόδιο και μειονέκτημα στην επικοινωνία με τον κόσμο, αλλά την ίδια στιγμή αποτελεί και ένα φυσικό σύνορο που απομονώνει τον ποιητή ακριβώς τη στιγμή που θέλει να γράψει. Δεν είναι τυχαίο που οι περισσότεροι ποιητές αποζητούν την ηρεμία και την απομόνωση για να γράψουν. Ένα πρόβλημα ακοής σου προσφέρει το τέλειο άλλοθι για να είσαι παραγωγικός ακόμα και μέσα στο πλήθος.
Παράλληλα όμως, εκτός από τον χαρακτήρα και τη ζωή του βαρήκοου ποιητή επηρεάζεται αναπόφευκτα και το ίδιο το έργο του. Οι λέξεις και οι εκφράσεις που χρησιμοποιεί δείχνουν – ανεπαίσθητα βεβαίως – τη διαφορά. Κάποιος που έχει χάσει την ακοή του επίσης προοδευτικά όπως εγώ μπορεί να βρει και να κατανοήσει αυτές τις λεπτές διαφορές. Θα δώσω συγκεκριμένα παραδείγματα πάνω σε αυτό.
Στο περιοδικό Ηγησώ γράφει το 1907
ΝΥΧΤΑ ΣΤΗΝ ΕΞΟΧΗ

Τριζοβολούν γλυκόρρυθμα μες στα παλιούρια
Οι γρύλλοι βραδινοί τραγουδιστάδες,
Ρολόγια, λες, κουρντίζονται μυριάδες!  (..)
Να ιδούν μες στα πολύσπορα, πολύθροα σπάρτα!...
  
Κι επίσης την ίδια χρονιά:

ΣΤΗΝ ΑΦΡΑΣΤΗ
Τραγούδι μες στη νύχτα που αργοσβήνει!

Επομένως στα 22 -23 του χρόνια ακούει ακόμα καλά και περιγράφει τους ήχους της φύσης και τη μουσική.
Ας δούμε όμως τι γίνεται λίγα χρόνια αργότερα:

ΟΙ ΜΟΙΡΑΙΟΙ ( Από : Το φως που καίει, 1922 - 39 ετών )

Μες στην υπόγεια την ταβέρνα,
μες σε καπνοὺς και σε βρισιές,
(απάνου εστρίγγλιζε η λατέρνα)
Προσέξτε: Η λατέρνα εστρίγγλιζε, δηλαδή έκανε έναν περίεργο στριγγό ήχο, μάλλον δυσάρεστο στα αυτιά του. Δεν λέει: αντηχούσε, έπαιζε, σκόρπιζε μουσική, κάποια άλλη περιγραφή πιο μελωδική. Περιγράφει ήδη έναν παραμορφωμένο ήχο – κι έχει κι αυτό την γοητεία του στην περιγραφή των Μοιραίων, όσο κι αν δεν το συνειδητοποιούμε αμέσως.

Η ΨΥΧΗ ( Από τους Σκλάβους Πολιορκημένους, 1927 – 44 ετών)
Ω! πως ουρλιάζετε στριγγά, τυφλοσυρμένα χάμου,
τσακάλια, στ’ όνομά μου!
Που να κρυφτώ, να μην γρικώ! Μα εγώ, Ακοή του Κόσμου
τους βόγγους των αμέτρητω σφαιρώ χιλιάζω εντός μου.


Κι εδώ: τα τσακάλια ουρλιάζουν επίσης στριγγά, με τον ίδιο δυσάρεστο ήχο
Που έκανε πιο πριν και η λατέρνα κι ο ποιητής δεν θέλει να τα ακούσει! Που να κρυφτεί, λέει, να μην τα ακούει (αναφέρεται βεβαίως στα τσακάλια του πολέμου και στους αρματωμένους που σκορπούν τον θάνατο με αμέτρητες σφαίρες). Και την ίδια στιγμή μας διαβεβαιώνει: Μα εγώ Ακοή του Κόσμου… !  θέλοντας να δείξει πως δεν ακούμε απαραίτητα με το αυτί, πως οι ποιητές ακόμα κι όταν δεν ακούνε έχουν τη δύναμη να αφουγκράζονται τα γεγονότα.

Παρόλα αυτά, στους Σκλάβους Πολιορκημένους υπάρχει επίσης και το Τραγούδι του Τρελού:

Άϊ! με το γύφτικο ζουρνά,
με νταγερέ, που κουδουνά,
σύρε σκοπόν αντάμικο.
Εστράβωσα τη φέσα μου,
έρωτας που `ναι μέσα μου
για να χορέψω τσάμικο.

Αυτό μας δείχνει ότι ο ποιητής και ακούει ως ένα βαθμό ακόμα και επίσης θυμάται ήχους, σκοπούς, χορούς!  Μπορεί ο κόσμος των ήχων να έχει μειωθεί βαθμιαία για εκείνον, ωστόσο «ο μέσα του ήχος» ασφαλώς δεν σβήνει. Είναι για κείνον πιο εύκολο να θυμηθεί σωστά τον ήχο όταν τον συνδέει με το τραγούδι και τον χορό. Η με την θύμιση της Καμπάνας, από την ίδια πάλι συλλογή:

Ο πρώτος ήχος μου
πρώτη πληγή,
με τραβάς, αίμα μου
ξανά στη Γη.

Και πιο κάτω: «κανένας δεν κατάλαβε τι έλεγε η Καμπάνα. Γιατί καθένας άκουγε την δική του σκέψη…»


Αυτή την ανάλυση θα μπορούσαμε να τη συνεχίσουμε επί μακρόν και στα επόμενα ποιήματά του, ωστόσο αυτή εδώ η σύντομη ομιλία δεν είναι μια φιλολογική εργασία. Εχει σαν σκοπό να προβληματίσει τους φιλολόγους που βρίσκονται εδώ, ώστε να συνεξετάσουν και την παράμετρο της απώλειας ακοής του ποιητή σε επόμενες φιλολογικές τους μελέτες. Εξάλλου σε ένα από τα τελευταία του ποιήματα, το 1968, περιγράφει με εξαιρετική διαύγεια την κατάστασή του. Εχει τον τίτλο: 

Αυτονεκρολογία


Μ᾿ ἄφησαν ὅλοι στὰ κακὰ ὑστερνά μου:
γυναῖκες, συγγενάδια, ἄσπονδοι φίλοι.
Κανεὶς νὰ μὲ βαστάει, νὰν τοῦ μιλάω.
Μιλοῦσα μοναχὸς δίχως ν᾿ ἀκούω.
Νοέμβρης 1968


Από την πλευρά μου, κι επειδή απόψε εδώ μαζευτήκαμε για να μιλήσουμε για το βιβλίο «ο άγνωστος Βάρναλης και 19 αδημοσίευτα ποιήματά του» του Ηρακλή Κακαβάνη, προτίμησα να εντοπίσω μερικές ακόμη τέτοιες περιπτώσεις στα ποιήματα του βιβλίου και να τις μοιραστώ μαζί σας ενδεικτικά:

Από το ποίημα «Λεφτεριά» του 1922 (απάντηση στο ποίημα Λύκοι του Παλαμά),  το καταληκτικό δίστιχο αρχικά ήταν:
Ξάφνου του σάλαγγου κοπή∙ γέλια με φτάσανε στριγγά:
σπαράζαν τους μωρούς Ποιητές οι Λύκοι.

(όπου και πάλι βλέπουμε τη γνωστή μας πλέον λέξη: στριγγά, που δείχνει την
παραμόρφωση στον ήχο που άκουγε ο Βάρναλης). Το δίστιχο αυτό άλλαξε στην επόμενη έκδοση του 1956 ώστε να γίνει πιο ήπιο ως απάντηση στον Παλαμά σε:

και με τρεχάματα τρελά, μ’ αλαλητά του θανατά
στα Τάρταρα γκρεμίζονται οι Λύκοι.

Εδώ, αν και η περιγραφή του ήχου είναι πιο έντονη (αλαλητά του θανατά), αποτελεί μάλλον μια ανάμνηση ήχου παρά τον ήχο της καταβαράθρωσης, που περισσότερο τον φαντάζεται ή θυμάται παρά ακούει πια, γι αυτό και τραβάει την περιγραφή: με αλαλητά του θανατά προσπαθώντας να περιγράψει τη μέγιστη φασαρία όπως τη θυμάται.

Επίσης στο ποίημα «Η λευτεριά του Σολωμού» το 1973 γράφει το εξής δίστιχο (σε δύο παραλλαγές):
Στο περιοδικό «Η νέα Ποίηση»
Αιώνες όλ’ η Γης σε προσκυνά
δεν είσαι, δεν γρικιέσαι πουθενά!

Και:
Στη συλλογή «οργή Λαού»
Κλεισμένη στων Ελλήνων τα ιερά
τα κόκκαλά μας, σκούζε Λευτεριά!

Το 1973 ήταν ήδη 90 ετών και σίγουρα η ακοή του ήταν πλέον σε πολύ άσχημη κατάσταση. Πιθανότατα γράφει στην αρχή «δεν γρικιέσαι», δεν ακούγεσαι και μετά ασύνειδα το αλλάζει σε «σκούζε», έχοντας ίσως επίγνωση ότι κάτι που «δεν ακούγεται» δεν σημαίνει απαραίτητα ότι δεν κάνει θόρυβο: μπορεί κάλλιστα να σκούζει αλλά εμείς να μην το ακούμε…

Θα κλείσω εδώ αυτή τη μικρή παρουσίαση, αφού πρώτα επισημάνω ότι το βιβλίο «ο άγνωστος Βάρναλης» είναι για μένα πολύτιμο και για έναν άλλο λόγο. Όπως ήδη έχουν επισημάνει οι περισσότεροι ομιλητές, τα άπαντα του Βάρναλη δεν έχουν εκδοθεί και τα βιβλία του είναι δυσεύρετα σήμερα. Οι περισσότεροι από εσάς γνωρίζετε εξ ακοής πολλά ποιήματα του Βάρναλη που μελοποιήθηκαν και έγιναν τραγούδια. Εγώ όχι. Γνώριζα μόνον όσα ποιήματα είχα βρει σε ανθολογίες και στο διαδίκτυο.

Για να μπορέσω να γράψω αυτή την ομιλία, το βιβλίο «ο άγνωστος Βάρναλης» στάθηκε πολύτιμο για να κατανοήσω πολλές πλευρές της προσωπικότητας και του έργου του Βάρναλη, για να να μπω πιο βαθιά στην ψυχοσύνθεσή του. Οφείλουμε πολλά στον Ηρακλή Κακαβάνη για την συγκέντρωση αυτού του υλικού σε ένα βιβλίο, το οποίο και ελπίζω να αποτελέσει το πρώτο βιβλίο μιας μεγάλης σειράς κατά την οποία θα επανεκδοθούν τα άπαντα του Βάρναλη, με τον σχολιασμό που τους πρέπει από τους μελετητές τους και θα μπορέσουμε να τα έχουμε κι εμείς στη σύγχρονη βιβλιοθήκη μας. Γιατί ο Βάρναλης παραμένει πεισματικά σύγχρονος όσο οι καιροί αγριεύουν, παραμένει, όπως το είπε και μόνος του στους Σκλάβους Πολιορκημένους «η Ακοή του Κόσμου».

Σας ευχαριστώ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου